- CITY GUIDE
- PODCAST
-
18°
Νίκος Μαστοράκης: «Η σημερινή τηλεόραση έχει πεθάνει και πασχίζει να βρει απινιδωτή»
Από τα στούντιο μιας κάμερας στον ανταγωνισμό με τις πλατφόρμες, ο Νίκος Μαστοράκης θυμάται όσα δημιούργησε και εξηγεί γιατί η τηλεόραση έχασε το κοινό της
Από τα Τουρκοβούνια και τον Τζον Λένον μέχρι τον Ζάκερμπεργκ και το ChatGPT, ο Νίκος Μαστοράκης, ο άνθρωπος που έστησε κανάλια, μιλά χωρίς περιστροφές για την τηλεόραση που πεθαίνει, τις δικές του πρωτιές και την τεχνητή νοημοσύνη
Ο Νίκος Μαστοράκης έχει ζήσει τη γέννηση της ελληνικής τηλεόρασης, την εποχή της παντοδυναμίας της αλλά και τη σημερινή της κρίση.
Στα 85 του, μιλά για τα πρώτα στούντιο, τον Τζον Λένον και τη Γιόκο, τη δημιουργία των ιδιωτικών καναλιών, την εξουσία των αλγορίθμων, ακόμα και για τη συνέντευξη που πήρε από κρατούμενους του Πολυτεχνείου στις 24 Νοεμβρίου 1973, η οποία μεταδόθηκε από την ΥΕΝΕΔ και τον ακολουθεί από τότε. Θυμάται, συγκρούεται, σαρκάζει και δεν χαρίζεται ούτε στους ανθρώπους της τηλεόρασης ούτε στο κοινό της. Τον λόγο παίρνει ο ίδιος: για όσα έζησε, όσα δημιούργησε και όσα τον εξοργίζουν σήμερα, σε μια αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο.
Πριν απ’ όλα, μια διευκρίνιση. Επειδή συνήθως όταν μιλάω για τη σημερινή τηλεόραση ακούγομαι εμμονικά αφοριστικός, πρέπει να ξεχωρίσω τις προθέσεις μου: δεν είναι «αφοριστικές» για να βλάψουν, αλλά με την ελπίδα πως όσα στραβά αντιλαμβάνομαι και καταδεικνύω θα βοηθήσουν, έστω και επιλεκτικά, να γίνουν καλύτεροι και σωστότεροι (πάντα κατά τη δική μου, υποκειμενική άποψη) οι νεότεροι και ακόμη απαίδευτοι on και off camera, αλλά και όσοι έχουν γίνει «έμπειροι» υιοθετώντας λάθη και απομιμούμενοι το πιο εύκολο, που είναι πάντα και το «κακό».
Έχω ζήσει πολλές αλλαγές. Τη συγκλονιστική μετάβαση από τον δίσκο βακελίτη των 78 στροφών στο βινυλικό 45αράκι, από τη λάμπα του EL.VI.RA οικογενειακού ραδιοφώνου μου στο προσωπικό τρανζίστορ, από την ταινία στην κασέτα, και όλες οι αλλαγές στόχευαν στη «βελτίωση», που δεν ερχόταν μόνη, έτσι που να υπάρχει σήμερα η όλο και εντονότερη νοσταλγική τάση των «βινυλικών».
Η σημερινή τηλεόραση έχει κάνει έναν κύκλο, έχει πεθάνει και πασχίζει να βρει απινιδωτή, όμως ο θάνατός της από τα φονικά social media δεν είναι τυχαίος και οι λύσεις «πλασμαφαίρεσης» που «εφευρίσκει» για να παρατείνει την άλλοτε παντοδυναμία της, η απελπισμένη προσπάθεια να επανεφεύρει τον εαυτό της, δεν αποδίδουν. Ο δεσμώτης θεατής ούτε καταναγκαστικά ούτε εθελοντικά δεν επιστρέφει στη δέσμευση.
Ήμουν εκεί, το 1966, όταν η λέξη «τηλεόραση» ήταν εξωτική και η μόνη μου ελπίδα –όχι να βλέπω αλλά να «κάνω» τηλεόραση– ήταν η ΤΕΔ, η Τηλεόραση Ενόπλων Δυνάμεων, με ένα πομπουδάκι στα Τουρκοβούνια και τη φιλοδοξία μιας φούχτας τεχνικών που τότε υπηρετούσαν στη Γεωγραφική Υπηρεσία. Εκεί ψηλά, σε ένα σχεδόν ερειπωμένο κατάλοιπο στρατιωτικής μονάδας, ανέβαζα με Land Rover του στρατού, μέσα από άβατους κακοτράχαλους δρόμους, τη Ζωή Λάσκαρη σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, τον Γιώργο Ζαμπέτα με... προχωρημένο μπουζούκι, ακόμη και «πνευματιστές» με την κλασική τους γυάλα. Ελλείψει κλιματιστικού, υπήρχε πάντα ένα παράθυρο ανοιχτό και ο τεχνικός εξοπλισμός ήταν μία μόνο κάμερα, κι αυτή χωρίς viewfinder.
Θυμάμαι ακόμη τον Γιώργο Φέξη, τον ιστορικό πρώτο οπερατέρ, να ψάχνει να βρει το πλάνο κοιτώντας το μόνιτορ της ζωντανής μετάδοσης! Ιστορικά, έκανα την πρώτη ψυχαγωγική εκπομπή, τη «Διασταύρωση Ρυθμού και Μελωδίας», τον Μάρτιο του ’67, που ήταν όλη κινηματογραφημένη, αφού δεν υπήρχε άλλη μέθοδος αποτύπωσης της εικόνας, το βίντεο ήταν μια μακρινή και απρόσιτη ιδέα. Κάναμε, λοιπόν, γυρίσματα για εκπομπή μισής ώρας που μας έπαιρναν όλη την εβδομάδα. Η εκπομπή αυτή, γυρισμένη σε φιλμ 35mm, διασώθηκε σχεδόν ολόκληρη, 18 επεισόδια, ακριβώς επειδή το φιλμ δεν μπορούσε να σβηστεί. Λίγο αργότερα, τη μεταφέραμε στο μικρό δικάμερο στουντιάκι, τον 10x10 χώρο που γέννησε και γαλούχησε την τηλεόραση και ανέδειξε –μπρος και πίσω από την κάμερα– ταλέντα σαν του Φρέντυ Γερμανού, του Κώστα Βενετσάνου, του Μεγακλή Βιντιάδη, του Βασίλη Βλαχοδημητρόπουλου, του Αχιλλέα Βογιατζή και τόσων άλλων.
Σ’ εκείνο το στουντιάκι, ένα βράδυ που ’βρεχε, έφερα τον Τζον Λένον και τη Γιόκο στο «Αλάτι και πιπέρι» του Φρέντυ, και οι δύο τους αναγκάστηκαν να περπατήσουν πάνω σε μαδέρι για να μην πέσουν στις λάσπες! Ήταν εκείνη η εικόνα τους να ακροβατούν που αργότερα με οδήγησε στην αναζήτηση ενός συνεργείου εξωτερικών μεταδόσεων (μεταχειρισμένο κι αυτό, το αγόρασε η ΥΕΝΕΔ), το οποίο έκανε και το πρώτο live, από το θέατρο Ακροπόλ με κάπου 2.000 θεατές. Ήρθε βέβαια σύντομα –καθώς η τηλεόραση δημιουργούσε όλο και περισσότερες ανεξάρτητες παραγωγές– και η δημιουργία του πρώτου ιδιωτικού μου στούντιο, του StudioATA της Λένορμαν, με την πολυτέλεια τεσσάρων μεταχειρισμένων καμερών Marconi Mark IV και... επιτέλους, ένα video recorder! Όμως σε τόσα χρόνια τηλεοπτικής δουλειάς, τίποτα δεν αντικατέστησε το συναίσθημα του μικρού 10x10 στούντιο, το πρώτο «Bingo», την αγωνία μας ν’ αλλάξουμε σκηνικά μέσα σε 8 λεπτά, την ηδονή ότι βγάζαμε στον αέρα ζωντανή εικόνα και ήχο, όταν στην Αθήνα δεν έβλεπες πάνω από 100 κεραίες και στις πολυκατοικίες όλοι μαζεύονταν στο μοναδικό διαμέρισμα που είχε μια συσκευή Uranya.
Για όλους εμάς που τη γεννήσαμε, η τηλεόραση δεν ήταν πρωτόγονη, ήταν πρωτόγνωρη, έπαιζε πάντα τον ρόλο του πρώτου έρωτα, που όσοι κι αν έρθουν μετά, δεν τον ξεχνάς ποτέ και, ναι, τον βλέπεις σήμερα λιγότερο δραματικά και πολύ περισσότερο νοσταλγικά.
Η «συχνότητα» ήταν «δύναμη» ακόμη και προ τηλεόρασης, από τις παρυφές του ανεξαρτητοποιημένου ραδιοφώνου. Είναι λοιπόν ο εκδημοκρατισμός του χάους που αντιστρέφεται εύκολα και γίνεται το χάος του εκδημοκρατισμού. Όμως και αυτή η ψευδαίσθηση «ελευθερίας» είναι λαοφιλής πλάνη, δεδομένου ότι τα αφεντικά δεν χάθηκαν ως διά μαγείας, απλώς άλλαξαν, και καναλάρχης σου είναι τώρα ο Ζάκερμπεργκ. Όσο για το παιδί και το κινητό, η ίδια η τηλεόραση το αναπαράγει και το κάνει ευρύτερα γνωστό, υποκύπτοντας βεβαίως στο αξίωμα του φαύλου κύκλου, που, όσο κι αν επιχειρεί να «αποφαυλώσει», απλώς υπερμεγεθύνει. Και το παιδί με το κινητό, που ένας αλγόριθμος το βγάζει virtual, δεν έχει δύναμη παρέμβασης, ενώ ένα έντυπο με 500 φύλλα κυκλοφορία έχει! Είναι σίγουρο τελικά ότι η κότα έκανε το αυγό;
Η τηλεόραση δεν χάλασε απότομα, μεμιάς, για να μπορείς να το καθορίσεις. Άλλαξε αργά, σταδιακά, ύπουλα, ώστε η μόλυνση να εκλαμβάνεται ως φυσιολογική ωρίμανση και, αργότερα, γήρανση. Τις αλλαγές τις επέφερε η ανάγκη του φτηνού λόγου με τα τρίωρα και τα τετράωρα προγράμματα και η μεγάλη τσέπη του κράτους, που χρηματοδοτεί κατά το ήμισυ σχεδόν κάθε είδους ανοησία «μυθοπλασίας» και «ψυχαγωγικής εκπομπής». Από αυτά τα δύο συστατικά αποτελείται το πρόγραμμα των καναλιών.
Όπως (δεν) είναι φυσικό, λείπουν δημιουργικά αντισυμβατικές, τολμηρές σειρές με διεθνώς κατανοητή πλοκή, που να πωλούνται εύκολα στις ξένες πλατφόρμες, αφού, νέοι και μη, καλοί σκηνοθέτες υπάρχουν, αλλά αναλώνονται σε «φορμουλαϊκό» προϊόν. Λείπουν κωμωδίες (το δύσκολο είδος που η φλυαρία δεν μπορεί να υπηρετήσει), επειδή δεν βάλαμε υποψήφιους συγγραφείς σε ένα δωμάτιο να μελετήσουν τα «Φιλαράκια» για να καταλάβουν τον μηχανισμό της τηλεοπτικής κωμωδίας (sitcom/situation comedy). Επίσης, γιατί να αγοράζουμε τόσα ξένα φόρματ χωρίς ούτε μία φορά να προσπαθήσουμε να κατασκευάσουμε δικά μας και να τα πουλήσουμε έξω; Μπορεί ο ΕΚΚΟΜΕΔ με μια τέτοια βιομηχανία διεθνούς επιπέδου format να γίνει πηγή εσόδων για το κράτος. Ο Χριστόπουλος έχει τα σχετικά κότσια.
Επιτρέψτε μου την αλαζονική πρόταση: δεν «βοήθησα», αλλά δημιούργησα. Ιδιοχείρως. Στην ανεξάρτητη τηλεόραση (είναι ανακριβές το «ιδιωτική»), στα κανάλια που πλοήγησα, από τον ΑΝΤ1 μέχρι το Star Channel και εν μέρει στον ΣΚΑΪ και στον Alpha. Για την εποχή που έγινε, ό,τι έγινε στα κανάλια αυτά ήταν σωστά καμωμένο, με αγάπη, πάθος, τόλμη, «καύλα» για το μέσον, όμως η ψυχρή απομίμηση άλλων καναλιών το «ξεχείλωσε» μέχρι που έγινε ασυμβίβαστο με την εποχή του. Όμως, για να είμαστε δίκαιοι, πολλοί, τόσο μπροστά όσο και πίσω από την κάμερα, έμαθαν πολλά και τα τήρησαν. Οι καναλάρχες πάντως δεν έμαθαν πως η τηλεόραση-μπριάμ (λίγο απ’ όλα) έχει ξεπεραστεί από τη niche τηλεόραση εδώ και δεκαετίες, ενώ και αυτή αντικαθίσταται κάθε μέρα περισσότερο από τις πλατφόρμες streaming.
Η «ανεξαρτησία» είναι ένα είδος παρωχημένου ηρωισμού. Όταν μισθοδοτείσαι, την «ανεξαρτησία» τη βλέπεις σαν λάστιχο. Την τεντώνεις μέχρι να σπάσει και να σε απολύσουν ή την αφήνεις λάσκα και συμβιβάζεσαι. Έπειτα, όταν επαγγελματίες δημοσιογράφοι αναγκάζονται (ίσως και με κάποιο μετρητό) να γίνονται πωλητές αυτοκινήτων ή πλανόδιοι λαχειοπώλες (τα κανάλια μετονόμασαν τα λαχεία σε «δώρα διαγωνισμού»), εμείς σχολιάζουμε την «ανεξαρτησία» τους;
Έμαθα τη δημοσιογραφία «στο πεζοδρόμιο». Και αυτό που θα έλεγα σε έναν 20χρονο στην εποχή της AI είναι «μάθε, παιδί μου, γράμματα». Με την αθρόα προσφορά «νέου αίματος» και την αποτυχία επιδιόρθωσης του παλαιού, απλώς προσθέτουμε στη γενική εικόνα χειρότερο, πιο αγράμματο λόγο και μερικά φρέσκα πρόσωπα που συσπώνται από την αγωνία μην κάνουν λάθος. Δεν επιχειρήσαμε ποτέ να βελτιώσουμε τους παλαιότερους «κλασικούς αγράμματους», που εξακολουθούν, κάτω από διάφορους τίτλους, να υπηρετούν ένα καθεστώς επιβεβλημένης ανοησίας, δεδομένου ότι η γνώση δεν είναι, όπως νομίζουν, αδυναμία. Κέρδος νέων και παλιών να διαβάζουν κείμενα γραμμένα από καλούς «γραφιάδες». Όλο και κάτι θα τους μείνει...
Τους καναλάρχες θα τους συμβούλευα να βλέπουν το κανάλι τους. Όλη μέρα σε συσκέψεις που δεν παράγουν τίποτα, και το βράδυ, άντε, το πολύ να δουν το κεντρικό τους δελτίο. Δεν βελτιώνεις το πρόγραμμα αν πριν δεν το έχεις δει! Κι αν θέλουν να κάνουν ένα πρώτο βήμα στη βελτίωση, ας πολεμήσουν φανατικά κυρίως τον Νο 1 εχθρό τους, που είναι η βεβαιωμένη αγραμματοσύνη παρουσιαστών, δημοσιογράφων και κειμενογράφων. Και τον Νο 2 εχθρό, την κοινοτοπία. Αμάν πια με το «πάμε», το «λοιπόν», το «πάρα πολύ», το «εκτός συνόρων», το «ακριβώς» και την «καλησπέρα» στη μία το μεσημέρι – λες κι έπεσε ατομική βόμβα στο ελληνικό λεξιλόγιο και μόνο αυτά επέζησαν.
Όσο για την ΕΡΤ, δεν έχω πρόβλημα. Με τον εκλεκτό της ΝΔ, τον Παπαδόπουλο, έχω, που αποπειράθηκε να αποδομήσει τη δουλειά μου χιλιάδων ωρών στην κρατική τηλεόραση. Άλλωστε, του Παπαδόπουλου η αδυναμία να διοικήσει επιβεβαιώνεται με την παραίτηση του Κ. Παπαβασιλείου (που οδεύει στις αγκάλες του γκρουπ Μπάκου-Καϋμενάκη) και με τη σκανδαλώδη υπόθεση της σειράς «Το παιδί», που κόπηκε από το πρόγραμμα, ενώ κέρδισε βραβείο καλύτερης σειράς σε φεστιβάλ της Σεούλ! Δεν είναι αδιανόητο ότι στη φετινή σεζόν της δημόσιας τηλεόρασης δεν υπάρχει ούτε μία νέα σειρά μυθοπλασίας; Δωράκι για τα ιδιωτικά κανάλια ή τρόπος να βολευτούν κι άλλοι ατάλαντοι σε «ενημερωτικές» εκπομπές που πατώνουν;
Ο ρεπόρτερ που έμπαινε με κίνδυνο της ζωής του σαν μπουζουξής, όπως έκανα εγώ, στη «Χριστίνα» για να βγάλει ένα αποκλειστικό ρεπορτάζ, τελείωσε με την άφιξη του κινητού τηλεφώνου. Τώρα πια όλοι έχουν το ίδιο «αποκλειστικό» ταυτόχρονα και όλοι καμαρώνουν για την αποκλειστικότητά του/τους. Η έννοια του ρεπορτάζ έχει αλλάξει τόσο στην τηλεόραση, που, ενώ π.χ. οργιάζουν τα ειδησεογραφικά με το θέμα Μαζωνάκη, δεν είδα κανέναν καλό (μουράτο ή όχι) ρεπόρτερ να πάει εθελοντικά να κάνει πλασμαφαίρεση σε νοσοκομείο και να μεταδώσει live τη διαδικασία. Φαντάζεσαι τι «νούμερα» θα έβγαζε ο Νίκος Ευαγγελάτος αν καθόταν στην καρέκλα ο ίδιος, όχι «ψηφιακά», και έκανε ζωντανή περιγραφή; Και εδώ όμως, το ρεπορτάζ αντικαταστάθηκε με το «σου ’πα, μου ’πες» και πληροφορίες που ανταλλάσσονται με την on camera παρουσία κάποιου δικηγόρου, που έτσι διαφημίζεται, ή κάποιου άσχετου που αυτοπροσδιορίζεται ως πρόεδρος ή «αναλυτής». Όσο για την έννοια «αλήθεια», στα ΜΜΕ υπάρχει μόνο ως απευκταία, επικίνδυνη λέξη, απλώς καταχωρισμένη στο λεξικό.
Όταν έφτιαχνα τις εκπομπές μου, δεν είχα το branding κατά νου. Το «Bingo», που έγινε και επιτραπέζιο παιχνίδι, θεατρικό έργο, επιθεωρησιακό νούμερο, το «Σήμερα», που έγινε σλόγκαν, ή το «Αργά», που έμαθε στην τηλεόραση ότι υπάρχει ζωή μετά τα μεσάνυχτα, ήταν αυθόρμητοι τίτλοι της στιγμής που έγιναν brand από μόνοι τους. Έτσι έγιναν και brand –δίχως όνομα– τα... μπαλάκια του «Αργά».
Δεν θα γνωρίσω άλλους σαν τους Beatles, κάποιον άλλο που να μοιάζει με τον Τζον Λένον, έναν «μεγαλοφυή ανόητο» (όπως τον αποκαλούσε ο Πολ), ίσως να μη γράψω τραγούδια με άλλον σαν τον Βαγγέλη, αλλά, πίστεψέ με, η showbiz το deep fake το είχε εφαρμόσει στους σταρ της πολύ πριν επικρατήσει σαν ανήθικος διαδικτυακός όρος. Με εξαίρεση απαράδεκτους τυράννους σαν τον Κουίν ή την Κίνσκι κι ένα-δύο ναρκομανείς ή αλκοολικούς, υπήρξα ή τυχερός ή απλώς προσεκτικά επιλεκτικός στη σχέση/συνεργασία με διεθνείς σταρ. Και στον ένα χρόνο που πέρασα στο στούντιο της Paramount έμαθα τη συνταγή για τον σταροποιημένο ανθρώπινο χαρακτήρα δέκα φορές περισσότερο από οποιαδήποτε σχετική ακαδημαϊκή επιμόρφωση.
Συγκρούστηκα με εργοδότες, καναλάρχες, κυβερνήσεις, ηθοποιούς. Αλλά τα «συγκρουόμενα» δεν είναι από τα αγαπημένα παιχνίδια όλων των ηλικιών; Πάντως από τις δικές μου συγκρούσεις πάντα κάτι καλό προέκυπτε, όπως π.χ. το Star, που προέκυψε από δικαιολογημένη σύγκρουση με τον ΑΝΤ1 (και εθελοντική αποχώρηση). Στη δουλειά μας, αν πιστέψεις ότι δεν πρέπει κάθε τόσο να κλοτσάς την καρδάρα με το γάλα, καταλήγεις να τρως στη μάπα ένα σωρό σκατό και σου μένει μόνο μια καρδάρα ξινισμένο γάλα.
Επιστροφή στις συνθήκες του ’73, κάτω από τις οποίες έγινε η συνέντευξη εκείνη με τους κρατούμενους του Πολυτεχνείου, δεν πρόκειται, ευτυχώς, να υπάρξει ποτέ πια στη χώρα αυτή. Επομένως είναι ανύπαρκτο και το δίλημμα αν θα την ξαναέκανα.
Το να μεγαλώνεις ηλικιακά χωρίς να γερνάς είναι ευλογία. Χωρίς καμία αμφιβολία, οι καλύτερές μου επιδόσεις είναι στον ρόλο του πατέρα, του παππού και του προπάππου. Ο τελευταίος ρόλος βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, με τρία δισέγγονα που, στα 5-7 τους χρόνια, στο MP3 που επιτρέπουν οι γονείς τους ακούνε από Beatles μέχρι Σινάτρα.
Οι πρόθυμοι πανικόβλητοι είναι σίγουροι πως το AI φέρνει το τέλος του ανθρώπινου είδους, ενώ την ίδια στιγμή κάτι ψάχνουν στο ChatGPT, επειδή τώρα πια χωρίς ChatGPT ή Claude δεν μπορεί ο χθεσινός μέσος αστός να επιβιώσει. Απλώς εκείνο το παμπάλαιο «το είπε η τηλεόραση» ώστε κάτι να αξιολογηθεί ως ακριβές έχει αλλάξει. «Το είπε ο Claude». Το AI το θεωρούμε παιχνίδι και το παίζουμε ως παιχνίδι, αγνοώντας πως η επιμόρφωση και η βελτίωσή του προέρχονται από έρευνές του στις δικές μας απορίες και ερωτήσεις. Τη δημιουργική ευκαιρία εμείς οι ίδιοι τη μετατρέπουμε σε απειλή. Πάντα αποφάσιζαν οι αλγόριθμοι τι θα δει το κοινό, στους αλγόριθμους πίστευαν και δεν τολμούσαν να τους πάνε κόντρα. Στη «χρυσή εποχή» του ΑΝΤ1 ήταν ομηρικές οι μάχες του καναλιού μας με την AGB και, όταν αυτή την ιερή εξάρτηση την αγνόησα, φτιάχνοντας και διευθύνοντας το Star Channel, τα «νούμερα» στοίχειωναν πάντα τους χρηματοδότες Βαρδινογιάννηδες, μέχρι που παραιτήθηκα, ησύχασαν οι Βαρδινογιάννηδες, εξέλιπε και η ανυπακοή στον αλγόριθμο.
Αυτό που ελπίζεις ή φοβάσαι γίνεται ήδη, αλλά δεν αποδίδει και, αντίθετα, περιφρονείται ως «πιφ, αυτό είναι με AI». Επειδή από όλες τις μηχανικές τέτοιες επιδόσεις λείπει το ανθρώπινο συναίσθημα, που η τεχνική τελειότητα δεν αντικαθιστά. Εγώ προσωπικά δεν θα έκανα ποτέ ταινία με AI-ηθοποιούς, αλλά θα χρησιμοποιούσα το AI εκεί που η ανθρώπινη παρουσία θα ήταν αδύνατη ή τουλάχιστον επικίνδυνη. Το AI είναι η χαμηλού κόστους έκδοση του CGI, που όμως δεν σταμάτησε σκηνοθέτες σαν τον Κρις Νόλαν από το να ανεβαίνουν βουνά με κάμερες των 200 κιλών. Ο δημιουργός θα γίνει μεν δυσεύρετη αξία, αλλά θα είναι πάντα υπεράνω οποιασδήποτε τεχνικής τελειότητας, ώστε ο θεατής του μέλλοντος να ακούει τη φράση «Play it, Sam» και να δακρύζει - χωρίς ίσως ποτέ να καταλάβει γιατί.
Αφού τους κινδύνους τους βλέπουν οι ίδιοι οι κατασκευαστές τους, ποιος είμαι εγώ για να τους προσπεράσω; Είναι βέβαιο ότι θα έρθει η μέρα του απόλυτου ελέγχου της ζωής μας από το AI. Αυτοί που τώρα ωρύονται να υπάρξουν ρυθμίσεις στη λειτουργία των AI είναι οι κατεξοχήν ένοχοι για τη λειτουργία τους και ξέρουν καλά ότι οποιαδήποτε απαγορευτική εντολή δοθεί στο AI θα ξεκινήσει έναν απροσδόκητο κύκλο βίας τεχνητής νοημοσύνης εναντίον ανθρώπινης παρέμβασης. Να θυμόμαστε ότι στον μύθο του Φρανκενστάιν το τέρας το καίνε οι χωρικοί.
Για τον «κανένα» των δημοσκοπήσεων και για το πώς φτάσαμε ως εδώ: πράγμα λογικό, αφού πολλοί κομματικοί αρχηγοί πληρούν απόλυτα τον όρο «Κανένας». Δεν ξέρω αν το «ως εδώ» είναι απειλή ή υπόσχεση. Τα κενά εμπιστοσύνης τα δημιουργήσαμε εμείς με τις επιλογές μας, επιλέγοντας πάντα με βάση το προσωπικό συμφέρον και δόγματα όπως «να μπει το παιδί μου στο δημόσιο», αντί να συνυπολογίζουμε τις επιπτώσεις των αποφάσεών μας στην ίδια τη χώρα. Ξεχάσαμε τελείως το «για την Ελλάδα» και λέμε θρασύτατα «φταίει το κράτος», ενώ ταυτόχρονα το «κράτος» προσπαθούμε να το χειραγωγήσουμε για να σβήσουμε μια κλήση ή να αποφύγουμε ένα πρόστιμο. L’État c’est nous, εμείς είμαστε το κράτος, το κράτος είναι μια απεικόνιση του χαρακτήρα μας, είμαστε περήφανοι για τα προσόντα μας, αδιάφοροι για τα ελαττώματά μας (εκτός όταν τα βλέπουμε σε άλλους), όμως οι αφορισμοί του είδους «φταίει το κράτος» έχουν τη δική τους διαχρονική δυναμική, κρατούν καλά, είναι υπεράνω της αλλαγής από λάμπα σε τρανζίστορ, από βακελίτη σε βινύλιο, από τηλέφωνο σε κινητό, από Google σε Claude. Αθάνατο, αναλλοίωτο, ελληνικό.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Από τα στούντιο μιας κάμερας στον ανταγωνισμό με τις πλατφόρμες, ο Νίκος Μαστοράκης θυμάται όσα δημιούργησε και εξηγεί γιατί η τηλεόραση έχασε το κοινό της
Τι αναφέρουν οι πρώτες πληροφορίες
Δέκα ημέρες μετά τον θάνατο του «Καπετάνιου» - Η εξομολόγηση της άνοιξης του 2026
Ο Φώτης Γεωργελές θυμάται πώς δημιουργήθηκε το πρώτο free press
Λίγες μέρες πριν αρχίσει την εκπομπή της στο Mega, η γνωστή δημοσιογράφος μιλά για τις εντάσεις στα πολιτικά πάνελ, τα παράπονα των πολιτικών, την Αθήνα που αγαπά και το πώς τη φωνάζει η μαμά της.
«Το έκανα γιατί πίστευα ότι θα μπορούσα να είμαι χρήσιμος στην κοινωνία. Για το φαγητό το έκανα από πείσμα»
Αιχμηρά σχόλια στον αέρα του ΣΚΑΪ για το βίντεο του τραγουδιστή στο Παρίσι εν μέσω επεισοδίων
«Οι τηλεθεατές, ύστερα από τόσα χρόνια, με έχουν μάθει» λέει η δημοσιογράφος
Η δημοσιογράφος επέστρεψε με μία ακόμη δύσκολη υπόθεση
Το περιστατικό που είχε προκαλέσει αντιδράσεις
Τι είπε για την σκηνή με την πάστα στο «Ριφιφί» και τα παρατσούκλια «Ευλόγησον» και «χήρα του Φατσέα»
Τι θα δούμε στην επίσημη πρώτη της φετινής σεζόν
Τι είπε στον αέρα της εκπομπής
Τι ζητά από την πλατφόρμα η γυναίκα;
Η ανακοίνωση του ΑΝΤ1 με όλους τους συνεργάτες της
Ο ηθοποιός αναφέρθηκε στα κασέ που επικρατούσαν ανά δεκαετία στην τηλεόραση
Η επιστροφή στο ραδιόφωνο μέσω του Voice Radio και η διαχρονική μαγεία της μουσικής και της ζωντανής ραδιοφωνικής εμπειρίας
Η εταιρεία που είχε αποτιμηθεί σχεδόν 1 δισ. δολάρια
Ο πρώην παίκτης του Survivor μοιράστηκε βίντεο από την προσπάθειά του να παίξει ποδόσφαιρο με προσθετικό πόδι
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.