Κοσμος

Ποια είναι τα πραγματικά προβλήματα στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα;

Η κατάσταση της παιδείας στη Γαλλία και η πολιτική «δώσε περισσότερα σε αυτούς που έχουν λιγότερα»

Σώτη Τριανταφύλλου
Σώτη Τριανταφύλλου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα: κοινωνικές ανισότητες, ελλείψεις εκπαιδευτικών και διαρθρωτικά προβλήματα που απαιτούν ριζικές μεταρρυθμίσεις.
© EPA / Yoan Valat

Γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα: κοινωνικές ανισότητες, ελλείψεις εκπαιδευτικών και διαρθρωτικά προβλήματα που απαιτούν ριζικές μεταρρυθμίσεις.

Οι εκθέσεις, οι διεθνείς έρευνες (όπως το PISA) και μερικά από τα αιτήματα των συνδικάτων αναδεικνύουν αρκετές διαρθρωτικές αδυναμίες στο σύστημα δημόσιας παιδείας της Γαλλίας. Μία από αυτές είναι η έλλειψη προσωπικού που οφείλεται κυρίως στη μη ελκυστικότητα των επαγγελμάτων που σχετίζονται με το δημόσιο σχολείο. Παρά τους σχετικά ικανοποιητικούς μισθούς (από 2.120 καθαρά για τους νεοδιοριζομένους έως 3.800 για τους γυμνασιάρχες), τα σχολεία δυσκολεύονται να προσλάβουν και να αντικαταστήσουν τους απόντες καθηγητές, με αποτέλεσμα να καταφεύγουν συχνά σε ανεπαρκώς εκπαιδευμένους συμβασιούχους αναπληρωτές. Αλλά και οι μη συμβασιούχοι, οι μόνιμοι, δεν πολυενδιαφέρονται ούτε έχουν πρόσβαση σε συστηματική δια βίου μάθηση, έναν τομέα στον οποίο η Γαλλία δεν έχει καλές επιδόσεις. Άρα, στο τέλος, λίγοι είναι οι καλά εκπαιδευμένοι τόσο στο επίπεδο της διδακτικής ύλης, όσο και στο επίπεδο του χειρισμού των πολυεθνοτικών τάξεων.

Ένα ακόμη πρόβλημα είναι ότι, παρά την εξισωτική πολιτική, το γαλλικό σύστημα δυσκολεύεται να διασφαλίσει ίσες ευκαιρίες, ευνοώντας τα παραδοσιακά «καλά» σχολεία, ενώ εκείνα των συνοικιών με μεικτό πληθυσμό παραμένουν στάσιμα. Αν και έχουν διοχετευτεί σημαντικοί πόροι προς τα σχολεία με μη ικανοποιητικά ακαδημαϊκά αποτελέσματα, μέχρι τώρα η κατάσταση δεν έχει αλλάξει. Οι διαφορές ανάμεσα στα «καλά» σχολεία και στα «υποβαθμισμένα» σχολεία (τα οποία εντάσσονται στο καθεστώς REP ή REP+ - Réseaux d'Éducation Prioritaire, δηλαδή Δίκτυα Προτεραιότητας στην Εκπαίδευση) αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα στη χώρα: σύμφωνα με τις διεθνείς έρευνες, η Γαλλία συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρώπης όπου η κοινωνική προέλευση των μαθητών επηρεάζει περισσότερο από οπουδήποτε αλλού τις σχολικές τους επιδόσεις. Τα «καλά» σχολεία συγκεντρώνουν παιδιά από μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα (παιδιά στελεχών, γιατρών, καθηγητών) στα οποία το οικογενειακό περιβάλλον έχει ήδη προσφέρει «γενική παιδεία» και οικονομική άνεση για εξωσχολική στήριξη. Τα σχολεία REP / REP+, πολλά από τα οποία βρίσκονται στα προάστια των μεγάλων πόλεων (Παρίσι, Μασσαλία, Λιλ, Λυόν) περιλαμβάνουν μεγάλο ποσοστό μαθητών που προέρχονται από φτωχότερες οικογένειες και αντιμετωπίζουν γλωσσικά και πολιτιστικά εμπόδια. Λόγω του συστήματος μεταθέσεων με μόρια, αυτά τα «δύσκολα» σχολεία, τα οποία πλήττονται συχνότερα από ελλείψεις προσωπικού κατά τη διάρκεια της χρονιάς, στελεχώνονται κυρίως από νεοδιόριστους καθηγητές ή αναπληρωτές με συμβάσεις ορισμένου χρόνου οι οποίοι μόλις συγκεντρώσουν τα απαραίτητα μόρια φεύγουν τρέχοντας για καλύτερες περιοχές. Καθώς το γαλλικό κράτος εφαρμόζει πολιτική «δώσε περισσότερα σε αυτούς που έχουν λιγότερα», στα σχολεία REP+, ο αριθμός των μαθητών ανά τάξη είναι αισθητά μικρότερος (περίπου 20 μαθητές ανά σχολική τάξη στο γυμνάσιο-λύκειο, ενώ στην Α' και Β' Δημοτικού οι τάξεις δεν έχουν πλέον πάνω από 12 μαθητές).

Γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα: κοινωνικές ανισότητες, ελλείψεις εκπαιδευτικών και διαρθρωτικά προβλήματα που απαιτούν ριζικές μεταρρυθμίσεις.
© EPA / Yoan Valat

Ωστόσο, η μείωση των μαθητών στα υποβαθμισμένα σχολεία, που επιπλέον παρουσιάζουν συχνότερα κτιριακές φθορές, δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τα τεράστια κοινωνικά προβλήματα και τις ελλείψεις σε υλικοτεχνικές υποδομές. Στα σχολεία REP+, μόλις το 52% των μαθητών καταφέρνει να προχωρήσει από το γυμνάσιο στο Γενικό Λύκειο: πι υπόλοιποι στρέφονται προς το Επαγγελματικό Λύκειο (Lycée Professionnel), λόγω χαμηλών επιδόσεων στα βασικά μαθήματα (Γαλλικά, Μαθηματικά) ή έλλειψης καθοδήγησης.

Οι πρόσφατες μαθητικές διαμαρτυρίες επανέφεραν στο προσκήνιο προβλήματα θερμομόνωσης και φθορές από βανδαλισμούς, αλλά παραλλήλως, την κακή διαγωγή των μαθητών που προκαλούν ζημιές στους δημόσιους χώρους. Όσο για αίτημα της κατάργησης της επιλογής μαθητών για είσοδο στα ΑΕΙ μέσω της πλατφόρμας Parcoursup, το θεωρώ λανθασμένο: το Parcoursup, μαζί με τις υπηρεσίες επαγγελματικού προσανατολισμμού, εξασφαλίζουν ομαλό πέρασμα από τη δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια και ορθολογική κατανομή στα 75 δημόσια πανεπιστήμια. Επιπλέον, το Parcoursup χρησιμεύει στη μείωση του ποσοστού των πρωτοετών φοιτητών που δεν καταφέρνουν να προαχθούν στο δεύτερο έτος: προς το παρόν, το 40-45% εγκαταλείπουν τις σπουδές τους ή αλλάζουν προσανατολισμό, αφού έχουν σπαταλήσει ανθρώπινους και υλικούς πόρους.

Οι ακτιβιστές δεν αναγνωρίζουν και δεν αναδεικνύουν ποτέ τα μείζονα προβλήματα. Πρόκειται για ιδεολογικές, μεθοδολογικές και άλλες παραμορφώσεις σχετικές με τη διδακτική ύλη και τη διοίκηση οι οποίες υπερβαίνουν τη στρατηγική των δημοσιονομικών πόρων. Το μείζον πρόβλημα στα σχολεία δεν είναι οικονομικό (ο προϋπολογισμός για την εκπαίδευση έχει διπλασιαστεί τα τελευταία σαράντα χρόνια)· είναι διαρθρωτικό. Το σχολείο αποτυγχάνει διότι εφαρμόζει την κληρονομιά του Μάη του ’68: όλες οι αριστερές μεταρρυθμίσεις που έγιναν από τότε οδήγησαν σε πτώση του επιπέδου γνώσεων, σε παραμέληση της διαπαιδαγώγησης, σε κατάρρευση κάθε αυθεντίας και σε διάβρωση του κοσμικού χαρακτήρα του λαϊκού σχολείου. Η διδακτική ύλη έχει ιδεολογικοποιηθεί εδώ και δεκαετίες: η ιστορία και η γεωγραφία διδάσκονται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην προσβάλουν τις εθνοθρησκευτικές μειονότητες, ενώ έχουν εισαχθεί σπουδές και διάλογοι περί φύλου εις βάρος θεμελιωδών μαθημάτων.

Όλες οι μεταρρυθμίσεις έχουν ως προϋπόθεση την αποκατάσταση του κύρους των καθηγητών —πλην όμως, οι καθηγητές είναι κατά 65-70% αριστεροί, οπότε, είτε δεν πιστεύουν στο κύρος του διδάσκοντος, είτε φοβούνται μήπως δείχνοντας διάθεση επιβολής πειθαρχίας χαρακτηριστούν συντηρητικοί. Η πολιτική τοποθέτηση των καθηγητών παίζει ρόλο στη λειτουργία του γαλλικού σχολείου: καθώς οι περισσότεροι βλέπουν την «ισότητα» όχι μόνο μεταξύ μαθητών αλλά και μαθητών-καθηγητών, ανέχονται απουσίες, αγένεια, παραβιάσεις της κοσμικότητας (όταν πρόκειται για μουσουλμάνους μαθητές) και όχι σπάνια ενθάρρυνση του ισλαμικού κοινοτισμού, προσηλυτισμό και έκνομες απαιτήσεις γονέων. Επίσης, αντί για «λιγότερες ώρες», χρειάζεται εντατικοποίηση σε πέντε βασικά μαθήματα —γαλλικά, φυσική, μαθηματικά, ιστορία, γεωγραφία— ελάττωση ωρών σε γλώσσες πέραν των αγγλικών και αναδιάρθρωση του μαθήματος Ηθικής και Πολιτικής Αγωγής που αποτελεί σήμερα ιδεολογικό κήρυγμα το οποίο δεν προσφέρει συνολική ευρωπαϊκή παιδεία. Οι νεαροί Γάλλοι αποφοιτούν από το λύκειο χωρίς να ξέρουν τίποτα για την Ευρώπη και χωρίς καμιά προοπτικής ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Οι μαθητές παραπονιούνται ότι στο λύκειο το πρόγραμμα είναι υπερβολικά φορτωμένο. Πράγματι, τα μαθήματα ξεκινούν στις 8 πμ και τελειώνουν στις 5 μμ ή και στις 6 μμ: οι ώρες διδασκαλίας εβδομαδιαίως είναι κατά μέσον όρο 26,5-30 αλλά υπάρχει διάλειμμα για μεσημεριανό στο εστιατόριο του σχολείου που διαρκεί 1,5-2 ώρες, ενώ θα αρκούσαν 3/4 της ώρας. Η δε Τετάρτη είναι μισή μέρα: τα μαθήματα τελειώνουν νωρίς το μεσημέρι (γύρω στις 12 μ), ώστε οι μαθητές να ασχολούνται με αθλήματα ή καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Η εντατικοποίηση και η επιβολή «σοκ γνώσεων» είναι μύθος.

Όπως σχεδόν παντού στον κόσμο στη Β’ και Γ’ λυκείου, οι μαθητές κάνουν κάποιες επιλογές (τις Spécialités) που σχετίζονται με τον επαγγελματικό τους προσανατολισμό. Αυτά τα μαθήματα εξειδίκευσης καθορίζονται από τις απαιτήσεις της Parcoursup: π.χ. για να μπει κανείς σε Πολυτεχνεία και σχολές Μηχανικών, Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οικονομικών ή στις προπαρασκευαστικές τάξεις (Classes Préparatoires / Prépas) χρειάζονται μαθηματικά· για τις Νομικές σχολές, τις σχολές Πολιτικών Επιστημών (Sciences Po), το Marketing, την Επικοινωνία και Διοίκηση χρειάζεται το μάθημα «Οικονομικές και Κοινωνικές Επιστήμες»· για Ιατρικές, Κτηνιατρικές, Φαρμακευτικές και σχολές Χημικών Μηχανικών, (PASS / LAS) χρειάζονται η φυσικοχημεία και η βιολογία· για τη Δημοσιογραφία και τις Διεθνείς Σχέσεις, τις Ανθρωπιστικές και τις Ιστορικές σπουδές χρειάζονται Ιστορία-Γεωγραφία, Γεωπολιτική και Πολιτικές Επιστήμες. Όλα αυτά είναι απολύτως λογικά.

Γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα: κοινωνικές ανισότητες, ελλείψεις εκπαιδευτικών και διαρθρωτικά προβλήματα που απαιτούν ριζικές μεταρρυθμίσεις.
© EPA / Yoan Valat

Στη Γαλλία, το ποσοστό των μαθητών λυκείου που συνεχίζουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (ΑΕΙ, σχολές μηχανικών, «ειδικές» ανώτατες σχολές υψηλού κύρους κ.λπ.) είναι εξαιρετικά υψηλό: περίπου το 75% με 77% των αποφοίτων Λυκείου (bacheliers) γίνονται δεκτοί και εγγράφονται σε ΑΕΙ αμέσως μετά την αποφοίτησή τους, σε συνάρτηση με το είδος του Baccalauréat τους: από το Γενικό Λύκειο (Bac Général) το 94% των μαθητών συνεχίζει απευθείας στην ανώτατη εκπαίδευση· από το Τεχνολογικό Λύκειο (Bac Technologique) περίπου το 80% των μαθητών συνεχίζει σε ανώτερες σπουδές διετούς ή τριετούς φοιτήσεως, ενώ από το Επαγγελματικό Λύκειο (Bac Professionnel) μόνο το 46% των μαθητών επιλέγει να συνεχίσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ οι υπόλοιποι μπαίνουν κατευθείαν στην αγορά εργασίας. Κάθε χρόνο στη Γαλλία, περίπου 680.000 μαθητές πετυχαίνουν στις εξετάσεις του Baccalauréat. Από αυτούς, πάνω από 540.000 νέοι φοιτητές μπαίνουν στις ανώτατες σχολές κάθε Σεπτέμβριο. Κι εδώ αναφύεται ένα ακόμα πρόβλημα. Ορισμένοι κλάδοι δημιουργούν ανέργους: οι σχολές Τεχνών και Θεατρικών/Κινηματογραφικών Σπουδών (Arts, Arts du Spectacle), Εικαστικών και Μουσικολογίας προσελκύουν χιλιάδες φοιτητές λόγω πάθους, όπως και εκείνες της φιλοσοφίας, ιστορίας της τέχνης, ψυχολογίας, Κοινωνιολογίας και της Ανθρωπολογίας, οι απόφοιτοι των οποίων καταγράφουν χαμηλά ποσοστά απορρόφησης στον ιδιωτικό τομέα ιδιαίτερα όταν δεν συνεχίζουν σε μεταπτυχιακές σπουδές. Παραλλήλως υπάρχουν σχολές της μόδας, όπως η Επικοινωνία ή οι Δημόσιες Σχέσεις, που βγάζουν πολύ περισσότερους αποφοίτους από όσους μπορεί να απορροφήσει η αγορά.

Λόγω των πρόσφατων μεγάλων μαθητικών κινητοποιήσεων, η γαλλική κυβέρνηση ανακοίνωσε έκτακτα κονδύλια και στοχευμένες παρεμβάσεις. Μεταξύ αυτών, 4 δισεκατομμύρια ευρώ για ανακαινίσεις κτιρίων, θέσπιση ανώτατου ορίου 28 μαθητών ανά τάξη στη Β' Λυκείου (η εφαρμογή του μέτρου ξεκινά άμεσα (από το σχολικό έτος 2027) αποκλειστικά στο 50% των σχολείων που εξυπηρετούν τις πιο προβληματικές κοινότητες, προτού επεκταθεί στα υπόλοιπα)· ακύρωση περικοπών και 500 νέες θέσεις εργασίας και κονδύλι 230 εκατομμυρίων ευρώ για τις «Εκπαιδευτικές Πόλεις» (Cités éducatives). Πρόκειται για ένα μεγάλο πρόγραμμα που ενισχύει και συντονίζει τις εκπαιδευτικές δομές (νηπιαγωγεία, δημοτικά, γυμνάσια) σε περίπου 200 υποβαθμισμένες αστικές ζώνες (Quartiers prioritaires de la politique de la ville: QPV), προσφέροντας πόρους για τη στήριξη ενός εκατομμυρίου νέων. Προκειμένου να παραμείνουν οι έμπειροι καθηγητές στα υποβαθμισμένα σχολεία, το κράτος καταβάλλει ειδικά ετήσια επιδόματα: ενδεικτικά, οι εκπαιδευτικοί στα δίκτυα REP+ εισπράττουν bonus ύψους περίπου 4.646 ευρώ ετησίως.

Όλα τα συστήματα είναι ατελή. Για να λειτουργήσουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους χρειάζονται ατομική προσπάθεια, ατομική δέσμευση και πρωτοβουλία. Όταν αναθέτεις την άριστη λειτουργία οποιουδήποτε συστήματος στο υπουργείο ή στο «κράτος», τα προβλήματα συσσωρεύονται άλυτα.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY