- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Μήπως πρέπει να γίνουμε Ρουμανία;
Δεν αρκεί να συζητάμε πόσο θα αυξηθεί ο κατώτατος μισθός ή πόσα χρήματα μπορεί να διαθέσει ο προϋπολογισμός στους διάφορους τομείς
Γιατί η Ελλάδα μένει πίσω στην παραγωγικότητα - Τι πρέπει να αλλάξει για υψηλότερους μισθούς, επενδύσεις και ανάπτυξη.
Κάθε Σεπτέμβριο η Θεσσαλονίκη μετατρέπεται σε σκηνή όπου οι πολιτικοί αρχηγοί παρουσιάζουν το οικονομικό τους αφήγημα για τη χώρα. Η συζήτηση περιστρέφεται συνήθως γύρω από την ακρίβεια, τις φορολογικές ελαφρύνσεις, τις παροχές, τους μικρομεσαίους, τον πρωτογενή τομέα και, αναπόφευκτα, το ύψος των μισθών.
Υπάρχει όμως ένα θέμα που σπάνια βρίσκεται στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης: η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας. Κι όμως, ίσως εκεί βρίσκεται το σημαντικότερο ζήτημα για το πραγματικό ύψος των μισθών και τη μακροχρόνια ευημερία. Δεν αρκεί να συζητάμε πόσο θα αυξηθεί ο κατώτατος μισθός ή πόσα χρήματα μπορεί να διαθέσει ο προϋπολογισμός στους διάφορους τομείς. Πρέπει να αναρωτηθούμε πόση αξία παράγει μία ώρα εργασίας στην Ελλάδα, γιατί η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει τόσο μεγάλη και πώς χώρες που πριν από δεκαπέντε χρόνια βρίσκονταν πολύ πίσω μας κατάφεραν στο μεταξύ να μας ξεπεράσουν.
Το 2025 η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχούσε περίπου στο 54,6% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2010 βρισκόταν στο 71,9%. Δηλαδή, μέσα σε δεκαπέντε χρόνια η Ελλάδα δεν πλησίασε την Ευρώπη· απομακρύνθηκε.
Η σύγκριση με τη Ρουμανία είναι αποκαλυπτική. Το 2010 η ρουμανική παραγωγικότητα βρισκόταν μόλις στο 48,7% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αισθητά χαμηλότερα από την ελληνική. Το 2025 είχε φτάσει στο 76,2%, ξεπερνώντας πλέον καθαρά την Ελλάδα. Δεν πρόκειται απλώς για μια στατιστική ανατροπή. Είναι η εικόνα δύο διαφορετικών παραγωγικών διαδρομών.
Η Ρουμανία αξιοποίησε την ένταξή της στην ευρωπαϊκή αγορά για να προσελκύσει επενδύσεις στη μεταποίηση, στην αυτοκινητοβιομηχανία, στα ηλεκτρονικά και στις υπηρεσίες πληροφορικής. Μαζί με τα ξένα κεφάλαια ήρθαν σύγχρονος εξοπλισμός, τεχνογνωσία, νέες μέθοδοι διοίκησης και πρόσβαση σε μεγαλύτερες αγορές.
Η Ελλάδα, αντίθετα, βγήκε από μια δεκαετία κατά την οποία οι επενδύσεις κατέρρευσαν και σημαντικό μέρος του παραγωγικού της κεφαλαίου απαξιώθηκε. Και εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε δραστηριότητες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας, σε έναν πολυκερματισμένο πρωτογενή τομέα και σε μια οικονομία εξαιρετικά μικρών επιχειρήσεων.
Ο πρωτογενής τομέας δεν είναι το πρόβλημα — η χαμηλή αξία είναι
Η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικά αγροτικά προϊόντα, ισχυρή γεωγραφική ταυτότητα και σημαντικό εξαγωγικό δυναμικό. Το πρόβλημα δεν είναι ότι έχουμε μεγάλο πρωτογενή τομέα. Το πρόβλημα είναι πόση αξία δημιουργούμε γύρω από αυτόν.
Άλλο είναι να εξάγεις χύμα ελαιόλαδο και άλλο να εξάγεις ένα επώνυμο, πιστοποιημένο προϊόν υψηλής ποιότητας. Άλλο να πουλάς μια πρώτη ύλη και άλλο να δημιουργείς γύρω της μεταποίηση, έρευνα, τυποποίηση, branding, logistics και διεθνές δίκτυο διανομής.
Το ίδιο ισχύει και για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η μικρή επιχείρηση αποτελεί βασικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Όταν όμως η οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη σε επιχειρήσεις τόσο μικρές ώστε να δυσκολεύονται να επενδύσουν σε αυτοματοποίηση, έρευνα, εξειδικευμένο προσωπικό, ψηφιακά εργαλεία και εξαγωγές, το μικρό μέγεθος παύει να είναι απλώς χαρακτηριστικό και μετατρέπεται σε παραγωγικό περιορισμό.
Μια οικογενειακή επιχείρηση πέντε ανθρώπων μπορεί να εργάζεται εξαιρετικά σκληρά. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι διαθέτει το κεφάλαιο, την τεχνολογία και την οργάνωση που θα της επιτρέψουν να παράγει την ίδια αξία ανά ώρα με μια μεγαλύτερη, εξαγωγική και τεχνολογικά προηγμένη επιχείρηση.
Η παραγωγικότητα δεν μετρά πόσο κουράζεται ο εργαζόμενος. Μετρά πόσο αποτελεσματικά το οικονομικό σύστημα μετατρέπει την εργασία του σε αξία.
Και τώρα έρχεται η τεχνητή νοημοσύνη
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη. Η οικονομία στην οποία καλείται σήμερα να ανταγωνιστεί η Ελλάδα δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με εκείνη της δεκαετίας του 1980.
Τότε, μια επιχείρηση που διέθετε ένα fax μπορούσε σχεδόν να θεωρείται τεχνολογικά προηγμένη. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια τεχνολογική αλλαγή ασύγκριτα μεγαλύτερης κλίμακας. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι ακόμη ένα εργαλείο. Είναι ένα κύμα που μπορεί να μετασχηματίσει τον τρόπο με τον οποίο παράγουμε, εργαζόμαστε, εκπαιδευόμαστε και συσσωρεύουμε κεφάλαιο.
Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πώς θα μοιάζει η οικονομία σε δέκα ή ακόμη και σε πέντε χρόνια. Αυτό που γνωρίζουμε όμως είναι ότι θα είναι πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση και η ψηφιοποίηση μπορούν να δημιουργήσουν τεκτονικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, στην εκπαίδευση, στην παραγωγή, στη διοίκηση των επιχειρήσεων και στην κατανομή του πλούτου.
Ακριβώς γι' αυτό δεν μπορούμε να συνεχίζουμε να συζητάμε για τον πρωτογενή τομέα ή τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις σαν να πρόκειται να παραμείνουν όπως τις γνωρίζουμε σήμερα.
Η σωστή πολιτική δεν είναι να τις εγκαταλείψουμε. Είναι να αναρωτηθούμε πώς θα επιβιώσουν και θα γίνουν παραγωγικότερες σε αυτό το νέο περιβάλλον.
Πώς θα χρησιμοποιήσει ο αγρότης τεχνολογίες precision agriculture, δεδομένα, αυτοματισμούς και τεχνητή νοημοσύνη; Πώς θα αποκτήσει η μικρή ελληνική επιχείρηση πρόσβαση σε εργαλεία που μέχρι χθες μπορούσαν να διαθέτουν μόνο μεγάλες εταιρείες; Πώς θα αλλάξει το εκπαιδευτικό σύστημα ώστε να προετοιμάζει ανθρώπους για επαγγέλματα που σήμερα ίσως δεν υπάρχουν ακόμη;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα έπρεπε να βρίσκονται στο επίκεντρο μιας σοβαρής πολιτικής συζήτησης.
Γιατί το να υπερασπιζόμαστε απλώς το σημερινό παραγωγικό μοντέλο στο όνομα των μικρομεσαίων, των αγροτών ή οποιασδήποτε άλλης κοινωνικής ομάδας μπορεί να ακούγεται κοινωνικά ευαίσθητο, αλλά μπορεί τελικά να αποδειχθεί το ακριβώς αντίθετο. Αν προστατεύουμε το παρόν χωρίς να προετοιμάζουμε το μέλλον, το κόστος θα το πληρώσει η επόμενη γενιά.
Χρειάζονται επομένως δομικές αλλαγές. Όχι επειδή κάποιος μπορεί σήμερα να προβλέψει με ακρίβεια πώς θα είναι ο κόσμος του 2035 — αυτό είναι αδύνατον. Αλλά επειδή ακριβώς η αβεβαιότητα απαιτεί να δημιουργήσουμε από τώρα τα «αναχώματα» που θα επιτρέψουν στην κοινωνία και στην οικονομία να προσαρμοστούν.
Και αυτό δεν είναι ευθύνη μόνο της εκάστοτε κυβέρνησης. Είναι εξίσου ευθύνη της αντιπολίτευσης. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να περιορίζεται στο ποιος θα υποσχεθεί μεγαλύτερη παροχή ή ποιος θα εμφανιστεί ως καλύτερος προστάτης μιας συγκεκριμένης επαγγελματικής ομάδας.
Χρειαζόμαστε μια πολύ δυσκολότερη συζήτηση: για την παιδεία, την τεχνολογία, το μέγεθος των επιχειρήσεων, την προσέλκυση κεφαλαίων, τη μεταποίηση, την έρευνα, την καινοτομία και τελικά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.
Οι μισθοί είναι αποτέλεσμα, όχι μόνο πολιτική απόφαση
Η συζήτηση αυτή έχει άμεση σχέση με τους μισθούς. Τον Ιανουάριο του 2025 ο συγκρίσιμος κατώτατος μισθός ήταν περίπου 968 ευρώ στην Ελλάδα και 814 ευρώ στη Ρουμανία. Αν κοιτάξει κανείς μόνο αυτόν τον αριθμό, μπορεί να θεωρήσει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πιο μπροστά.
Η εικόνα όμως αλλάζει όταν εξετάσουμε την παραγωγικότητα. Η Ρουμανία έχει ήδη ξεπεράσει την Ελλάδα στην παραγωγή ανά ώρα και η μισθολογική απόσταση μειώνεται ταχύτατα.
Δεν μπορεί μια χώρα να στηρίζει επ’ αόριστον την αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων μόνο σε αποφάσεις για τον κατώτατο μισθό, σε επιδόματα ή σε φορολογικές ελαφρύνσεις. Αυτά μπορεί να είναι αναγκαία για την προστασία των πολιτών και τη μείωση των ανισοτήτων. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν την παραγωγή περισσότερης αξίας.
Η πραγματική πολιτική συζήτηση πρέπει να αφορά το πώς θα αυξηθεί το κεφάλαιο ανά εργαζόμενο, πώς θα μεγαλώσουν οι παραγωγικές επιχειρήσεις, πώς θα συνδεθεί η έρευνα με την αγορά, πώς θα περάσει η ψηφιοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη από τα μεγάλα λόγια στην καθημερινότητα των επιχειρήσεων και πώς θα αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος η παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Γιατί τελικά μια χώρα δεν γίνεται πλουσιότερη επειδή οι πολίτες της δουλεύουν περισσότερες ώρες. Γίνεται πλουσιότερη όταν κάθε ώρα εργασίας δημιουργεί περισσότερη αξία.
Και ίσως αυτό θα έπρεπε να είναι το βασικό ερώτημα προς κάθε πολιτικό αρχηγό που ανεβαίνει στο βήμα της Θεσσαλονίκης: Ποιο είναι το σχέδιό σας ώστε η ελληνική οικονομία του 2035 να μην είναι απλώς μια ακριβότερη εκδοχή της οικονομίας του 2025, αλλά μια πραγματικά παραγωγικότερη οικονομία, ικανή να πληρώνει υψηλότερους μισθούς και να προσφέρει καλύτερες προοπτικές στην επόμενη γενιά;
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Το σχόλιο του πρώην πρωθυπουργού για την παρουσίαση του οικονομικού προγράμματος της ΕΛΑΣ
«Μας ακούσατε και δεν μας αφήσατε στην τύχη μας», δήλωσε ο νεαρός μαθητής
Σήμερα το απόγευμα η ομιλία του στο Ηράκλειο
«Η συνταγή είναι γνωστή, δοκιμασμένη και αποτυχημένη», δήλωσε ο υπουργός Επικρατείας
Οι Έλληνες είναι τόσο ανόητοι που, παρότι δεν έχουν λεφτά, αγοράζουν ακριβά προϊόντα που σπανίως είναι αισθητά καλύτερα από τα φτηνότερά τους
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αποτελεί μηχανισμό επιθετικής προβολής ισχύος, αλλά μηχανισμό ενίσχυσης της αποτρεπτικής ικανότητας της Ελλάδας απέναντι σε μια πιθανή επίθεση.
Πώς σχολιάζει το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛΑΣ
«Το ΠΑΣΟΚ δεν κέρδισε μόνο το μυαλό του ελληνικού λαού, κέρδισε και την καρδιά του» σημειώνει
«Τα έργα δεν σταματούν - Κυβέρνηση και Περιφέρεια αλλάζουν την εικόνα της Αττικής», τόνισε ο Μητοστάκης
Δεν αρκεί να συζητάμε πόσο θα αυξηθεί ο κατώτατος μισθός ή πόσα χρήματα μπορεί να διαθέσει ο προϋπολογισμός στους διάφορους τομείς
«Και οι τέσσερις αρχές της 3ης του Σεπτέμβρη παραμένουν επίκαιρες. Απαιτούν, όμως, νέο περιεχόμενο» σημειώνει ο πρώην πρωθυπουργός
«Δεν αμφισβητούμε την αξία των εξετάσεων. Μια δύσκολη μέρα δεν μπορεί να ακυρώνει χρόνια προσπάθειας»
Η 3η Σεπτεμβρίου και οι σταθμοί της πολιτικής παρουσίας
Γιατρός και κόρη πρώην υπουργού
«Αν το περιφερειακό πρόγραμμα παραμείνει ως έχει, θα καταλήξει ένα κενό πουκάμισο» προειδοποιεί
Με αφορμή τις εξαγγελίες του πρώην πρωθυπουργού
Πρόγραμμα με «άρωμα» Θεσσαλονίκης
Σε 1,7 εκατομμύρια ανήλθαν οι έλεγχοι
Τι αναφέρει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.