Πολιτικη & Οικονομια

Το ελληνικό παράδοξο του κατώτατου μισθού

Η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της ΕΕ ως προς την αναλογία κατώτατου προς μέσο μισθό – Πώς το «διαβάζει» αυτό το ΚΕΦΙΜ

loukas-velidakis.jpg
Λουκάς Βελιδάκης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Το ελληνικό παράδοξο του κατώτατου μισθού

Η Ελλάδα εμφανίζεται πρωταθλήτρια Ευρώπης στον κατώτατο μισθό ως ποσοστό του μέσου μισθού. Για το ΚΕΦΙΜ όμως «οι πραγματικοί μισθοί δεν αυξάνονται με έναν νόμο και ένα άρθρο»

Από την 1η Απριλίου 2026, ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα ανέβηκε στα 920 ευρώ μεικτά. Σε σωρευτικούς όρους από το 2019, η αύξηση φτάνει το 41,54%. Ένα policy brief του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) θέτει ερωτήματα που η ανακοίνωση δεν απαντά. 

Η μελέτη βασίζεται σε επισκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας γύρω από τον κατώτατο μισθό και τις επιπτώσεις του στην απασχόληση, τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα, καθώς και στην εφαρμογή των σχετικών πολιτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικά στην Ελλάδα. 

Το πρώτο ερώτημα είναι αριθμητικό. Βάσει στοιχείων της Eurostat, η Ελλάδα έχει την υψηλότερη αναλογία κατώτατου προς μέσο μισθό σε ολόκληρη την ΕΕ. «Αυτή τη στιγμή ο κατώτατος μισθός είναι στο 63% του μέσου μισθού» λέει ο Χρήστος Λούκας, βοηθός ερευνητικών προγραμμάτων του ΚΕΦΙΜ και συντάκτης της μελέτης.

«Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μικρή απόκλιση μεταξύ του κατώτατου και του μέσου μισθού. Και είναι το υψηλότερο -και με κάποια διαφορά- σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες». Για σύγκριση, η Πολωνία έπεται με 56% και η Γαλλία με 48%.

Το ελληνικό παράδοξο του κατώτατου μισθού

Ταυτόχρονα, σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ο ελληνικός κατώτατος είναι ο 13ος υψηλότερος στην Ένωση.

Το ελληνικό παράδοξο του κατώτατου μισθού

Ο Νίκος Ρώμπαπας, πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, εξηγεί πώς φτάσαμε εδώ: «Το '19 ήταν 52% και το '24 είναι 63%. Μιλάμε για μια αύξηση πάνω από 10 ποσοστιαίες μονάδες. Αυξάνεται επειδή αυξάνεται ο κατώτατος μισθός, περισσότερο απ' ό,τι επειδή πέφτει ο μέσος. Καθώς ο κατώτατος ανεβαίνει, ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των εργαζομένων καταλήγει απλώς να πληρώνεται με τον κατώτατο μισθό. Υπάρχει μια κυβερνητική πολιτική από το '19 που υπόσχεται αυξήσεις στον κατώτατο - όντως τον ανεβάζει σημαντικά. Τα μέσα εισοδήματα όμως δεν καθορίζονται με έναν νόμο και ένα άρθρο. Καθορίζονται από την εξέλιξη της οικονομίας και της παραγωγικότητας. Αν δεν εξελιχθεί η παραγωγικότητα, οι μισθοί παραμένουν λίγο-πολύ σταθεροί».

Τα 40 ευρώ που δεν είναι 40 ευρώ

Υπάρχει και η λεπτομέρεια που συνήθως χάνεται στην ανακοίνωση. Από την ονομαστική αύξηση των 40 ευρώ, ο εργαζόμενος λαμβάνει καθαρά 29,73 ευρώ. Η συνολική επιβάρυνση για τον εργοδότη φτάνει τα 48,72 ευρώ. Τα υπόλοιπα 18,99 ευρώ πηγαίνουν στο κράτος μέσω εισφορών και φόρων - περίπου το 39% της συνολικής επιβάρυνσης. Μόνο για το Δημόσιο, η σχετική επιβάρυνση για το 2026 εκτιμάται στα 358 εκατ. ευρώ. «Η αποτελεσματικότητα μιας αύξησης του κατώτατου μισθού δεν εξαρτάται μόνο από το ονομαστικό της ύψος» σημειώνει η μελέτη, «αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο το κράτος επιδρά στη μετάφρασή της σε πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα».

«Έχεις εργαζόμενους οι οποίοι μπορεί να μην έχουν εμπειρία, να μην έχουν άλλες δεξιότητες, και τους εμποδίζεις από το να έχουν μία απασχόληση η οποία θα ήταν μεν χαμηλόμισθη, αλλά θα ήταν απασχόληση, σε σχέση με το να είναι άνεργοι και να ζουν από κάποιο επίδομα» λέει κ. Λούκας.

«Αυτό που συμβαίνει δεν είναι μόνο ότι χάνουν μια δουλειά. Είναι ότι έχεις ανθρώπους που βρίσκονται διαρκώς εκτός αγοράς εργασίας. Π.χ. να είναι μετανάστες που έρχονται στην Ελλάδα και δεν μπορούν να βρουν δουλειά γιατί ο κατώτατος μισθός είναι ψηλά», τονίζει και συμπληρώνει: «Ορισμένες οικονομετρικές μελέτες έχουν δείξει ότι αυτό μπορεί να επηρεάσει και τη δημιουργία θέσεων εργασίας στο μέλλον, γιατί κόβεις από το κεφάλαιο που θα μπορούσε να μείνει στην εταιρεία για επενδύσεις. Ιδιαίτερα σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν μπορούν να το υποστηρίξουν τόσο εύκολα». 

Το ελληνικό παράδοξο του κατώτατου μισθού
Ο Νίκος Ρώμπαπας και ο Χρήστος Λούκας στα γραφεία του ΚΕΦΙΜ

Πώς ανεβαίνουν οι μισθοί;

Για τον κ. Ρώμπαπα, το ζήτημα έχει δομικό χαρακτήρα. «Για να ανέβουν οι μισθοί πρέπει να ανέβει η παραγωγικότητα, που έχει δύο κομμάτια. Το ένα είναι πόσες μονάδες παράγει ένας εργαζόμενος ανά ώρα. Το δεύτερο, επίσης πολύ σημαντικό, είναι πόσο πουλάει η επιχείρηση το προϊόν. Ένας υπάλληλος μπορεί να παράγει τις ίδιες μονάδες ανά ώρα, αλλά αν η τιμή πώλησης αυξηθεί, η παραγωγικότητά του σε αξία αυξάνεται. Αντίστοιχα, μπορεί η τιμή να παραμένει σταθερή, αλλά να παράγει περισσότερες μονάδες. Και τα δύο μπορούν να γίνουν. Η αύξηση των τιμών καθορίζεται από την αγορά. Για την αύξηση όμως των μονάδων παραγωγής χρειάζονται επενδύσεις. Δεν μπορείς να αυξήσεις την ποσότητα που παράγει ένας εργαζόμενος με κάποιον μαγικό τρόπο. Πρέπει να γίνουν επενδύσεις για να αυξηθεί η παραγωγικότητα, να αυξηθεί η κερδοφορία, και έπειτα ένα μέρος από την κερδοφορία να περάσει στους υπαλλήλους».

Η αύξηση αυτή δεν είναι η τελευταία. Με τον νόμο 5163/2024, η Ελλάδα έχει ενσωματώσει την ευρωπαϊκή οδηγία που ενισχύει μια λογική διαρκούς αναπροσαρμογής. Ο στόχος της κυβέρνησης παραμένει στα 950 ευρώ το 2027.

«Ο λόγος που συμβαίνει αυτό πιστεύω ότι είναι καταρχάς πολιτικός», λέει ο κ. Λούκας. «Τα οφέλη σε κάποιον που παίρνει τον κατώτατο μισθό είναι πολύ ξεκάθαρα: έχει περισσότερα χρήματα απ' ό,τι είχε πριν. Οι επιδράσεις όμως που έχει αυτό στην ευρύτερη οικονομία δεν είναι ξεκάθαρες, δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές από τους υπόλοιπους. Τα λογικά βήματα για το πώς ο κατώτατος μισθός επηρεάζει την απασχόληση είναι αρκετά. Οπότε κάποιος που δεν τα βλέπει άμεσα ή δεν τον ενδιαφέρει να ασχοληθεί, δεν ψηφίζει βάσει αυτού. Επειδή όλα τα κόμματα έχουν μια πολιτική διαρκούς αύξησης του κατώτατου μισθού, περνάνε στον κόσμο την προσέγγιση ότι μπορείς να λύσεις σημαντικά οικονομικά προβλήματα απλά νομοθετώντας τα. Αυτό δημιουργεί ανθρώπους εξαρτημένους από το κράτος, τόσο στη συμπεριφορά τους όσο και στο πώς πιστεύουν ότι λειτουργεί ο κόσμος».

«Αυτό είναι μια κυβερνητική απόφαση που θέλει να δείξει ότι αυξάνει τα εισοδήματα. Στην πραγματικότητα όμως δεν αυξάνει τα εισοδήματα, αυξάνει τον βασικό μισθό», προσθέτει ο κ. Ρώμπαπας.

«Είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Τα εισοδήματα θα αυξηθούν μόνο όταν οι εταιρείες έχουν κίνητρα να επενδύσουν και να έχουν κέρδη. Όταν έρχεται το κράτος και βάζει περιορισμούς -είτε ορίζοντας τον κατώτατο μισθό είτε ορίζοντας το περιθώριο κέρδους σε προϊόντα και καύσιμα- δεν πετυχαίνει τίποτα. Το κάνει στη λογική να δείξει ότι καταπολεμά την ακρίβεια, αλλά δεν την καταπολεμά, γιατί δεν δημιουργεί το περιθώριο κέρδους την ακρίβεια. Οι πραγματικοί μισθοί δεν αυξάνονται με έναν νόμο και ένα άρθρο. Αυξάνονται κυρίως μέσω της αύξησης των επενδύσεων και της παραγωγικότητας». 

Στην ΕΕ, πέντε χώρες -Δανία, Ιταλία, Αυστρία, Σουηδία, Φινλανδία- δεν έχουν νομοθετημένο κατώτατο μισθό, αλλά συλλογικές συμβάσεις που στην Ιταλία καλύπτουν το 100% του εργατικού δυναμικού, στην Αυστρία το 98%.

«Δεν θεωρώ ότι στη μακροχρόνια πορεία της ελληνικής οικονομίας, ο κατώτατος μισθός είναι αυτός που θα αυξήσει σημαντικά το βιοτικό επίπεδο», επισημαίνει ο κ. Λούκας και καταλήγει: «Υπάρχουν πάρα πολλές ανεπτυγμένες χώρες, πολλές αμερικανικές πολιτείες ή κράτη του Κόλπου που δεν έχουν καν νομοθετημένο κατώτατο μισθό. Και αυτό δεν έχει οδηγήσει σε κάποια οικονομική εξαθλίωση, όπως συχνά παρουσιάζεται».

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY