Τέσσερις άντρες, ψημένοι από τη ζωή, σε μια επαρχιακή ταβέρνα, σιωπηλοί και συνοφρυωμένοι, να κοιτάζουν και να δοξάζουν το πουλί τους στημένο στο κέντρο του εορταστικού τραπεζιού
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Σε βλέπω
Παρά τη βροχή, συνέχισες απτόητη, ατρόμητη, με το μπαστούνι-πι στο ένα χέρι και το τσιγαράκι στο άλλο, να διασχίζεις τον δρόμο σαν να ήσουν αδιάβροχη
«Υπάρχει Θεός!» αναφώνησα! Κάποιος (νόστιμος) ΔΙΑΒΑΖΕΙ, και μάλιστα σε καφέ
Οι πωλητές θέλουν να πουλήσουν το σπιτάκι τους πανάκριβα. Οι αγοραστές δεν έχουν λεφτά. Κάθονται, λοιπόν, και κοιτάζονται, βάζοντας στοιχήματα ποιανού τα νεύρα θα σπάσουν πρώτα
Μόλις είδες το ρομπότ-φύλακα δεν τρόμαξες σαν κι εμένα. Απλώς κάθισες δίπλα του και το περιεργαζόσουν
Μια διάλεξη, λίγα κομφετί και ίσως το τέλος μιας εποχής
Πήγαν και απίθωσαν κάτι τιτανοτεράστια κοντέινερ ανακύκλωσης· στη μόστρα τα βάλανε, να τα τρως στη μάπα και να μη βλέπεις την ανοιχτωσιά και το ελάχιστο πράσινο που απομένει
«Της μάνας μου ήταν. Πέθανε, δεν την έχασα. Αυτά μου άφησε».
Χτυπούσες τα φτερά σου στα τζάμια των παραθύρων. Δεν είναι αυτό που νομίζεις, αγάπη μου. Δεν τα ’φτιαξαν για να επικοινωνείς με το έξω. Για να σε κλείσουν μέσα τα σχεδίασαν.