Έλληνες που μετανάστευσαν για μια καλύτερη ζωή στο εξωτερικό
Έλληνες που μετανάστευσαν για μια καλύτερη ζωή στο εξωτερικό
Κοινωνια

Επτά ιστορίες Ελλήνων που έφυγαν για μια καλύτερη ζωή στο εξωτερικό

Το νέο κύμα φυγής των Ελλήνων μέσα από προσωπικές ιστορίες
Μαριάννα Μανωλοπούλου
Μαριάννα Μανωλοπούλου
24’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Ανάμεσα σε δύο πατρίδες: Έλληνες που μετανάστευσαν στο εξωτερικό — και βρήκαν κάτι πιο σύνθετο

Από τη Ραφήνα στο Άλκμαρ της Ολλανδίας, η Νινόν Μαυράκη ζει τα τελευταία χρόνια χτίζοντας μια νέα καθημερινότητα ανάμεσα στη μητρότητα, την εργασία και τη ζωή σε μια διαφορετική χώρα. Ο Δημήτρης Νικολουτσόπουλος άφησε το Ηράκλειο της Κρήτης το 2012, σε ηλικία 26 ετών, για να κάνει μεταπτυχιακό στην Ολλανδία – μια απόφαση που τότε έμοιαζε προσωρινή, αλλά τελικά έγινε μόνιμη. Η Αναστασία Στέφα μετακόμισε το 2013 από το Παγκράτι στη Βιέννη, μόλις 15 ετών, αφήνοντας πίσω φίλους, συνήθειες και μια γλώσσα που καταλάβαινε χωρίς προσπάθεια.

Ο Γιάννης Γιαννακόπουλος έφυγε από την Αθήνα στα 27 του για το Λονδίνο αναζητώντας επαγγελματικές ευκαιρίες, ενώ η Ευγενία Δημητριάδου άφησε τη Θεσσαλονίκη γύρω στα 25 της για την Αμερική, ακολουθώντας την ανάγκη να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό. Ο νεότερος της παρέας, ο Ορέστης Παπαγεωργίου, 23 ετών, άφησε πρόσφατα τα Πεύκα Θεσσαλονίκης και δοκιμάζει σήμερα τα όριά του στη Νορβηγία, ενώ η Αικατερίνη Πανοπούλου ακολούθησε τον δρόμο της επιστήμης στο εξωτερικό μετά τις σπουδές της στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, για να επιστρέψει τελικά στην Ελλάδα, φέρνοντας μαζί της εμπειρία και γνώση.

Επτά ιστορίες διαφορετικές, αλλά ενωμένες με ένα κοινό νήμα: την αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, μιας αληθινής θέσης στον κόσμο, ενός «ανήκειν» που συχνά κρέμεται ανάμεσα σε δύο πατρίδες, δύο γλώσσες, δύο τρόπους να νιώθεις στο σπίτι σου.

Και δεν είναι οι μόνοι. Σύμφωνα με την εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ για τα μεταναστευτικά ρεύματα, το 2024 έφυγαν από την Ελλάδα προς το εξωτερικό 78.014 άτομα για τουλάχιστον 12 μήνες, ενώ το 2023 ο αριθμός αυτός έφτασε τις 86.775. Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται ιστορίες σαν κι αυτές – προσωπικές διαδρομές γεμάτες αποφάσεις, αποχωρισμούς, με την ελπίδα μιας νέας αρχής.

Οι Έλληνες που έφυγαν και η ζωή που έχτισαν αλλού

Νινόν Μαυράκη
Νινόν Μαυράκη

Από τη Ραφήνα στην Ολλανδία | Η ιστορία της Νινόν Μαυράκη

Νινόν Μαυράκη
Νινόν Μαυράκη

Από τη Ραφήνα στην Ολλανδία | Η ιστορία της Νινόν Μαυράκη

Η 36χρονη Νινόν Μαυράκη από τη Ραφήνα ζει τα τελευταία χρόνια στο Άλκμαρ της Ολλανδίας. Η απόφαση να φύγει από την Ελλάδα ήρθε λίγο πριν κλείσει τα 26, σε μια περίοδο που ένιωθε πως δεν υπήρχαν προοπτικές για εκείνη εδώ. «Έβλεπα ότι η καριέρα μου δεν μπορούσε να ανθήσει στην Ελλάδα και δεν ήθελα να φτάσω 30 χρονών, έχοντας πτυχίο και μεταπτυχιακό, και να μην έχω λεφτά να πάω για έναν καφέ ή να πρέπει να βρω μια δουλειά πολύ κατώτερη του πτυχίου μου. Ένιωθα πως είχα φτάσει σε αδιέξοδο και ήθελα να ξεφύγω απ’ αυτό».

Πριν πάρει τελικά την απόφαση να φύγει, είχε ήδη περάσει κάποια χρόνια αναζητώντας τον δρόμο της στην Ελλάδα. Σπούδασε στην Πάτρα με εξειδίκευση στη θαλάσσια βιολογία. Η καθημερινότητά της τότε ήταν «μάλλον μονότονη», γεμάτη αιτήσεις για διδακτορικά, προετοιμασία φακέλων και μια διαρκή αναζήτηση ευκαιριών. Όμως οι θέσεις που την ενδιέφεραν δεν πρόσφεραν μισθό. «Όταν συνειδητοποίησα ότι θα έπρεπε να κάνω διδακτορικό χωρίς μισθό, κατάλαβα πως έπρεπε να φύγω». Έτσι, μετακόμισε στο Βέλγιο για το διδακτορικό της και αργότερα η ζωή την οδήγησε στην Ολλανδία για πιο προσωπικούς λόγους, καθώς εκεί γνώρισε τον σύζυγό της.

Σήμερα, δέκα χρόνια μετά –τέσσερα στο Βέλγιο και έξι στην Ολλανδία– θυμάται αυτό που τη φόβιζε περισσότερο στην αρχή πριν φύγει. Ήταν η απόσταση από τους δικούς της ανθρώπους – ένας φόβος που τελικά επιβεβαιώθηκε. «Η φυσική απόσταση σε αποξενώνει και καμιά φορά σου στοιχίζει και φιλίες», παραδέχεται, ενώ η μοναξιά των πρώτων μηνών υπήρξε έντονη. Έθεσε τότε ένα προσωπικό όριο: «Είπα πως, αν μέσα σε έναν χρόνο ήμουν πραγματικά δυστυχισμένη, θα επέστρεφα». Αυτό λειτούργησε σαν πρόκληση και της έδωσε δύναμη να επιμείνει.

Ωστόσο η απόσταση δεν έπαψε να αφήνει το αποτύπωμά της στην καθημερινότητά της, ιδιαίτερα τώρα που έχει δημιουργήσει τη δική της οικογένεια. Η έλλειψη υποστήριξης με τα παιδιά και η προσπάθεια να διατηρήσει την ελληνική γλώσσα και τις παραδόσεις βαραίνουν κυρίως την ίδια. Ταυτόχρονα, η απόσταση δυσκολεύει και τη σχέση των παιδιών με τους παππούδες. «Το να κρατήσω ζωντανές τις ελληνικές παραδόσεις και να τις περάσω στα παιδιά μου βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σ’ εμένα. Το να μεγαλώνεις τα παιδιά σου ουσιαστικά χωρίς αυτό το υποστηρικτικό περιβάλλον δεν είναι εύκολο. Επίσης, το να χτίσουν οι δικοί μου μια εξ αποστάσεως σχέση με τα εγγόνια τους, όταν αυτά δεν μιλάνε ακόμα πολύ καλά ελληνικά, γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Αυτό είναι με έναν τρόπο το τίμημα της επιλογής μου να φύγω στο εξωτερικό».

Και κάποιες φορές, η απόσταση δεν σημαίνει μόνο δυσκολίες στην καθημερινότητα, αλλά και στιγμές που χάνονται για πάντα. «Δεν κατάφερα να είμαι στην κηδεία κανενός από τους παππούδες μου», λέει, αναγνωρίζοντας πως κάποια πράγματα απλώς πρέπει να τα αποδεχτείς.

Ωστόσο, δηλώνει χαρούμενη που γέννησε τα παιδιά της στην Ολλανδία. Όπως επισημαίνει, «Εδώ το σύστημα είναι πιο προσανατολισμένο στον φυσικό τοκετό, πολλές γυναίκες επιλέγουν να γεννήσουν στο σπίτι τους, ενώ η νοσηλεία είναι απαραίτητη μόνο αν κάτι δεν πάει καλά. Δεν γέννησα στο σπίτι, αλλά και πάλι η εμπειρία μου ήταν πολύ πιο προσωπική σε σχέση με αυτήν φίλης που γέννησε στην Ελλάδα».

Η ζωή στο εξωτερικό αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο χτίζονται οι ανθρώπινες σχέσεις. «Έχω μόνο μία Ελληνίδα φίλη εδώ, την οποία γνωρίζω από το πανεπιστήμιο στην Πάτρα. Κατά τα άλλα, δεν αναζητώ απαραίτητα νέες φιλίες και ειδικά με Έλληνες, αλλά περισσότερο με ανθρώπους που βρίσκονται σε παρόμοια φάση ζωής μ’ εμένα, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους. Δεν είναι πάντα εύκολο να δημιουργήσεις νέες σχέσεις. Πέρα από τον σύζυγό μου, που είναι Ολλανδός και αποτελεί την πιο δυνατή και ουσιαστική μου σχέση, έχω και φίλες με τις οποίες μοιραζόμαστε πολλά κοινά βιώματα, για παράδειγμα είμαστε μαμάδες, παντρεμένες με Ολλανδούς αλλά δεν είμαστε από εδώ».

Παράλληλα με την οικογενειακή ζωή και τον κοινωνικό περίγυρο, το εξωτερικό τής άνοιξε και σημαντικές επαγγελματικές προοπτικές. Η έρευνά της στον τομέα των θαλάσσιων κατασκευών ανανεώσιμης ενέργειας βρίσκει πεδίο ανάπτυξης στο εξωτερικό, κάτι που, όπως σημειώνει, δεν θα μπορούσε να συμβεί στην Ελλάδα. «Εδώ παίρνουμε πολύ καλές χρηματοδοτήσεις για ερευνητικά προγράμματα, είτε από το κράτος είτε από την ΕΕ είτε από ιδιωτικές εταιρείες. Δεν μπορώ να συγκρίνω άμεσα τη δουλειά που κάνω εδώ με την Ελλάδα, καθώς η ειδικότητά μου δεν θα είχε εφαρμογή εκεί – ειδικεύομαι στην έρευνα κατασκευών ανανεώσιμης ενέργειας στη θάλασσα και στην εκτίμηση των επιπτώσεών τους στο θαλάσσιο περιβάλλον. Προφανώς, τέτοιες κατασκευές δεν υπάρχουν στην Ελλάδα».

Η ζωή στο εξωτερικό επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την ταυτότητά του. «Θεωρώ πως όσο περισσότερο μένω στο εξωτερικό, τόσο πιο πολύ Ολλανδή γίνομαι και, αντίστοιχα, λίγο λιγότερο Ελληνίδα. Παρ’ όλα αυτά, δε νιώθω 100% Ολλανδή…Το αίσθημα ότι δεν ανήκεις ουσιαστικά πουθενά είναι πολύ δύσκολο, αλλά μαθαίνεις να ζεις μ’ αυτό, και θεωρώ ότι το βιώνουν όλοι όσοι φεύγουν από τη χώρα τους».

Αυτή η εσωτερική μετατόπιση επηρεάζει αναπόφευκτα και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται πλέον την ίδια την έννοια της πατρίδας. «Η χώρα μου δεν μπορούσε να με κρατήσει», λέει. «Οι Έλληνες είμαστε πολύ περήφανος λαός – για την κληρονομιά μας και για όσα κατάφεραν οι πρόγονοί μας. Και αυτή η περηφάνια είναι που κάνει την Ελλάδα πατρίδα μας. Για την Ελλάδα τού σήμερα, όμως, προσωπικά δεν είμαι περήφανη. Αυτό με έκανε να φύγω για το εξωτερικό. Η χώρα μου δεν μπορούσε να με κρατήσει εφόσον δεν μου πρόσφερε όσα ήθελα. Κι έτσι η έννοια της πατρίδας έχασε μεγάλο μέρος της βαρύτητάς της για μένα».

Παρά τις αλλαγές αυτές, η ζωή της σήμερα έχει βρει τη δική της ισορροπία και η Νινόν δηλώνει ικανοποιημένη. «Είναι κάτι παραπάνω απ’ αυτό που φανταζόμουν». Δεν σκοπεύει να επιστρέψει μόνιμα στην Ελλάδα, αν και μια ανησυχία παραμένει: οι γονείς της μεγαλώνουν και εκείνη δεν είναι εκεί.

Ίσως γι’ αυτό, έπειτα από τόσα χρόνια μακριά, έχει επαναπροσδιορίσει και το τι σημαίνει για την ίδια πετυχημένη ζωή.

«Να ακολουθείς τα όνειρά σου και να τολμάς να προχωράς μπροστά, ακόμα κι αν αυτό φαντάζει τρομακτικό».

Κι αν γύριζε τον χρόνο πίσω, θα το έκανε ξανά; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: «Ναι, ναι και πάλι ναι».

Δημήτρης Νικολουτσόπουλος
Δημήτρης Νικολουτσόπουλος

Από το Ηράκλειο της Κρήτης στην Ολλανδία | H ιστορία του Δημήτρη Νικολουτσόπουλου

Δημήτρης Νικολουτσόπουλος
Δημήτρης Νικολουτσόπουλος

Από το Ηράκλειο της Κρήτης στην Ολλανδία | H ιστορία του Δημήτρη Νικολουτσόπουλου

Γεννημένος στην Αθήνα, ο 40χρονος σήμερα Δημήτρης Νικολουτσόπουλος πέρασε τα φοιτητικά του χρόνια στο Ηράκλειο, σπουδάζοντας Φυσική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Η ζωή εκεί ήταν χαλαρή, γεμάτη παρέες και εξορμήσεις, αλλά η αίσθηση ελλιπούς προετοιμασίας και το κλίμα της εποχής τον οδήγησαν το 2012, στα 26 του, στην απόφαση να φύγει για μεταπτυχιακό στην Ολλανδία, χωρίς να σκέφτεται πολύ το μέλλον και χωρίς πρόθεση να παραμείνει στη χώρα.

«Το 2010 και το 2011 η οικονομική κρίση ήταν ιδιαίτερα αισθητή… η ανεργία στους νέους έφτανε περίπου το 30%». Βλέποντας τη δυσκολία των συμφοιτητών του να βρουν δουλειά, άρχισε να αναζητά διέξοδο. «Με την παρότρυνση της μητέρας μου και τη βοήθεια του καθηγητή μου Κώστα Φωτάκη, αποφάσισα να κάνω το βήμα». Ήταν μια απόφαση καθαρά λογική: «Λογική. Μόνο. Το συναίσθημα τότε με τραβούσε πίσω».

Με αυτή την αφετηρία και χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες, έκανε το επόμενο βήμα.

«Αναζητούσα ένα καλύτερο επαγγελματικό μέλλον κι αυτό μου το προσέφερε η Ολλανδία».

Η καθημερινότητά του εκεί είναι σταθερή και προβλέψιμη. «Η ζωή μου κυλάει ήρεμα, χωρίς αγωνίες και απρόοπτα. Είναι ένα μέρος όπου μπορώ να δω το μέλλον και να προγραμματίσω την επόμενη δεκαετία χωρίς φόβο». Το κομμάτι της κοινωνικής ζωής είναι πιο περιορισμένο, αλλά, όπως λέει, «δεν τον πειράζει και τόσο».

Επαγγελματικά δραστηριοποιείται στις υψηλές τεχνολογίες και τη βιομηχανία ημιαγωγών, έναν κλάδο που στην Ολλανδία αναπτύσσεται συνεχώς, σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου –όπως τονίζει– «δεν υπάρχει σοβαρή στόχευση, σχέδιο και χρηματοδότηση». Παράλληλα, έχει αλλάξει και ο τρόπος που αξιοποιεί τον ελεύθερο χρόνο του. «Στην Ελλάδα ο χρόνος μου περνούσε κυρίως με παρέες. Αυτό άλλαξε πολύ». Σήμερα έχει μπει η έννοια του δημιουργικού χρόνου στη ζωή του, με την ξυλουργική να αποτελεί βασική του ενασχόληση.

Βέβαια, στην πορεία του συνάντησε δυσκολίες που δεν θα μπορούσε να είχε φανταστεί, στις οποίες όμως κατάφερε να αντεπεξέλθει. Αυτό που τον φόβιζε περισσότερο ήταν «το άγνωστο» και το ν’ αφήσει πίσω «τον μικρό κόσμο που είχε φτιάξει στα μέτρα του». Στην πράξη, η μεγαλύτερη πρόκληση αποδείχθηκε πως ήταν διαφορετική: «το να εκφραστώ στα αγγλικά και να επικοινωνήσω με ανθρώπους από τελείως διαφορετικές κουλτούρες». Όπως συνειδητοποίησε, «το να μιλάς τη γλώσσα μόνο δεν αρκεί… είναι πολύ πιο πολύπλοκο να εκφράσεις τα συναισθήματά σου». Για να το καταφέρει, κατέφυγε ακόμα και σε αυτοσχέδιες μεθόδους.

«Έβλεπα σειρές με αγγλικούς υπότιτλους, με το σημειωματάριο στο χέρι, και κρατούσα σημειώσεις».

Πέρα από τις πρακτικές δυσκολίες της προσαρμογής, υπήρξαν και στιγμές με έντονο συναισθηματικό βάρος. Η μοναξιά έκανε αισθητή την παρουσία της, το βαρύτερο, όμως, τίμημα ήταν βαθύτερο και υπαρξιακό. «Το μεγαλύτερο προσωπικό τίμημα που πληρώνω είναι ότι με τα χρόνια δημιουργήθηκε μέσα μου η αίσθηση ότι δεν ανήκω πουθενά. Αισθάνομαι πια μακριά από την Ελλάδα και ακόμα μακρύτερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα, ακόμα και από την Ολλανδία, που εδώ και πολλά χρόνια με στεγάζει. Ζω στον κόσμο των expats, Ελλήνων ή μη, που δεν έχει συγκεκριμένο τόπο, και εκεί πια αισθάνομαι καλύτερα από οπουδήποτε».

Κι ενώ η αίσθηση του ανήκειν παραμένει περίπλοκη, η έννοια της πατρίδας εξακολουθεί να έχει δύναμη. «Είναι η αφετηρία μου, οι ρίζες μου, οι παραδόσεις, οι μνήμες… είναι ένα σημείο αναφοράς. Είναι όμως μακριά. Η ζωή μου προχωράει αλλού. Ξένος ήμουν, είμαι και θα είμαι. Δεν με πειράζει. Ζω τη ζωή μου με τον τρόπο που θέλω, κάνω αυτά που θέλω και, ως επί το πλείστον, οι Ολλανδοί και το κράτος με έχουν βοηθήσει και σεβαστεί».

Σήμερα, έπειτα από 14 χρόνια, η σχέση του με την Ελλάδα παραμένει ζωντανή αλλά σύνθετη. «Είναι και θα είναι για πάντα ο τόπος μου», λέει, όμως πλέον τη βλέπει και διαφορετικά: «σαν ένα μέρος όπου η ένταση και το στρες κυριαρχούν… αυτό με κουράζει και με απωθεί». Του λείπει όμως «η ευκολία τού να κανονίσεις κάτι στα γρήγορα».

Το μέλλον παραμένει ανοιχτό. «Δεν έχω βλέψεις να γυρίσω, αλλά δεν το αποκλείω. Ίσως κάποια στιγμή συμβεί, υπό όρους που δεν τους γνωρίζω τώρα. Όσον αφορά το εξωτερικό και τους φόβους μου, μια μεγάλη διαφορά που έχει η ζωή μου εδώ με τη ζωή στην Ελλάδα είναι ότι εδώ δεν έχω δίκτυο και γνωστούς που να μπορούν να με βοηθήσουν ουσιαστικά. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι δεν είμαι από δω, αλλά κυρίως στο ότι η χώρα δεν λειτουργεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Υπάρχει κυρίως σύστημα και όχι γνωριμίες, σε όλα τα επίπεδα. Αυτό με φοβίζει, διότι σε μια δύσκολη στιγμή, κανένας δεν θα με ξελασπώσει».

Ζει «ανάμεσα σε δύο κόσμους», αλλά, αν γύριζε τον χρόνο πίσω, δεν θα άλλαζε τίποτα. «Θα το έκανα ξανά. Έγινα καλύτερος, βλέπω έναν άλλο κόσμο, μαθαίνω – και δεν μετανιώνω για τίποτα».

Αναστασία Στέφα
Αναστασία Στέφα

Από το Παγκράτι στη Βιέννη| Η ιστορία της Αναστασίας Στέφα

Αναστασία Στέφα
Αναστασία Στέφα

Από το Παγκράτι στη Βιέννη| Η ιστορία της Αναστασίας Στέφα

Ζει εδώ και δεκατρία χρόνια στη Βιέννη. Μια πόλη που στην αρχή τής φάνηκε ξένη, κρύα και απαιτητική. Η μετανάστευση της 29χρονης Αναστασίας Στέφα από το Παγκράτι δεν ήταν όνειρο, αλλά ανάγκη. Η μητέρα της είχε ήδη πάρει την απόφαση να φύγουν, ενώ η αδερφή της σπούδαζε ήδη στην Αυστρία. Έτσι, το 2013, στα 15 της, η Αναστασία άφησε πίσω φίλους, συνήθειες, τον ελληνικό ήλιο και μια γλώσσα που καταλάβαινε χωρίς προσπάθεια.

«Η χειρότερη ηλικία… Έχεις ήδη κάνει τις παρέες σου, έχεις αρχίσει να βγαίνεις σιγά σιγά, ίσως έχεις και το πρώτο σου crush… Με το που τελείωσα την τρίτη γυμνασίου, φύγαμε για Βιέννη. Αν και μάθαινα γερμανικά στο σχολείο, δεν με βοήθησαν σχεδόν καθόλου όταν ήρθα εδώ. Δεν καταλάβαινα λέξη. Μόνο “ja” και “nein” μπορούσα να πω…».

Το πολιτισμικό σοκ ήταν μεγάλο. Η προσαρμογή πολύ δύσκολη. Για χρόνια ήθελε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Δεν είχε συνειδητοποιήσει από την αρχή πλήρως πως θα έφευγαν για πάντα. «Το είχα πάρει κάπως χαλαρά, γιατί νόμιζα πως ήταν μια προσωρινή αλλαγή και ότι θα γυρίζαμε πίσω. Και για κάποιον λόγο πίστευα ότι όλα θα ήταν το ίδιο εύκολα όπως στην Αθήνα – κι όταν λέω εύκολα, εννοώ αυτή την απλότητα της καθημερινότητας. Σίγουρα, όμως, το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν η γλώσσα. Έχασα μια χρονιά στο σχολείο γι’ αυτόν τον λόγος χάσει κι άλλη μια χρονιά επειδή πήγαινε σε αθλητικό σχολείο, αποφοίτησε στα είκοσί της, αλλά δεν το έβαλε κάτω. «Το μεγαλύτερο προσωπικό τίμημα ήταν οι φιλίες που έχασα. Δεν ξέρω αν το διαχειρίστηκα ποτέ πραγματικά ή αν απλώς άφησα αυτό το κεφάλαιο να κλείσει σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβω».

Και καθώς οι πρώτοι μήνες περνούσαν, άρχισε να ανοίγεται και σε νέες φιλίες. «Τα τελευταία χρόνια άρχισα να κάνω παρέα και με Έλληνες και το απολαμβάνω πάρα πολύ. Δεν είναι εύκολο να γνωρίσεις ανθρώπους και να ταιριάξεις αμέσως, αλλά μπορώ να πω ότι στάθηκα τυχερή. Τώρα πια έχω βρει τα πατήματά μου, αλλά κάτι που παραμένει δύσκολο είναι το ότι η ελληνική και η αυστριακή κουλτούρα είναι τόσο διαφορετικές».

Μ’ όλες αυτές τις δυσκολίες είναι φυσικό να θυμάται ως πιο καθοριστικές στιγμές τον πρώτο της καλό μισθό και την ενοικίαση του πρώτου της σπιτιού. «Για μένα επιτυχία είναι ότι κατάφερα να ενταχθώ και να ξεκινήσω μια νέα ζωή μακριά από τη χώρα μου – και το ότι έμαθα γερμανικά, μια πολύ δύσκολη γλώσσα».

Σήμερα, βλέπει διαφορετικά την τότε επιμονή της μητέρας της να μείνουν στη Βιέννη. Η καθημερινότητα είναι διαφορετική, η ποιότητα ζωής πιο σταθερή και οι ευκαιρίες περισσότερες. Και μέσα σε αυτό το σταθερό πλαίσιο, ανακάλυψε ότι ο δρόμος της δεν ήταν αυτός που είχε φανταστεί όταν σπούδαζε HR.

«Σε επαγγελματικό επίπεδο, εδώ είναι πιο εύκολο να αλλάξεις κατεύθυνση. Υπάρχουν ευκαιρίες και γενικά υπάρχει δουλειά».

Το online marketing και τα social media ήταν αυτά που τελικά την κέρδισαν. Δούλεψε, έμαθε, εξελίχθηκε.

Σήμερα εργάζεται part time σε εταιρεία digital marketing, κρατώντας παράλληλα χρόνο για το «δεύτερο παιδί» της: ένα online shop χειροποίητων κεραμικών. Παράλληλα, μοιράζεται τη ζωή της στη Βιέννη μέσα από TikTok και YouTube – την καθημερινότητα, τις δυσκολίες, αλλά και όλα όσα έκαναν μια πόλη που κάποτε τη δυσκόλεψε να γίνει τελικά σπίτι της. «Δείχνω τη δουλειά μου, τα supermarket hauls, μαγειρέματα, την πόλη και γενικά τη ζωή μου εδώ. Είναι κάτι που ενδιαφέρει αρκετό κόσμο και γι’ αυτό λαμβάνω πολλά μηνύματα από ανθρώπους που με ρωτάνε πώς μπορούν να μετακομίσουν εδώ, πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι, αν χρειάζονται γερμανικά κτλ. Όσο μπορώ, απαντάω – είναι κάτι που μας φέρνει πιο κοντά».

Αυτό που της λείπει περισσότερο από την Ελλάδα είναι το φαγητό, η χαλαρότητα του να βγεις για έναν καφέ και, κυρίως, το να μιλάς τη γλώσσα σου. «Έχω νιώσει έντονα τη μοναξιά, ειδικά τον πρώτο χρόνο. Η έννοια της πατρίδας έχει πλέον μεγαλύτερη βαρύτητα για μένα απ’ ό,τι παλιά, αν και η ζωή που έχω σήμερα είναι, θα έλεγα, ακόμα καλύτερη απ’ ό,τι φανταζόμουν. Είναι ένα πολύ παράξενο συναίσθημα αυτό του ανήκειν. Όταν είμαι στη Βιέννη, νιώθω ότι ανήκω στην Ελλάδα. Όταν είμαι στην Αθήνα, μου λείπει η ζωή μου στη Βιέννη και νιώθω σαν ξένη εκεί. Νομίζω, μόνο όσοι έχουν μεταναστεύσει μπορούν να το καταλάβουν».

Όσο για το τι απόφαση θα έπαιρνε αν γύριζε τον χρόνο πίσω; «Θα έπαιρνα την ίδια απόφαση. Μπορεί να ήταν δύσκολα στην αρχή, αλλά άξιζε. Έχω χτίσει εδώ τη ζωή μου, το σπίτι μου, γνώρισα τον σύζυγό μου εδώ, έκανα φιλίες… οπότε όχι, δεν θα το άλλαζα. Και σε μεγάλο βαθμό το οφείλω αυτό στη μαμά μου».

Δεν φοβάται πια το μέλλον. Προς το παρόν δεν βλέπει να επιστρέφει στην Ελλάδα, «δεν θα ήξερα τι να κάνω εκεί», εξηγεί. Αλλά ποτέ δεν λέει ποτέ. «Ίσως μεγαλώνοντας να αλλάξω γνώμη. Όσο κι αν αγαπάω την Ελλάδα, αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να με φανταστώ να ζω εκεί. Ίσως αν είχα μια σταθερή δουλειά με καλό μισθό να το σκεφτόμουν, αλλά και πάλι θα ήταν δύσκολο. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ μη λες ποτέ… μπορεί σε μερικά χρόνια ν’ αλλάξω τελείως άποψη και να θέλω να επιστρέψω».

Γιάννης Γιαννακόπουλους
Γιάννης Γιαννακόπουλους

Από την Αθήνα στο Λονδίνο | Η ιστορία του Γιάννη Γιαννακόπουλου

Γιάννης Γιαννακόπουλους
Γιάννης Γιαννακόπουλους

Από την Αθήνα στο Λονδίνο | Η ιστορία του Γιάννη Γιαννακόπουλου

Ο Γιάννης Γιαννακόπουλος, σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας και στα 27 του πήρε την απόφαση να φύγει από την Ελλάδα. Σήμερα είναι κοντά στα 34 και, όπως μου λέει ο ίδιος: «Σίγουρα η ηλικία έπαιξε ρόλο σε έναν βαθμό. Δεν μπορώ να ξέρω τι θα έκανα αν είχα μείνει στην Ελλάδα μέχρι τώρα, αλλά το ότι έφυγα στα 27 μου το έκανε πιο εύκολο, με την έννοια ότι δεν είχα ακόμη οικογένεια ή μια τόσο σταθερή βάση πίσω».

Η καθημερινότητά του στην Ελλάδα ήταν σε μεγάλο βαθμό μια ρουτίνα, μέσα στην οποία πολλές φορές ένιωθε την ανάγκη να ξεφύγει. «Η καθημερινότητα είχε γίνει ουσιαστικά η δουλειά και μια διαρκής προσπάθεια να βγει ο μήνας, συχνά χωρίς καν να τα καταφέρνω. Κάπου εκεί ήρθε και η καθοριστική σκέψη ότι, αν δεν αλλάξω κάτι, τίποτα δεν πρόκειται να βελτιωθεί. Κι έτσι πήρα την απόφαση να φύγω».

Η απόφασή του να μετακομίσει στο Λονδίνο ζυμώθηκε σε διάστημα δύο ετών. «Αυτό που φοβόμουν περισσότερο πριν φύγω ήταν αν αυτή η απόφαση να βγω από τη “γυάλα” μου και να κυνηγήσω κάτι καλύτερο επαγγελματικά θα αποδεικνυόταν τελικά σωστή για μένα. Στην πράξη, όμως, το πιο δύσκολο δεν ήταν αυτό. Ήταν το συναισθηματικό κομμάτι – η απόσταση, η νοσταλγία για την οικογένεια, την κοπέλα μου και τους φίλους μου. Αυτό είναι κάτι που δεν το υπολογίζεις πλήρως μέχρι να το ζήσεις».

Στην αρχή έβλεπε την εμπειρία στο εξωτερικό σαν κάτι προσωρινό. Τα πρώτα δύο χρόνια της προσαρμογής «είχαν αρκετές ψυχολογικές διακυμάνσεις, σε συνδυασμό με τη νοσταλγία για τους ανθρώπους και τον τόπο του». Τα πράγματα πήραν διαφορετική τροπή, ιδιαίτερα όταν ήρθε η κοπέλα του και άρχισαν να χτίζουν τη βάση τους στο Λονδίνο. Έκτοτε ζει εκεί σχεδόν επτά χρόνια. «Όταν ήρθα πρώτη φορά για το μεταπτυχιακό, άφησα πίσω πολλούς δικούς μου ανθρώπους, αλλά είχα την τύχη να έχω ήδη εδώ δύο κολλητούς μου που έκαναν και οι ίδιοι μεταπτυχιακό, κάτι που με βοήθησε αρκετά στην αρχή. Παρ’ όλα αυτά, η περίοδος αυτή ήταν πολύ απαιτητική για όλους μας, με έντονο άγχος και ελάχιστο ελεύθερο χρόνο. Και εκεί, μέσα σ’ αυτή την πίεση, υπήρχαν στιγμές που ένιωθες αρκετά μόνος, ακόμα κι αν δεν ήσουν πραγματικά».

Η ζωή στο εξωτερικό βέβαια με τον καιρό ενδυνάμωσε τη σχέση του με την οικογένεια, καθώς η απόσταση κάνει την επαφή λιγότερο δεδομένη, οπότε την εκτίμησε περισσότερο. Σε αυτή την προσπάθεια, η ενεργή ελληνική κοινότητα στο Λονδίνο και οι δεσμοί με Έλληνες φίλους προσέφεραν στήριξη και αίσθηση οικειότητας, διευκολύνοντας την ένταξή του σε ένα νέο περιβάλλον χωρίς να χάνει τους δεσμούς με την πατρίδα.

Η καθημερινότητά του στο Λονδίνο σήμερα είναι δημιουργική και πλούσια σε επιλογές. Για να γεμίσει τις μέρες του, επιλέγει δραστηριότητες που τον κρατούν δραστήριο. Στον ελεύθερο χρόνο του αφιερώνεται σε ταξίδια, αθλητικές δραστηριότητες, βιβλία και σειρές, κρατώντας έτσι μια σταθερή επαφή με πράγματα που τον εμπνέουν.

Στην εργασία του, οι διαφορές με την Ελλάδα είναι σαφείς: τα μεγάλα γραφεία στο Λονδίνο λειτουργούν σαν «σχολείο», επενδύουν σε τεχνολογία, νέες μεθόδους και σύγχρονες ανάγκες, οι μισθοί είναι πιο ξεκάθαροι, και η κουλτούρα εργασίας δίνει σημασία στο work-life balance. Όπως σημειώνει, «δεν είναι ότι όλα είναι ιδανικά στο εξωτερικό, αλλά για κάποιον που θέλει να εξελιχθεί, να εκτεθεί σε μεγαλύτερα projects και να δουλέψει σε ένα πιο οργανωμένο περιβάλλον, σίγουρα προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες».

Στα social media δεν είναι ιδιαίτερα ενεργός· τα χρησιμοποιεί κυρίως για επικοινωνία, αλλά μοιράζεται στιγμές από ταξίδια και εμπειρίες για έμπνευση, χωρίς να προβάλλει εικόνα εντυπωσιασμού. «Συνήθως με ρωτάνε για τον καιρό. Πώς την παλεύω, αν βρέχει συνέχεια. Μια άλλη συχνή ερώτηση είναι για την οικονομική κατάσταση. Η αλήθεια είναι ότι το κόστος διαβίωσης, ειδικά στο Λονδίνο, είναι υψηλό, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη, οι μισθοί είναι υψηλότεροι, προσφέροντας καλύτερη αγοραστική δύναμη σε σχέση με την Ελλάδα, η οποία δυστυχώς παραμένει αρκετά χαμηλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

Σχετικά με την έννοια της πατρίδας, θεωρεί ότι «μια πατρίδα οφείλει πρώτα να σέβεται τους ανθρώπους της, ώστε να κερδίζει και τον σεβασμό τους». «Νομίζω ότι πλέον ανήκω σε δύο κόσμους, και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Από τη μία, υπάρχει η Ελλάδα, που είναι πάντα ένα κομμάτι μου, οι άνθρωποι, οι συνήθειες, ο τρόπος που σκέφτομαι. Από την άλλη, υπάρχει η ζωή που έχω χτίσει εδώ, με εμπειρίες που με έχουν αλλάξει και με έχουν εξελίξει. Καμιά φορά νιώθεις ότι δεν ανήκεις απόλυτα πουθενά, αλλά ταυτόχρονα έχεις τη δυνατότητα να ανήκεις λίγο και στα δύο. Αυτό, με έναν τρόπο, το κάνει πιο ουσιαστικό».

Συνολικά, η εμπειρία του δείχνει πως η προσαρμογή σε μια νέα χώρα, η προσωπική εξέλιξη και η ισορροπία ανάμεσα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό μπορούν να χτίσουν μια ζωή γεμάτη ευκαιρίες και πολύτιμες εμπειρίες. «Η αλήθεια είναι ότι νιώθω πιο γεμάτος από εμπειρίες σε σχέση με όταν ζούσα μόνιμα στην Ελλάδα. Δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μου πριν πάρω την απόφαση να φύγω στο εξωτερικό, αλλά είμαι χαρούμενος που το έκανα. Πλέον έχω μέτρο σύγκρισης και μπορώ να βλέπω τα πράγματα πιο αντικειμενικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το να ζει κάποιος μόνο στην Ελλάδα είναι κάτι αρνητικό.

»Δεν θεωρώ ότι έχω συμβιβαστεί σε κάτι συγκεκριμένο. Η ζωή είναι πολύπλοκη και καμιά φορά προσαρμόζεσαι σε πράγματα που δεν είχες υπολογίσει. Για μένα, όμως, σημασία έχει αυτοί οι συμβιβασμοί να έχουν θετικό πρόσημο – όχι μόνο για μένα, αλλά και για τους γύρω μου. Ναι, υπάρχουν σίγουρα φόβοι για το μέλλον μου στο εξωτερικό, κυρίως σε προσωπικό επίπεδο, και δεν είναι κάτι που μπορώ να γενικεύσω. Αυτοί οι φόβοι, όμως, είναι και που φέρνουν στο μυαλό μου την ιδέα της επιστροφής. Δεν είναι μια απόφαση που θα έπαιρνα παρορμητικά. Όποτε γυρίσω, θα ήθελα να είναι κάτι οργανωμένο και συνειδητό. Πάντως, η σκέψη υπάρχει».

Ευγενία Δημητριάδου
Ευγενία Δημητριάδου

Από τη Θεσσαλονίκη στην Αμερική | Η ιστορία της Ευγενίας Δημητριάδου

Ευγενία Δημητριάδου
Ευγενία Δημητριάδου

Από τη Θεσσαλονίκη στην Αμερική | Η ιστορία της Ευγενίας Δημητριάδου

Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη, η 32χρονη Ευγενία Δημητριάδου είχε ήδη ζήσει για μικρό χρονικό διάστημα στο Λονδίνο και αργότερα στην Αθήνα, πριν αποφασίσει να αφήσει πίσω της τη γνώριμη καθημερινότητα. Από τα 25 της χρόνια, σε μια περίοδο που προσπαθούσε να βρει τον δρόμο της, έφυγε από την Ελλάδα και εδώ και έξι χρόνια ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη ως μοντέλο, κυνηγώντας το όνειρό της με επιμονή και αυθεντικότητα. «Δεν μπορώ να πω ξεκάθαρα πως ο παράγοντας ηλικία έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Περισσότερο ήταν ο χαρακτήρας μου και η ανάγκη μου να κάνω κάτι διαφορετικό και να ρισκάρω», λέει.

Η καθημερινότητά της πριν φύγει ήταν έντονη και γεμάτη δραστηριότητες. «Εργαζόμουν για μια μεγάλη εταιρεία καλλυντικών, δούλευα παράλληλα σε εταιρεία προώθησης προϊόντων και ασχολιόμουν με φωτογραφίσεις για εταιρείες ρούχων. Κάθε εβδομάδα ήταν διαφορετική». Απόφοιτη ΕΠΑΛ κομμωτικής και με σπουδές στο μακιγιάζ σε ιδιωτική σχολή, αρχικά δεν είχε σχεδιάσει μια ζωή στο εξωτερικό, καθώς ο στόχος της ήταν να ασχοληθεί με την οικογενειακή επιχείρηση.

Ωστόσο, η προσωπική της ζωή την οδήγησε αλλού. Με τον σύζυγό της γνωρίστηκαν στην Ελλάδα και για περίπου τρία χρόνια διατηρούσαν σχέση από απόσταση. «Η απόφαση ήρθε αρκετά φυσικά, καθώς θέλαμε να είμαστε μαζί». Έτσι, αποφάσισε να κάνει το βήμα και να μετακομίσει στην Αμερική. «Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και μια συνειδητή επιλογή, γιατί ένιωθα ότι η Αμερική θα άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μου», προσθέτει.

Πριν φύγει, πίστευε ότι η προσαρμογή θα ήταν πιο εύκολη. «Είχα την προσδοκία ότι θα βρω πιο γρήγορα τον εαυτό μου και τη θέση μου». Η πραγματικότητα, όμως, ήταν διαφορετική, κυρίως σε ψυχολογικό επίπεδο. «Η μοναξιά και η απόσταση αποδείχθηκαν πιο έντονες απ’ όσο περίμενα. Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν η απόσταση από την οικογένειά μου. Μου έλειπε πολύ και συνεχίζει να μου λείπει κάθε μέρα το οικείο περιβάλλον και οι άνθρωποί μου, όμως έμαθα να προσαρμόζομαι και να στέκομαι πιο ανεξάρτητη». Παρότι η ελληνική κοινότητα είναι βέβαια ενεργή εκεί, η ίδια δεν έχει δημιουργήσει πολλές βαθιές σχέσεις.

«Ίσως γιατί νιώθω ότι οι δικοί μου άνθρωποι είναι στην Ελλάδα».

Σήμερα, σχεδόν 7,5 χρόνια μετά, βλέπει την Ελλάδα με άλλο μάτι. «Κάθε μέρα που περνάει την εκτιμάω περισσότερο. Όχι τόσο για τα μεγάλα, αλλά για τα απλά και καθημερινά πράγματα που πριν θεωρούσα δεδομένα». Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετώπισε ήταν η διαδικασία έκδοσης της πράσινης κάρτας. «Ήταν ιδιαίτερα απαιτητική και χρονοβόρα, με πολλά έγγραφα και αναμονή. Με υπομονή και επιμονή κατάφερα να το διαχειριστώ».

Στον επαγγελματικό τομέα, δραστηριοποιείται στον χώρο του μόντελινγκ, τον οποίο αντιμετωπίζει πιο σοβαρά σε σχέση με την Ελλάδα. «Υπάρχει μεγαλύτερος ανταγωνισμός, οπότε πρέπει να είσαι συνεχώς συνεπής και να ανταποκρίνεσαι στις απαιτήσεις. Μια ωραία στιγμή ήταν όταν είδα τον εαυτό μου σε διαφήμιση στην Times Square – ήταν ένα πολύ σημαντικό επίτευγμα για μένα».

Η παρουσία της στα social media είναι ενεργή και συνδέεται άμεσα με τη δουλειά της. «Τα χρησιμοποιώ και ως portfolio. Ανεβάζω κομμάτια της καθημερινότητάς μου και προσπαθώ να είμαι όσο πιο αυθεντική γίνεται». Τα σχόλια που λαμβάνει είναι κυρίως θετικά, αν και συχνά υπάρχουν παρεξηγήσεις. «Πολλοί νομίζουν ότι η ζωή εδώ είναι εύκολη ή ιδανική, κάτι που δεν ισχύει πάντα. Επίσης, αρκετοί με ρωτούν για το γραφειοκρατικό κομμάτι τού να μετακομίσει κάποιος εδώ».

Κοιτώντας τη ζωή της σήμερα, αναγνωρίζει και τα κέρδη και τους συμβιβασμούς.

«Έχω καταφέρει πράγματα που δεν φανταζόμουν, αλλά έχω συμβιβαστεί και σε πολλά. Προσπαθώ ακόμα να βρω την ισορροπία».

Ο μεγαλύτερός της φόβος για το μέλλον είναι αυτό το αίσθημα του «ανάμεσα». «Φοβάμαι μήπως δεν ανήκω ποτέ απόλυτα κάπου… Νιώθω ότι αυτό το συναίσθημα του “ενδιάμεσου” δεν θα φύγει ποτέ». Για να το διαχειριστεί, έχει εντάξει την ψυχοθεραπεία στη ζωή της.

«Με βοηθάει να βάζω σε τάξη τις σκέψεις μου».

Παρόλα αυτά, αν γύριζε τον χρόνο πίσω, θα έκανε την ίδια επιλογή. «Με έχει αλλάξει πολύ σαν άνθρωπο – και πιστεύω προς το καλύτερο. Έχω ανακαλύψει νέα κομμάτια του εαυτού μου, έχω χάσει κάποια άλλα, αλλά αυτό είναι μέρος της εξέλιξης». Η επιστροφή στην Ελλάδα είναι μια σκέψη που υπάρχει, αλλά χωρίς ξεκάθαρη απάντηση…

Ορέστης Παπαγεωργίου
Ορέστης Παπαγεωργίου

Από τη Θεσσαλονίκη στη Νορβηγία | Η ιστορία του Ορέστη Παπαγεωργίου

Ορέστης Παπαγεωργίου
Ορέστης Παπαγεωργίου

Από τη Θεσσαλονίκη στη Νορβηγία | Η ιστορία του Ορέστη Παπαγεωργίου

Ο Ορέστης Παπαγεωργίου είναι 23 χρονών και κατάγεται από τα Πεύκα Θεσσαλονίκης. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ. Η σημαντικότερη σύνδεση του πτυχίου του με τη ζωή στο εξωτερικό ήταν το εξάμηνο ανταλλαγής Erasmus στην Πάντοβα της Ιταλίας. «Το γεγονός αυτό σηματοδότησε τη ζωή μου, καθώς γνώρισα το άτομο που αργότερα αποτέλεσε και τον λόγο της μετανάστευσής μου στη Νορβηγία».

Ωστόσο, ήδη από τα τελευταία χρόνια του σχολείου αναλογιζόταν αυτή την προοπτική. Γιατί; «Καλύτερη συνολική ποιότητα ζωής» επισημαίνει. «Πουθενά δεν είναι όλα θετικά ή αρνητικά· ζυγίζεις και επιλέγεις», τονίζει. Έχει δύο αδελφές που ζουν η μία στη Δανία και η άλλη στην Ισλανδία. «Με έναν τρόπο, όλα τα αδέλφια επηρεάζουμε ο ένας τον άλλον», παραδέχεται.

«Σίγουρα το νεαρό της ηλικίας μου μου επιτρέπει να δοκιμάσω πράγματα και να αποτύχω. Θεωρώ την αποτυχία απαραίτητο κομμάτι της προσωπικής εξέλιξης. Δεν θα συνέδεα, βέβαια, το κυνήγι μιας καλύτερης ζωής με την ηλικία. Ποτέ δεν είναι αργά για να αλλάξεις τη ζωή σου».

Δεν φοβόταν. «Ήρθα με τη σκέψη πως, ό,τι κι αν γίνει, η Ελλάδα απέχει ένα αεροπορικό εισιτήριο». Φοβάται περισσότερο να μείνει στη ζωή αυτή με απωθημένα παρά να προσπαθήσει και να αποτύχει. Φυσικά, υπήρχαν ανησυχίες. Άπειρες. Αλλά δοκιμάζει. Και αν όχι, προσαρμόζεται. Πιο δύσκολο στην πράξη ήταν «το να “ξεμάθεις” όσα ξέρεις και να τα μάθεις ξανά από την αρχή, διατηρώντας παράλληλα τη μοναδικότητά σου».

Στη Νορβηγία βρίσκεται περίπου επτά μήνες. «Αγαπώ την Ελλάδα. Είναι η πιο όμορφη χώρα στον πλανήτη. Είναι οι άνθρωποί μας. Δυστυχώς όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Η Ελλάδα είναι η καλύτερη χώρα για διακοπές, αλλά όχι απαραίτητα για να ζεις».

Η μεγαλύτερη πρόκληση στην αρχή ήταν η γραφειοκρατία· «αστυνομία, εφορία, πάροχος κινητής τηλεφωνίας, τράπεζα. Όλα είναι αλληλένδετα και δεν μπορείς να κάνεις το ένα χωρίς το άλλο». Τώρα, οι δυσκολίες αφορούν την εργασία, τη γλώσσα και την ισότιμη αντιμετώπιση· «Γενικότερα, υπάρχει η αβεβαιότητα για το τι μου επιφυλάσσει το μέλλον».

Το μεγαλύτερο προσωπικό τίμημα είναι ο χαμένος χρόνος με τα αγαπημένα του πρόσωπα: τους γονείς, τη γιαγιά, τους φίλους του.

Σήμερα εργάζεται σε εστιατόριο, μέχρι να βρει ένα μεταπτυχιακό που τον ενδιαφέρει. Επικεντρώνεται στην προσαρμογή του, στην εκμάθηση της γλώσσας και της κουλτούρας, αποταμιεύει και προετοιμάζεται για μια ομαλή μετάβαση. Η μεγαλύτερη διαφορά με τη ζωή του στην Ελλάδα είναι «η ηρεμία. Δεν έχω περισπασμούς. Είμαι εγώ και οι στόχοι μου».

Στον ελεύθερο χρόνο του συνεχίζει τα χόμπι του· «γυμναστική, περπάτημα, κοινωνικοποίηση». Ταυτόχρονα, ασχολείται με τα social media, κάτι που αγαπά· «το υλικό που παράγω αποτελεί συνδυασμό lifestyle, educational και entertainment περιεχομένου» και δείχνει την καθημερινότητά του στην Νορβηγία χωρίς φίλτρα. «Η ανταπόκριση του κόσμου μέχρι σήμερα είναι ιδιαίτερα θετική και θεωρώ ότι πολλοί μπορούν να ταυτιστούν». Οι πιο συχνές ερωτήσεις που δέχεται είναι πώς να ξεκινήσει κάποιος, πού να βρει εργασία και κατοικία, ποια έγγραφα χρειάζονται και γενικότερα πληροφορίες για τη ζωή, τον καιρό και την κοινωνικοποίηση.

«Αν καταφέρω να παρακινήσω έστω και ένα άτομο να αλλάξει τη ζωή του, για μένα αποτελεί κέρδος».

Με αυτές τις εμπειρίες να τον διαμορφώνουν καθημερινά, οι πιο όμορφες στιγμές του συνδέονται πλέον με ανθρώπους και σχέσεις. «Έχω δημιουργήσει άπειρες όμορφες αναμνήσεις: road trips, συμμετοχή σε νορβηγικό γάμο, γνωριμία με συγγενείς και φίλους, επίσκεψη στη μικρή παραδοσιακή φάρμα όπου μεγάλωσε, συμμετοχή σε τοπικό φεστιβάλ που διοργανώνει κάθε χρόνο με τα αδέλφια της».

Παρά την απόσταση και τις νέες εμπειρίες, η Ελλάδα παραμένει ζωντανή στη μνήμη του, φέρνοντας γλυκιά νοσταλγία. Του λείπουν οι μικρές στιγμές στην Ελλάδα· «ο ήλιος, οι άνθρωποί μου, μια βόλτα στην παραλία της Θεσσαλονίκης με καφέ στο χέρι, τα πολιτιστικά δρώμενα, η μουσική, η απλότητα, το να χαίρεσαι με τα λίγα» αλλά δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά μόνος· «όχι, υπήρξαν περίοδοι που ένιωσα στεναχώρια, αμηχανία, ακόμη και το αίσθημα ότι δεν ανήκω». Η σχέση του με την οικογένεια παραμένει απαράλλακτη· «με τη στήριξή τους βρίσκομαι σήμερα στο εξωτερικό».

Η κοινότητα των Ελλήνων εκεί είναι ενεργή; τον ρωτάω. Για να μου απαντήσει: «Είχα την τύχη να γνωρίσω μια εξαιρετική κοινότητα Ελλήνων –ανθρώπους πραγματικά πολύτιμους– που έκαναν την ένταξή μου πιο ομαλή και ευχάριστη. Στο εξωτερικό ανακαλύπτεις ένα ιδιαίτερο αίσθημα αλληλεγγύης μεταξύ των Ελλήνων. Οι ουσιαστικές σχέσεις, φυσικά, θέλουν χρόνο και φροντίδα. Οι Έλληνες του εξωτερικού έχουν βαθιά νοσταλγία, ευαλωτότητα και τρυφερότητα».

Και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η έννοια της πατρίδας παραμένει ζωντανή και αναλλοίωτη. «Η πατρίδα είναι μία και δεν αλλάζει», μου τονίζει.

«Είμαι περήφανος Έλληνας και δεν υπάρχει τρόπος να αλλοιωθεί αυτό».

Από αυτή την πορεία προκύπτει και η προσωπική του αντίληψη για την επιτυχία. Επιτυχία γι’ αυτόν σημαίνει «ηρεμία, γαλήνη, σταθερότητα και ασφάλεια. Να γνωρίζεις τι σου ξημερώνει αύριο και ό,τι δίνεις να σου επιστρέφεται, έστω και έμμεσα». Ακόμη βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους, αλλά πιστεύει πως «βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο». Αν γύριζε τον χρόνο πίσω, θα έφευγε ξανά· «Πάντα είχα τάσεις φυγής και με δελεάζει το καινούργιο και το διαφορετικό. Δεν θα συμβιβαζόμουν ποτέ με μια μέτρια ζωή».

Δρ. Κατερίνα Πανοπούλου | Διευθύνουσα Σύμβουλος της OHB Hellas
Δρ. Κατερίνα Πανοπούλου | Διευθύνουσα Σύμβουλος της OHB Hellas

Από το εξωτερικό πίσω στην Ελλάδα | Η ιστορία της Αικατερίνης Πανοπούλου

Δρ. Κατερίνα Πανοπούλου | Διευθύνουσα Σύμβουλος της OHB Hellas
Δρ. Κατερίνα Πανοπούλου | Διευθύνουσα Σύμβουλος της OHB Hellas

Από το εξωτερικό πίσω στην Ελλάδα | Η ιστορία της Αικατερίνης Πανοπούλου

Η Αικατερίνη Πανοπούλου είναι μια επιστήμονας που από πολύ νωρίς είχε ένα ξεκάθαρο όραμα: να ασχοληθεί με τη διαστημική τεχνολογία και να συμβάλει σε κάτι που ξεπερνά τα σύνορα μιας χώρας. Μετά τις σπουδές της στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, αυτό το όραμα έγινε ακόμη πιο συνειδητό. Δεν έβλεπε το διάστημα απλώς ως επιστήμη, αλλά ως έναν τεχνολογικό χώρο στον οποίο ήθελε να έχει ενεργό ρόλο.

Η απόφαση να φύγει από την Ελλάδα ήρθε ως φυσική συνέχεια αυτής της κατεύθυνσης. Ήξερε ότι, αν ήθελε να εξειδικευτεί και να εργαστεί στη διαστημική βιομηχανία, έπρεπε να αναζητήσει ευκαιρίες στο εξωτερικό. Καθοριστική υπήρξε μια συνάντησή της με τον Διονύση Σιμόπουλο, πρώην επίτιμο διευθυντή του Ευγενίδειου Πλανηταρίου. «Χωρίς να με γνωρίζει προσωπικά, δέχτηκε να με δει απλώς ως απόφοιτη του Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Η συμβουλή του ήταν ξεκάθαρη: μια νέα επιστήμονας με πάθος για τη διαστημική τεχνολογία έχει ουσιαστικά έναν δρόμο – να φύγει στο εξωτερικό, να συνεχίσει τις σπουδές της και να εκτεθεί σε ένα περιβάλλον όπου θα μπορέσει να επιλέξει αν θέλει να ακολουθήσει την έρευνα ή τη βιομηχανία».

Η πορεία της στο εξωτερικό εξελίχθηκε δυναμικά. Έπειτα από έναν χρόνο στο Στρασβούργο, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει όλες τις πτυχές του διαστημικού τομέα –από τη μηχανική μέχρι το space law και την οικονομική και πολιτική του διαστήματος. Στη συνέχεια, έγινε η πρώτη Ελληνίδα που έλαβε υποτροφία από το European Space Agency για διδακτορικό στις διαστημικές δομές.

Η διαδρομή αυτή τη οδήγησε και στη Μαδρίτη, όπου εργάστηκε για εννέα μήνες σε μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές διαστημικές βιομηχανίες. Ακολούθησε η ένταξή της στον Όμιλο OHB SE, με έδρα τη Βρέμη, όπου παραμένει μέχρι σήμερα. Πρόκειται για έναν από τους τρεις μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς ομίλους στον σχεδιασμό και την κατασκευή δορυφόρων, πυραύλων και διαστημικών συστημάτων. Εκεί συμμετείχε σε σημαντικά ευρωπαϊκά προγράμματα για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το European Space Agency, όπως οι δορυφόροι Meteosat Third Generation, που ήδη βρίσκονται σε τροχιά, καθώς και ο δορυφόρος PLATO, ο οποίος θα μελετήσει εξωπλανήτες και αναμένεται να εκτοξευθεί το 2027.

Η επιστροφή της στην Ελλάδα δεν ήταν απλώς μια προσωπική επιλογή, αλλά αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης συγκυρίας. Την περίοδο εκείνη, η χώρα αναζητούσε τρόπους να προσελκύσει έναν από τους κορυφαίους ευρωπαϊκούς ομίλους στον διαστημικό τομέα. Στο πλαίσιο αυτό, επικοινώνησαν μαζί της ως μία από τις Ελληνίδες που δραστηριοποιούνταν ενεργά στον χώρο.

Ακολούθησε μια σειρά ουσιαστικών και στρατηγικών συζητήσεων υψηλού επιπέδου, τόσο με τη διοίκηση του ομίλου όσο και με την ελληνική πλευρά. «Μαζί με τα ανώτατα στελέχη της OHB ήρθαμε στην Ελλάδα και συμμετείχα ενεργά στις διαπραγματεύσεις, γεφυρώνοντας ουσιαστικά τον διεθνή βιομηχανικό κόσμο με την ελληνική πραγματικότητα».

Το αποτέλεσμα ήταν η υπογραφή μνημονίου συνεργασίας με το αρμόδιο Υπουργείο, με κεντρικό άξονα την ίδρυση της ελληνικής θυγατρικής του ομίλου. Έτσι δημιουργήθηκε η OHB Hellas, με την ίδια να επιστρέφει στην Ελλάδα για να ηγηθεί αυτής της προσπάθειας από την αρχή.

Η εξέλιξη αυτή έχει έντονο συμβολισμό για εκείνη. «Από τη μία ακολούθησα τον δρόμο της φυγής για να εξελιχθώ· από την άλλη, μου δόθηκε η δυνατότητα να επιστρέψω και να συμβάλω ώστε οι επόμενοι να μη χρειαστεί απαραίτητα να φύγουν».

Έχοντας φύγει από την Ελλάδα το 2007 για να χτίσει καριέρα στη διαστημική τεχνολογία, διατηρούσε πάντα την επιθυμία να δημιουργηθούν ευκαιρίες στη χώρα της. Η ίδρυση της OHB Hellas αποτέλεσε ένα τέτοιο βήμα: μια προσπάθεια να φέρει έναν ευρωπαϊκό διαστημικό «πρωταθλητή» στην Ελλάδα – έναν όμιλο με εμπειρία άνω των 45 ετών, περισσότερους από 3.500 εργαζόμενους και κύκλο εργασιών που ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ. «Ο όμιλος επενδύει στην παραγωγή τεχνολογίας και όχι σε γραφεία πωλήσεων. Ο στόχος είναι σαφής: η δημιουργία του πρώτου ελληνικού διαστημικού υποσυστήματος με εξαγωγικό προσανατολισμό». Σε αυτό το όραμα, η Κρήτη κατέχει κομβικό ρόλο.

«Το επόμενο βήμα είναι να εξελιχθεί σε ένα “Space Island” της Νοτιοανατολικής Ευρώπης».

Ωστόσο, δεν παραβλέπει τις προκλήσεις. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η έλλειψη ενός σταθερού, μακροπρόθεσμου εθνικού οράματος και κουλτούρας συνεργασίας». Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, χωρίς συντονισμό, ακόμη και η μεγαλύτερη προσπάθεια δεν αποδίδει. «Το κλειδί είναι η συνεργασία. Δεν λείπει το ταλέντο – λείπει η σύμπραξη και η στρατηγική συνέπεια». Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι σε περιφερειακό επίπεδο, και ειδικά στην Κρήτη, παρατηρείται μεγαλύτερη ταχύτητα και διάθεση συνεργασίας.

Για την ίδια, αυτή η διαδρομή αποτυπώνει μια σημαντική αλλαγή: «Για χρόνια η επιλογή ήταν να φύγεις για να κάνεις αυτό που θέλεις. Σήμερα, αρχίζουν να δημιουργούνται οι συνθήκες ώστε ένας νέος Έλληνας μηχανικός να μπορεί να δουλέψει σε ευρωπαϊκές διαστημικές αποστολές χωρίς να φύγει από τη χώρα».

Όσο για την έννοια της επιτυχίας, τη συνδέει τόσο με το αποτέλεσμα όσο και με τον αντίκτυπο. «Είναι να βλέπεις μια τεχνολογία που αναπτύχθηκε στη χώρα σου να βρίσκεται σε τροχιά και να συμβάλλει στην εξέλιξη της γνώσης. Αλλά και να εμπνέεις – να βλέπεις νέους ανθρώπους να πιστεύουν ότι μπορούν να ασχοληθούν με το διάστημα από την Ελλάδα».

Σε πιο βαθύ επίπεδο, επιτυχία σημαίνει να δημιουργείς κάτι που σε ξεπερνά.

«Να ξυπνάς κάθε πρωί και να πηγαίνεις στη δουλειά όχι μόνο γιατί πρέπει, αλλά γιατί το θέλεις. Γιατί μέσα απ’ αυτό που κάνεις ολοκληρώνεσαι».

Όλοι αυτοί οι νέοι άνθρωποι, παρά τις αντιξοότητες και τις αντιφάσεις ανάμεσα στις κουλτούρες, έχουν βρει μια ισορροπία. Γιατί τελικά, όπως φαίνεται από τις διαδρομές τους, η ζωή στο εξωτερικό δεν είναι μια γραμμική ιστορία επιτυχίας ή δυσκολίας, αλλά μια συνεχής διαπραγμάτευση ταυτότητας, τόπου και ανήκειν.

Δειτε περισσοτερα

Guggenheim Museum Bilbao
Στη Χώρα των Βάσκων

Χωρίς αυστηρό πρόγραμμα αλλά με διάθεση για εξερεύνηση, μέσα από βόλτες και γεύσεις, αποκαλύπτεται η αυθεντική ψυχή ενός τόπου που αντιστέκεται στον χρόνο