Εκπαιδευση

Μαθητικές επιδόσεις, ανισότητα και αναχρονιστικές ιδέες

Μερικές σκέψεις για την αποτυχία του σχολείου

Σώτη Τριανταφύλλου
Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 1012
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Μαθητικές επιδόσεις, ανισότητα και αναχρονιστικές ιδέες
© MOTIONTEAM/ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ / ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ

Τι φταίει για τις χαμηλές επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στην PISA και γιατί το σχολείο χρειάζεται περισσότερη γνώση, προσπάθεια και αξιολόγηση.

Οι φετινές επιδόσεις στο Πρόγραμμα για τη Διεθνή Αξιολόγηση Μαθητών (PISA) σχολιάστηκαν και ξεχάστηκαν μέσα στον ωκεανό των πληροφοριών. Του χρόνου πάλι. Η διαπίστωση ότι τα 15χρονα κατανοούν όλο και λιγότερο τα Μαθηματικά, τη Φυσική και τα κείμενα δεν φαίνεται να επηρεάζει ούτε το περιεχόμενο των σχολικών μαθημάτων, ούτε τις μεθόδους διδασκαλίας. Δεν γινόμαστε λιγότερο μορφωμένοι από τυπική άποψη· τα πιστοποιητικά εκπαίδευσης αυξάνονται —απολυτήρια λυκείου, πτυχία, μεταπτυχιακά—, αλλά η ποιότητα της γενικής μόρφωσης και της γενικής λογικής δεν βελτιώνεται. Μεγάλο μέρος του εγκεφαλικού δίσκου μεγάλων και μικρών αποθηκεύει άχρηστες πληροφορίες ή γνώσεις μικροειδίκευσης.

Όπως ήταν αναμενόμενο, στην ουρά της διεθνούς κατάταξης του PISA βρέθηκαν ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Νοτιοανατολικής Ασίας και της υποσαχάριας Αφρικής, όπου τα ποσοστά μαθητών χωρίς βασικές δεξιότητες (ανάγνωση, γραφή, απλές αριθμητικές πράξεις) ξεπερνούν το 70-80%: η Καμπότζη, οι Φιλιππίνες, το Ουζμπεκιστάν, η Δομινικανή Δημοκρατία, το Κόσοβο, η Παλαιστίνη, η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία εμφανίζονται στις χαμηλότερες θέσεις. Όσο για την Ελλάδα, βρίσκεται σταθερά κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ και στα τρία αντικείμενα (Μαθηματικά, Ανάγνωση, Φυσικές Επιστήμες): σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες μαθητές (45-48% περίπου) δυσκολεύεται να κατανοήσει ή να αναλύσει ένα απλό κείμενο (άρα θεωρείται λειτουργικά αναλφάβητος), ενώ στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες, οι περισσότεροι δεν έχουν κατακτήσει το βασικό επίπεδο επάρκειας (Επίπεδο 2 του ΟΟΣΑ).

Η Ελλάδα κατατάσσεται, μαζί με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Φέτος, τη μεγαλύτερη πτώση συγκριτικά με προηγούμενες δεκαετίες σημείωσαν η Γαλλία, η Γερμανία, η Ισλανδία, η Ολλανδία και η Φινλανδία, η οποία, αν και συνεχίζει να βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο, έχει χάσει την πρωτιά — την οποία κέρδισαν η Κίνα και η Σιγκαπούρη, με την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και την Ταϊβάν να ακολουθούν. Αυτές οι χώρες έχουν κάνει τεράστιες επενδύσεις σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της παιδείας, ως μέρος μιας στρατηγικής και τακτικής αναβάθμισης της θέσης τους στον κόσμο.

Σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες μαθητές δυσκολεύεται να κατανοήσει ή να αναλύσει ένα απλό κείμενο, ενώ στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες, οι περισσότεροι δεν έχουν κατακτήσει το βασικό επίπεδο επάρκειας 

Μία από τις κύριες αιτίες των χαμηλών επιδόσεων είναι, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η αλόγιστη χρήση τεχνολογίας και οθονών, που προκαλεί υπερβολική απόσπαση προσοχής και επηρεάζει αρνητικά τη συγκέντρωση και την κριτική σκέψη. Πράγματι, θα συμφωνήσουμε όλοι ότι τα παιδιά δαπανούν πάρα πολύ χρόνο συσσωρεύοντας άχρηστες πληροφορίες —πολλές από τις οποίες είναι ανορθολογικές— και ψευτοεπικοινωνώντας μεταξύ τους χωρίς τη χρήση γραπτού λόγου. Από την άλλη πλευρά, η τεχνολογία είναι απολύτως απαραίτητη στη σύγχρονη μάθηση: οι χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις χρησιμοποιούν δημιουργικά την τεχνολογία στο σχολείο. Ταυτοχρόνως, δεν φημίζονται για ενθάρρυνση της «κριτικής σκέψης»: επιμένουν στην απομνημόνευση (η παιδική και νεανική μνήμη απαιτεί εξάσκηση, αλλιώς οδηγούμαστε σε φαινόμενα χρυσόψαρου) και στην αφομοίωση βασικών εννοιών από τις πρώτες τάξεις του γυμνασίου. Εξάλλου, τα Μαθηματικά, η Φυσική, η Χημεία δεν απαιτούν ακριβώς «κριτική σκέψη»· απαιτούν μνήμη και λογική· απαιτούν «συνδυαστική σκέψη», κάτι αρκετά διαφορετικό από την «κριτική».

Γιατί πέφτουν οι επιδόσεις των μαθητών

Ένα από τα προβλήματα που μειώνουν την πρόσληψη της γνώσης φαίνεται πως είναι η εξισωτική αντίληψη του σχολείου, η οποία έχει ευνοήσει την προϋπάρχουσα τάση του ταξικού διαχωρισμού. Καθώς το επίπεδο του δημόσιου σχολείου ισοπεδώνεται σε μια γραμμή μετριότητας, τα παιδιά με περισσότερες ικανότητες και φιλοδοξίες διοχετεύονται σε πρότυπα, πειραματικά και ιδιωτικά ή, όταν δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, πλήττουν, απογοητεύονται και η εξέλιξή τους επιβραδύνεται. Συχνότερα πάντως, ο υπερβολικός εκδημοκρατισμός γεννά περαιτέρω ταξικές διαιρέσεις, οι οποίες παρατηρούνται, σε ποικίλους βαθμούς, παντού στον ΟΟΣΑ. Μάλιστα, σε ορισμένες περιοχές της Βόρειας και της Λατινικής Αμερικής αλλά και στη Γαλλία, τη Βρετανία και την Ελλάδα, ένα μέρος των δημόσιων σχολείων λειτουργεί ως χώρος που κρατά τα παιδιά μακριά από τους δρόμους —από την παραβατικότητα και την εκμετάλλευση—, ενώ ένα μέρος των ιδιωτικών διαμορφώνει τις ελίτ ή τις ψευτο-ελίτ. Το λάθος του συστήματος είναι η ιδέα ότι όλα τα παιδιά μπορούν να μάθουν τα ίδια πράγματα με τον ίδιο τρόπο· όμως, ακόμα και οι πιο ιδεαλιστές εκπαιδευτικοί δεν αργούν να συνειδητοποιήσουν τόσο την αρχική ανισότητα όσο και τη δυσκολία να καλυφθεί.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι, σε μεγάλο μέρος των σχολείων, η προτεραιότητα είναι η ευζωία των παιδιών, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα: το να μην πιέζονται, το «να μην αγχώνονται» σύμφωνα με την καθησυχαστική προτροπή που κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο: «Μην αγχώνεστε!» «Χαλλλλαρρά!» Όμως, τα αγαθά κόποις κτώνται («των γαρ όντων αγαθών και καλών ουδέν άνευ πόνου και επιμελείας θεοί διδόασιν ανθρώποις»): το να μάθεις τη μητρική σου γλώσσα και το να κατανοείς τι λένε και γράφουν οι άλλοι (πράγμα απολύτως απαραίτητο στην κοινωνική ζωή) απαιτεί σκληρότερη προσπάθεια από αυτή που νομίζουμε· εξάλλου, κανείς δεν μαθαίνει Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία ή γλώσσα με διάλογο ή παίζοντας. Μόνο στην ηλικία του νηπιαγωγείου τα παιδιά παίζουν και συζητούν άνευ πλαισίου.

Στο ίδιο πρόβλημα εντάσσεται η περιβόητη «κριτική σκέψη», η οποία, ωστόσο, προϋποθέτει γνώση: ειδάλλως, τα παιδιά μαθαίνουν να εκφράζουν γνώμη για πράγματα τα οποία αγνοούν· γίνονται δηλαδή οι ιδανικοί χρήστες των social· οι κακοί πολίτες που εξισώνουν τη γνώμη του απληροφόρητου με τη γνώμη του ειδικού. Ως αποτέλεσμα, η αίθουσα του σημερινού σχολείου μοιάζει με λέσχη συζητήσεων, από την οποία, φυσικά, οι περισσότεροι μαθητές απέχουν: είτε αδιαφορούν, είτε δεν καταλαβαίνουν τίποτα, είτε απασχολούνται με κάτι άλλο. Η θεωρούμενη «δημοκρατική» ιδέα ότι ο δάσκαλος κάνει το μάθημα μαζί με τους μαθητές, αποκλείει μεγάλο ποσοστό μαθητών. Η συμπερίληψη είναι εφικτή μόνο όταν υπάρχει αυστηρό πρόγραμμα ύλης, μετάδοση γνώσης, αξιολόγηση της διδασκαλίας και της πρόσληψης γνώσεων, έλεγχος γνώσεων και ευκαιρίες catch up — το να μπορούν δηλαδή όσοι μένουν πίσω να καλύψουν τα κενά τους με ενισχυτικά μαθήματα, δωρεάν και υποχρεωτικά· όχι με ιδιωτικά φροντιστήρια και μαθήματα κατ’ οίκον, λες και βρισκόμαστε στον 18ο αιώνα των précepteurs. Με αυτή τη λογική είναι απαραίτητο να απαλλαγούμε από τον στιγματισμό της επανάληψης μιας σχολικής χρονιάς: το να μένει κάποιος στην ίδια τάξη —μια συνθήκη που έχει, έτσι κι αλλιώς, καταργηθεί— θα έπρεπε να αποτελεί ευκαιρία κάλυψης των κενών, όχι μορφή αποκλεισμού και τιμωρίας.

Σε όσες ανεπτυγμένες χώρες καταγράφουν όλο και χειρότερες επιδόσεις έχει μηδενιστεί εδώ και κάμποσες δεκαετίες η απόσταση μεταξύ εκπαιδευτικού και μαθητή. Το αποτέλεσμα είναι η μη αναγνώριση του κύρους των ενηλίκων, η έλλειψη πειθαρχίας και η αύξηση των επεισοδίων βίας. Αυτή η εξέλιξη, μαζί με τους χαμηλούς μισθούς των εκπαιδευτικών (σ’ αυτό η Ελλάδα κατέχει ρεκόρ) και τη λαϊκιστική, δημοσιοϋπαλληλική δράση των συνδικάτων (ένα ακόμη ελληνικό ρεκόρ που μοιράζεται ex aequo με τη Γαλλία), προσελκύει στο επάγγελμα όλο και λιγότερους δασκάλους με ταλέντο, ευελιξία και ανθεκτικότητα, συμβάλλοντας περαιτέρω στην πτώση του γενικού επιπέδου στο σχολείο.

Παραλλήλως, πολλές αποφάσεις που θεωρήθηκαν κάποτε φιλελεύθερες ή «επαναστατικές», όπως ήταν η κατάργηση της σχολικής στολής, έγιναν αιτία πικρής, πολύ πικρής, ανισότητας, με τα πιο εύπορα παιδιά να επιδεικνύουν τάσεις μόδας και designer μάρκες στη σχολική πασαρέλα. Η «ελευθερία» της χρήσης smartphones ενέτεινε τον ανταγωνισμό: το πιο πρόσφατο μοντέλο του iPhone έγινε σύμβολο κοινωνικής καταξίωσης, παραμερίζοντας την αξία της αριστείας.

Τι χρειάζεται να αλλάξει στο ελληνικό σχολείο

Για την Ελλάδα έχει κατατεθεί πλήθος προτάσεων: μεταρρύθμιση του περιεχομένου της σχολικής ύλης, μετατόπιση του κέντρου βάρους στο σχολείο και στο απολυτήριο λυκείου (με σταδιακή αποδυνάμωση των φροντιστηρίων και αλλαγή του τρόπου εισόδου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση), εντατικά μαθήματα ελληνικών σε παιδιά αλλοδαπών, σύστημα αξιολόγησης εκπαιδευτικών, περιορισμοί χρήσης smartphones και ψηφιακών δικτύων, ενίσχυση του εξωσχολικού διαβάσματος και αποτελεσματική απάντηση στην προπαγάνδα του No Future που διαδίδεται ανεξέλεγκτα, πείθοντας τα παιδιά για το τρομερό αδιέξοδο που τα περιμένει. Το εν λόγω πανκ σύνθημα, που, αν και χρονολογείται από τη δεκαετία του 1970, παρουσιάζεται ως μεγάλη ιδεολογική καινοτομία, υπονομεύει την προθυμία για μάθηση και για σχολικές επιδόσεις: εφόσον δεν έχω μέλλον μαθαίνοντας, ας χαζολογάω όλη μέρα στα social media· ίσως καταφέρω να γίνω influencer και να βγάλω λεφτά πουλώντας αέρα κοπανιστό.

Ο στόχος έπειτα από 12 χρόνια σχολικής ζωής θα έπρεπε να είναι η απόκτηση γενικών γνώσεων και ορθολογικής σκέψης: σωστή ορθογραφία της μητρικής γλώσσας, σχετική επάρκεια μιας ξένης γλώσσας, βασικές πληροφορίες γεωγραφίας, ιστορίας —ιδιαίτερα ευρωπαϊκής— λογοτεχνίας, βιολογίας, πολιτικής αγωγής, φυσικοχημείας, αριθμητικής. Τελειώνοντας το λύκειο θα έπρεπε να μπορούμε να ξεχωρίσουμε μια λογική πρόταση από μια παράλογη: για παράδειγμα, αν ακούσουμε ότι τρεις επιτυχημένοι επιχειρηματίες παράτησαν το σχολείο, να μη συμπεράνουμε ότι το πανεπιστήμιο είναι άχρηστο για την επιτυχία, αλλά να κατανοήσουμε ότι, μαζί με τους ελάχιστους «επιτυχημένους», χιλιάδες άνθρωποι παράτησαν το σχολείο και δεν κατάφεραν τίποτα.  

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Αρσάκεια - Τοσίτσεια Σχολεία | Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία
Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία: 190 χρόνια παιδείας και πρωτοπορίας

Ο Πρόεδρος των Αρσακείων – Τοσιτσείων Σχολείων κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης μιλάει για την ιστορία ενός από τους παλαιότερους εκπαιδευτικούς οργανισμούς της χώρας, ο οποίος με παράδοση σχεδόν δύο αιώνων, προχωρεί δυναμικά στο μέλλον.

Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφος | Μεταπτυχιακό στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία
Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφος | Μεταπτυχιακό στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία: Επιπλέον εφόδια χωρίς πρόσθετο κόστος

Με μηδενικό πρόσθετο κόστος, ευελιξία και πρακτική αξία, το NUP EDU-TOOLKIT προσφέρει στους φοιτητές κάτι περισσότερο από γνώση: τους δίνει τα εργαλεία για να μετατρέψουν τη γνώση σε πράξη.

190 χρόνια Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία Αρσάκεια Σχολεία: Ταυτότητα – καινοτομία – ευθύνη
190 χρόνια Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία Αρσάκεια Σχολεία: Ταυτότητα – καινοτομία – ευθύνη

Οι μαθητές φοιτούν σε ένα περιβάλλον που υπερβαίνει τα όρια της σχολικής αίθουσας, συνδυάζοντας ακαδημαϊκή γνώση, δημιουργικότητα, διεθνείς συνεργασίες και προσωπική ανάπτυξη.

Έχετε δει 20 από 30 άρθρα.

// EMPTY