Κοσμος

Lad culture: Η βρετανική υποκουλτούρα που έκανε σταρ τον Ράσελ Μπραντ

Αλκοόλ, καφρίλες και σεξιστικές αστεία άνοιξαν τον δρόμο για κατά συρροή βιαστές όπως ο Μπραντ

Athens Voice News
Newsroom
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ράσελ Μπραντ
Lad culture: Η βρετανική υποκουλτούρα που έκανε σταρ τον Ράσελ Μπραντ © EPA / ANDY RAIN

Μια εποχή που αποθέωνε τον καθημερινό σεξισμό - Η περίπτωση του Ράσελ Μπραντ

Κανένας Βρετανός celebrity δεν διαχειρίστηκε τις πολιτισμικές αλλαγές των αρχών του 21ου αιώνα καλύτερα από τον Ράσελ Μπραντ. Η ζωή του υπήρξε μια διαρκής προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της δημόσιας εικόνας του. Από προκλητικός stand-up κωμικός μεταμορφώθηκε σε τηλεοπτικό αστέρα και ηθοποιό του Χόλιγουντ. Έγινε YouTuber και πολιτικός ακτιβιστής, υιοθετώντας τη δεκαετία του 2010 αριστερές θέσεις σε ζητήματα ανισότητας, για να περάσει στη συνέχεια στις θεωρίες συνωμοσίας γύρω από την Covid και, το 2024, να υποστηρίξει τον Ντόναλντ Τραμπ για την προεδρία των ΗΠΑ. Την ίδια χρονιά βαφτίστηκε χριστιανός στον ποταμό Τάμεση, στο Λονδίνο.

Τώρα, o Ράσελ Μπραντ, έχει μια νέα περσόνα να δοκιμάσει: εκείνη του καταδικασμένου για βιασμό. Την Πέμπτη, κρίθηκε ένοχος για μία κατηγορία βιασμού και τρεις κατηγορίες σεξουαλικής επίθεσης στο δικαστήριο του Σάουθγουορκ, έπειτα από δίκη διάρκειας τριών εβδομάδων. Καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο φυλάκισης, γίνεται σαφές ότι η συμπεριφορά που αποτέλεσε το υπόβαθρο της ποινικής δίωξης εναντίον του είναι η ίδια που συνέβαλε αρχικά στην ανάδειξή του.

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Ο Ράσελ Μπραντ εμφανίζεται στη σκηνή των MTV Video Music Awards το 2008, έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία της αυτοβιογραφίας του. Ο Μπραντ έγινε διάσημος ως ένας σεξουαλικά προκλητικός, ασυγκράτητος ηδονιστής, του οποίου το τολμηρό χιούμορ ενθουσίαζε το κοινό. Καλλιέργησε την εικόνα ενός ακόρεστου, αδιάντροπου γυναικά. Το σεξ, τα ναρκωτικά και οι υπερβολές αποτελούσαν βασικά συστατικά του κωμικού του υλικού.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας στην οποία εκτυλίχθηκαν τα αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε, ο Μπραντ γέμιζε ασφυκτικά τις αίθουσες στις παραστάσεις stand-up κωμωδίας, ενώ τηλεοπτικοί σταθμοί και δίκτυα, μεταξύ των οποίων το MTV, το Channel 4 και το BBC, άρχισαν να επενδύουν μεγάλα χρηματικά ποσά πάνω του. Με τα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω και τα στενά μαύρα παντελόνια του, ο Μπραντ αφηγούνταν στο κοινό των παραστάσεών του, με γλαφυρές λεπτομέρειες, τις σεξουαλικές του περιπέτειες: πρωκτικό σεξ, εκδιδόμενες γυναίκες και ομαδικές συνευρέσεις. Μιμούνταν τον αυνανισμό και τις σεξουαλικές πράξεις επί σκηνής. Έλεγε ότι του άρεσε το στοματικό σεξ με γυναίκες «όταν φτάνει λίγο μέχρι τον λαιμό τους» και όταν «τρέχει λίγο η μάσκαρά τους», αναπαριστώντας τις περιγραφές του μπροστά στο κοινό.

Ακόμη και ο ίδιος ο συνήγορος υπεράσπισής του χαρακτήρισε αυτό το χιούμορ «προϊόν της εποχής του», υπενθυμίζοντας στους ενόρκους κατά τη διάρκεια της δίκης ότι αυτού του είδους η ωμή, σεξουαλικοποιημένη κωμωδία θεωρούνταν τότε «ριζοσπαστική και διαφορετική». Μόλις μία γενιά αργότερα, πολλοί θα την έβλεπαν ως βαθιά ριζωμένο μισογυνισμό μεταμφιεσμένο σε χιούμορ. Όμως, τότε ήταν διαφορετικές εποχές.

Μια εποχή που αποθέωνε τον καθημερινό σεξισμό - Η περίπτωση του Ράσελ Μπραντ

Τα ανδρικά περιοδικά κυριαρχούσαν εκείνη την εποχή, με εξώφυλλα και δισέλιδα γεμάτα ημίγυμνα μοντέλα και διάσημες γυναίκες. Τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και οι αρχές της δεκαετίας του 2000 στη Βρετανία ήταν μια περίοδος κατά την οποία ο καθημερινός σεξισμός όχι μόνο γινόταν αποδεκτός, αλλά συχνά συνέβαλλε στην ανάδειξη διασήμων που τον προωθούσαν. Το 1999, το περιοδικό FHM πρόβαλε μια γυμνή φωτογραφία της Σκωτσέζας τηλεπαρουσιάστριας Γκέιλ Πόρτερ στο κτίριο του βρετανικού Κοινοβουλίου. Η ίδια το έμαθε όταν είδε το θέμα στις ειδήσεις και αργότερα μίλησε για τις σοβαρές επιπτώσεις που είχε στην ψυχική της υγεία.

Αυτό που σήμερα θα χαρακτηριζόταν τοξική αρρενωπότητα θεωρούνταν συχνά αστείο, με ορισμένους να το αντιμετωπίζουν ως παλιομοδίτικο ανδρικό χιούμορ. Άλλοι το θεωρούσαν ανεκτό, επειδή πίστευαν ότι συνοδευόταν από μια φαινομενικά ειρωνική διάθεση. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν ένας πολύ ταλαντούχος stand-up κωμικός», λέει η Σάρα Ντίτουμ, συγγραφέας του βιβλίου Toxic: Women, Fame and the Noughties. «Υπήρχε μια διάθεση για την υπέρβαση των ταμπού. Αν κοιτάξει κανείς σήμερα εκείνο το υλικό, μοιάζει εντελώς ξεπερασμένο. Έχει παλιώσει πολύ άσχημα και δεν νομίζω ότι πολλοί θα θελήσουν να υπερασπιστούν πλέον τις παραστάσεις του Μπραντ, γνωρίζοντας ότι αντανακλούσαν την πραγματική συμπεριφορά του και όχι μια ειρωνική περφόρμανς».

Το My Booky Wook βρέθηκε στην κορυφή της λίστας των ευπώλητων βιβλίων των Sunday Times για επτά εβδομάδες το 2007. Ωστόσο, υπήρχαν ήδη τότε ενδείξεις ότι η προκλητική σκηνική του συμπεριφορά δεν σταματούσε όταν τελείωνε η παράσταση. Οι πιο χαρακτηριστικές αποκαλύψεις βρίσκονταν στην αυτοβιογραφία του, My Booky Wook, που κυκλοφόρησε το 2007 και έγινε μπεστ σέλερ. «Είμαι ένας τύπος από το Γκρέις, με καλή δουλειά και εξαιρετικό κούρεμα, στον οποίο δόθηκε ένα χρυσό εισιτήριο του Γουίλι Γουόνκα για ένα υπέροχο εργοστάσιο σεξ, χάρη στην παλιά καλή φήμη».

Φυσικά, πολλές από τις γυναίκες με τις οποίες είχε σεξουαλικές επαφές συναινούσαν. Όπως είπε στους ενόρκους ο συνήγορος υπεράσπισής του, «για πολλά χρόνια είχε αφιερωθεί σε έναν εξαιρετικά έκλυτο τρόπο ζωής», υπενθυμίζοντάς τους ότι «το να κάνει κανείς πολύ σεξ είναι απολύτως νόμιμο». Το My Booky Wook, που παρέμεινε στην κορυφή της λίστας των ευπώλητων των Sunday Times για επτά εβδομάδες το 2007 και πούλησε 600.000 αντίτυπα σε σκληρόδετη έκδοση στο Ηνωμένο Βασίλειο, ξεκινά με τον ίδιο να εισάγεται σε κλινική για τον εθισμό στο σεξ.

Στις σελίδες του περιγράφει τις επισκέψεις του σε κλαμπ με χορεύτριες και τις «πολλές» φορές που έκανε στοματικό σεξ στις τουαλέτες, καθώς και τις πολυάριθμες σεξουαλικές συνευρέσεις με τρία άτομα.

Η διασημότητα και η επιτυχία τού έφερναν «γκόμενες»

«Οι κανόνες αλλάζουν όταν είσαι διάσημος. Σε αυτή την περίπτωση, οι δύο είναι συχνά καλύτερες από καμία ή από μία». Γράφει επίσης πώς μια υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων του MTV «μου υπενθύμισε ότι είχα χρεώσει στην πιστωτική της κάρτα χορούς σε ιδιωτικό χώρο και εκδιδόμενες γυναίκες, ενώ είχα ζητήσει από το ξενοδοχείο να μου δώσει μετρητά χρεώνοντάς τα στον λογαριασμό της, χωρίς να το γνωρίζει προηγουμένως».

Η εφημερίδα Observer χαρακτήρισε το βιβλίο «ένα σκανδαλώδες, ηδονιστικό, καλύτερα γραμμένο και πιο διασκεδαστικό από τις αμέτρητες αυτοβιογραφίες διασήμων που γεμίζουν τα ράφια». Το περιοδικό Heat έγραψε: «Όταν τελειώνεις το βιβλίο, έχεις την αίσθηση ότι γνωρίζεις πραγματικά τον Ράσελ και ότι τον συμπαθείς».

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς έναν σημερινό διάσημο να γράφει μια αυτοβιογραφία στην οποία ισχυρίζεται ότι, όταν φοιτούσε σε σχολή υποκριτικής, μια γνωστή ηθοποιός που βρισκόταν στην prime time τηλεόραση, την οποία κατονομάζει, «με φίλησε κάποτε σε έναν διάδρομο» και ότι για χρόνια μετά έλεγε στους άλλους «είχα σεξουαλική επαφή μαζί της… Και όταν λέω σεξ, εννοώ πρωκτικό σεξ». Ωστόσο, όλα παρουσιάζονται με έναν ανάλαφρο, αποκαλυπτικό τρόπο, μέσα από την αφήγηση «ενός τύπου από το Έσεξ που του αρέσουν οι γυναίκες με μεγάλα οπίσθια και μεγάλο στήθος… Τα υπέροχα κορίτσια».

Υπό το φως των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, τα γραπτά που τότε επαινούνταν ως ειλικρινή, αυθεντικά και εξαιρετικά αστεία σήμερα μοιάζουν με οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό. «Οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να μπερδέψουν την ειρωνεία και την αυτογνωσία με την ειλικρινή αποκάλυψη της αλήθειας και την αξιοπιστία», λέει η Ντίτουμ. «Η ιδέα ήταν ότι κάνοντας αστεία για το πόσο σεξουαλικό τέρας ήταν, θα έπειθε το κοινό ότι στην πραγματική του ζωή δεν ήταν πράγματι ένα σεξουαλικό τέρας».

Ένας πρώην επικεφαλής τηλεοπτικού σταθμού, ο οποίος δεν θέλησε να κατονομαστεί, εξήγησε με τον εξής τρόπο τη νοοτροπία που επικρατούσε στους συναδέλφους του: «Έχεις έναν χαρισματικό παρουσιαστή, ο οποίος φαίνεται να είναι πάρα πολύ καλός σε αυτό που κάνει, και δεν θέλεις να τον χάσεις. Οι γυναίκες που υφίσταντο αυτή τη συμπεριφορά δεν αισθάνονταν ότι είχαν τη δύναμη να μιλήσουν. Και οι λίγες που ένιωθαν ότι μπορούσαν να το κάνουν ενδέχεται να χαρακτηρίζονταν ταραχοποιοί. Σε κάθε περίπτωση, δεν τις άκουγε κανείς πραγματικά, επειδή δεν ήθελες να χάσεις τον σταρ. Αυτή ήταν η διαδικασία».

Πράγματι, κατά τη διάρκεια της δίκης του Μπραντ, μία από τις γυναίκες που τον κατήγγειλαν είπε στο δικαστήριο ότι δεν είχε αναφέρει όσα της συνέβησαν, επειδή πίστευε πως κανείς δεν θα την πίστευε μέσα σε εκείνη την «ανδροκρατούμενη, μάτσο κουλτούρα της εποχής». «Ήταν ο λόγος μου απέναντι στον δικό του», κατέθεσε.

Η Τζο Κόλφιλντ, η οποία ανήκε στην ίδια γενιά κωμικών με τον Μπραντ και δραστηριοποιούνταν στην stand-up σκηνή των αρχών της δεκαετίας του 2000, λέει ότι αρχικά τον είχε βρει «εξαιρετικά γοητευτικό». Σήμερα, ωστόσο, θεωρεί ότι το περιβάλλον του «του έδινε τη δυνατότητα να συμπεριφέρεται έτσι και κανείς δεν έλεγε τίποτα εναντίον του». «Οι άνθρωποι έχουν γύρω τους άλλους ανθρώπους: διοργανωτές, βοηθούς στην τηλεόραση. Έτσι λειτουργεί η ιεραρχία της τηλεόρασης. Αν ένας βοηθός παραγωγής, που βρίσκεται στα χαμηλότερα κλιμάκια, πάει στο καμαρίνι του και εκείνος βγάζει το πέος του, η αντίδραση είναι περίπου: “Έλα τώρα, μην κάνεις φασαρία”».

Και ενώ τα πρότυπα προστασίας και ασφάλειας έχουν αυστηροποιηθεί σημαντικά σε ορισμένους τομείς της βιομηχανίας του θεάματος, η ίδια λέει ότι τέτοιες συμπεριφορές «εξακολουθούν να συμβαίνουν». «Κανείς δεν θέλει να δυσαρεστήσει τον σταρ. Αυτός ο άνθρωπος φέρνει χρήματα, οπότε όλοι όσοι βρίσκονται χαμηλότερα στην ιεραρχία καλό είναι να μη μιλήσουν, ακόμη κι αν εκείνος συμπεριφέρεται άσχημα», λέει η Κόλφιλντ.

Στο τέλος του My Booky Wook, ο Μπραντ γράφει: «Έχω κάνει μερικά φρικτά πράγματα κατά τη διάρκεια αυτού του βιβλίου… Θέλω να πω, κατά τη διάρκεια της ζωής μου». Σήμερα καταλαβαίνουμε πόσο φρικτά ήταν αυτά τα πράγματα.

Τι είναι η Lad Culture 

Η κουλτούρα των lads (γνωστή επίσης ως new lad ή laddism) ήταν μια υποκουλτούρα της δεκαετίας του 1990 και των αρχών της δεκαετίας του 2000, κυρίως στη Βρετανία και την Ιρλανδία, η οποία διαμορφώθηκε και προωθήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης. Ο όρος lad culture εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σήμερα για να περιγράψει συλλογικές, αγενείς ή μισογυνιστικές συμπεριφορές νεαρών ετεροφυλόφιλων ανδρών, ιδιαίτερα φοιτητών πανεπιστημίων.

Στην κουλτούρα των lads της δεκαετίας του 1990 και του 2000, η εικόνα του «lad» ή του «new lad» παρέπεμπε σε έναν άνδρα που ανήκε γενικά στη μεσαία τάξη, αλλά υιοθετούσε συμπεριφορές και αντιλήψεις που συνήθως αποδίδονταν στην εργατική τάξη. Η υποκουλτούρα αυτή χαρακτηριζόταν από νεαρούς ετεροφυλόφιλους άνδρες που υιοθετούσαν μια αντιδιανοουμενίστικη στάση, απορρίπτοντας τις πολιτιστικές δραστηριότητες και την ευαισθησία και προτιμώντας το ποτό, τον αθλητισμό, το σεξ και τον σεξισμό.

Η κουλτούρα των lads ήταν πολυδιάστατη και ιδιαίτερα δημοφιλής, με παρουσία στη λογοτεχνία, τα περιοδικά, τον κινηματογράφο, τη μουσική και την τηλεόραση. Βασικό χαρακτηριστικό της ήταν το ειρωνικό χιούμορ. Την εποχή εκείνη αντιμετωπιζόταν κυρίως ως μια ανδρική αντίδραση απέναντι στον φεμινισμό και στο πρότυπο του υπέρ του φεμινισμού «νέου άνδρα» (new man). Η δημόσια συζήτηση γύρω από τον «νέο lad» αποτέλεσε μία από τις πρώτες ευρείας κλίμακας συζητήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η ετεροφυλόφιλη ανδρική ταυτότητα.

Ως κυρίαρχο πολιτισμικό φαινόμενο, η κουλτούρα των lads άρχισε να υποχωρεί στις αρχές της δεκαετίας του 2000, καθώς κατέρρευσε η αγορά των ανδρικών περιοδικών (lad mags), εξέλιξη που επιταχύνθηκε από την άνοδο του Διαδικτύου. Παρ' όλα αυτά, το στερεότυπο του lad εξακολούθησε να αξιοποιείται στη διαφήμιση και το μάρκετινγκ μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 2010.

Παρότι ο όρος «lad culture» χρησιμοποιούνταν κυρίως στη Βρετανία και την Ιρλανδία, αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης παγκόσμιας πολιτισμικής τάσης στις ανεπτυγμένες αγγλόφωνες χώρες. Ενδεικτικός είναι ο τίτλος του βιβλίου Beer, Babes and Balls (Μπύρα, γυναικείες παρουσίες και μπάλες), που κυκλοφόρησε το 2007 από τον ακαδημαϊκό των σπουδών φύλου Ντέιβιντ Νάιλουντ και εξετάζει το αθλητικό ραδιόφωνο στις ΗΠΑ. Ο τίτλος παραπέμπει στα τρία στερεοτυπικά ενδιαφέροντα του «lad».

Ο αμερικανικός όρος bro culture (κουλτούρα των «bros») συνδέεται στενά με την κουλτούρα των lads. Ωστόσο, εμφανίστηκε περίπου δύο δεκαετίες αργότερα και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξετάζεται μέσα σε διαφορετικό πολιτισμικό πλαίσιο.

Πηγές: BBC και Wikipedia

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY