- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Brigitte Reimann, «Αδέρφια»: Αποκλειστική προδημοσίευση
To μυθιστόρημα της Brigitte Reimann «Αδέρφια» (μετάφραση-επίμετρο Μαρία Μαντή) κυκλοφορεί στις 10 Οκτωβρίου από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Για πρώτη φορά στα ελληνικά, το βιβλίο που μας εκσφενδονίζει στην παλλόμενη καρδιά της οικογένειας και της μεταπολεμικής Ανατολικής Γερμανίας
To μυθιστόρημα της Brigitte Reimann «Αδέρφια» (μετάφραση-επίμετρο Μαρία Μαντή, 208 σελίδες) κυκλοφορεί στις 10 Οκτωβρίου από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Διαβάστε παρακάτω ένα απόσπασμα — μια αποκλειστική προδημοσίευση για την A.V.:
Όταν πήγα προς την πόρτα, όλα μέσα μου γύριζαν.
Εκείνος είπε: «Αυτό δεν πρόκειται να το ξεχάσω». Στάθηκε άκαμπτος και ακίνητος στη μέση του δωματίου και είπε με μια ψυχρή, τραχιά φωνή: «Αυτό δεν θα σ’ το συγχωρήσω».
Έξω στον διάδρομο, βρήκα το πόμολο και κρατήθηκα πάνω του, περιμένοντας ν’ ακούσω τη φωνή του, μια βρισιά, ή έστω να πετάξει το παπούτσι του με δύναμη στην πόρτα.
Παλιά μου πετούσε παπούτσια όποτε μαλώναμε, ακόμα και βάζο μου είχε πετάξει· μια άλλη φορά, που τον κλείδωσα έξω στο μπαλκόνι, έριξε γροθιά στο τζάμι. Τότε, παλιά, ήταν πολύ οξύθυμος και μερικές φορές τον φοβόμουν· τώρα όμως θα προτιμούσα τον θυμό του από αυτή την παγερή ηρεμία.
Έμεινα για λίγα λεπτά στον διάδρομο. Απ’ το ανοιχτό παράθυρο έβλεπα τα βρεγμένα, καφέ κλαδιά της καρυδιάς μπροστά στο σπίτι και τις οδοντωτές άκρες των φύλλων. Το καλοκαίρι, τα κλαδιά, βαριά και σκουροπράσινα, γέρνουν με τον ίδιο γνώριμο τρόπο πάνω απ’ τη σκάλα και τα φύλλα χτυπούν στο παράθυρο όταν φυσάει. Σήμερα είναι Τρίτη του Πάσχα. Οι μεταξένιες κίτρινες φορσύθιες έχουν ήδη μαραθεί. Αύριο θα έφευγε ο Ούλι μια για πάντα.
Στο δωμάτιο επικρατούσε ησυχία και τελικά πήγα στις μύτες των ποδιών μου μέχρι την κουζίνα, πατώντας πάνω στο κόκκινο χαλί από ίνες κοκοφοίνικα – από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα υπήρχε ένα κόκκινο χαλί στον διάδρομο, κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια το αντικαθιστούσαν, μόνο τα χρόνια μετά τον πόλεμο ήταν φθαρμένο, γκρι και ταλαιπωρημένο. Στους τοίχους κρέμονται ακόμη οι ίδιες εκτυπώσεις, του Λίμπερμαν και του Λάιμπλ· τα χαρούμενα τοπία του Βαν Γκογκ που είχα χαρίσει στους γονείς μου, βρίσκονται στο συρτάρι ενός γραφείου κάτω απ’ τους παλιούς σχολικούς μας ελέγχους και τις προσεκτικά αρχειοθετημένες επιστολές και καρτ ποστάλ που γράφαμε κατά τη διάρκεια των σπουδών μας.
Στην κουζίνα κάθισα πάνω στη μικρή παπουτσοθήκη και, όταν άναψα τσιγάρο, είδα πως τα χέρια μου έτρεμαν. Δεν περίμενα να αντιδράσει έτσι ο Ούλι – και αναρωτήθηκα αν περίμενα στ’ αλήθεια κάτι ή αν είχα έστω κατ’ ελάχιστον υπολογίσει το τι θα γινόταν όταν, σήμερα το πρωί, πήγα τρέχοντας στον Γιοάχιμ – απλώς διέσχισα τον δρόμο, πέρασα την πλακόστρωτη αυλή και ανέβηκα τη στενή, σκοτεινή σκάλα με τα μπρούτζινα προστατευτικά. Μένει διαγώνια απέναντι, σε μια άσχημη πολυκατοικία που έχτισε ένας μικροεπιχειρηματίας εδώ, στα περίχωρα της πόλης.
Αναρωτήθηκα μάλιστα γιατί είχα τρέξει στον Γιοάχιμ έτσι κι αλλιώς, και καθώς καθόμουν πάνω στη χαμηλή παπουτσοθήκη και κάπνιζα παρατηρώντας καχύποπτα τα χέρια μου, προσπαθούσα να καταλάβω τι ένιωθα για τον Ούλι τώρα, οχτώ και τέταρτο το πρωί, μέσα σε μια κουζίνα πλημμυρισμένη απ’ τον ήλιο…
Δεν έβγαζα απ’ το μυαλό μου το πρόσωπό του: το έντονο πιγούνι του, τα πυκνά, μαύρα, ίσια φρύδια και τα ανοιχτόχρωμα καστανά του μάτια, γεμάτα μικρά σκούρα στίγματα – σαν σκουριασμένες κηλίδες. Είμαι είκοσι τεσσάρων, έναν χρόνο μικρότερη από κείνον, κι όλα αυτά τα χρόνια το πρόσωπό του μου ήταν οικείο και προσιτό – μόνο πέρυσι, απ’ τις καλοκαιρινές διακοπές και μετά, αν θυμάμαι καλά, έβρισκα κάποιες φορές μια σκληρότητα στην έκφρασή του που μου ήταν ξένη και βασανιστικά ακατανόητη.
Όταν μιλούσα στους φίλους μου γι’ αυτόν –αχ, κι εκείνοι χαμογελούσαν ειρωνικά για τον τρυφερό ενθουσιασμό μου, το ξέρω–, τους έλεγα: «Είναι όμορφος, το πιο όμορφο αγόρι που ξέρω. Είναι έξυπνος, πολύ πιο έξυπνος από μένα. Πήρε το απολυτήριό του με άριστα. Είναι ο καλύτερος στην ομάδα του στο σεμινάριο. Τα κορίτσια τον κυνηγούν. Είναι δυνατός, επιδέξιος αθλητής. Διαβάζει πολύ. Πηγαίνει συχνά σε συναυλίες. Αγαπιόμαστε». Γελούσαν: «Για δείξε μας το θαύμα που λες πως έχεις για αδερφό». Ο Ούλι τότε σπούδαζε στο Ρόστοκ, στην ακτή της Βαλτικής, κι εγώ πήγαινα στη Σχολή Καλών Τεχνών στη Δρέσδη. Ανάμεσά μας υπήρχαν πεντακόσια χιλιόμετρα σιδηροδρομικής απόστασης. Τον τελευταίο χρόνο δεν υπερηφανευόμουν πια τόσο για κείνον, αλλά συνέχιζα να λέω: «Αγαπιόμαστε».
Έσβησα το τσιγάρο. Ξαφνικά σκέφτηκα πως ίσως αυτό που αγαπώ στον Ούλι είναι κάτι περασμένο, μισοξεχασμένο –η παιδική μας ηλικία που η μνήμη μου την παρουσιάζει σαν ειδυλλιακή εικόνα– και παρόλο που βλέπω καθαρά αυτή την πλάνη κι έχω εκατό λογικά επιχειρήματα να της αντιτάξω, κοιτάζω μ’ ένα είδος συναισθηματικής απόλαυσης την κινηματογραφική ταινία των αναμνήσεων με σκηνές που τρεμοπαίζουν – μια διαδοχή από μικρές, τεχνητά επεξεργασμένες εικόνες καθημερινών σκηνών:
Ανθισμένες κερασιές στον κήπο, το σκάμμα με την άμμο, τα κόκκινα και κίτρινα μεταλλικά κουβαδάκια·ένας τοίχος σκεπασμένος με κισσό, στη βάση του, ανάμεσα σε πλατύφυλλα φυτά με μοβ άνθη, μαζεύουμε κοχύλια σαλιγκαριών απ’ το μαύρο, υγρό φυλλόχωμα. Η καλύβα στον κήπο ενός παιδικού μας φίλου, που το όνομά του μου διαφεύγει πια, καθόμαστε σκυφτοί μέσα στο άχυρο, μια τραχιά μυρωδιά καθώς καπνίζουμε αποξηραμένα φύλλα αμπελιού σε κοντές ινδιάνικες πήλινες πίπες· το μπαλκόνι, η ζέστη του Ιουλίου, μια τέντα με μπλε και λευκές ρίγες, οι πράσινες ζαρντινιέρες ξεχειλίζουν από πετούνιες· είναι μεσημέρι, περιμένουμε τον πατέρα μας να γυρίσει με το ποδήλατο απ’ τη δουλειά του στον εκδοτικό οίκο· ξέρουμε τον ήχο απ’ το κουδούνι του, τον χαιρετάμε και φωνάζουμε· ένα ξέφωτο στη γειτονιά, όπου πρόχειρα συναρμολογημένα καροτσάκια κυλούν πάνω σε στενές ράγες γύρω απ’ την ξυλαποθήκη· μυρίζει γλυκά κι έντονα, σαν φρέσκο ξύλο· παίζουμε Κυνηγοί και Ινδιάνοι και ρίχνουμε τόμαχοκ· ένα χειμωνιάτικο βράδυ, η μητέρα μου, γεματούλα και μελαχρινή, καθισμένη στην ψάθινη πολυθρόνα της, μπροστά στο καλογυαλισμένο μικρό τραπέζι ραψίματός της, μας διαβάζει τα παραμύθια του Άντερσεν· έξω απ’ το παράθυρο πέφτει το σούρουπο, χιονίζει…
Και ο Ούλι ήταν πάντα εκεί. Αργότερα διαβάζαμε μόνοι μας τα παραμύθια του Άντερσεν, μαζί, στριμωγμένοι πάνω σ’ ένα σκαμνί πλάι πλάι και βλέπαμε τη μικρή γοργόνα, με τα μακριά μαλλιά της να επιπλέουν στο νερό και τα ροδαλά κοχύλια γύρω απ’ τον λαιμό της… και το αηδόνι και τον αυτοκράτορα με τα ατελείωτα μακριά του νύχια, μ’ ένα λεπτό, κίτρινο μουστάκι που του έφτανε ως το στήθος. Και πολύ αργότερα διαβάσαμε τον Τζίμι Χίγκινς και κλάψαμε, διαβάσαμε το Τσιμέντο του Γκλάντκοφ και τον Έβδομο σταυρό, τους Ληστές και Το κόκκινο και το μαύρο του Σταντάλ – πάντα μαζί, πάντα συγκινημένοι απ’ τις ίδιες σκέψεις, τα ίδια αισθήματα. Και στο τέλος, το 1956, θολωμένοι και πικραμένοι, καβγαδίσαμε για Το μηδέν και το άπειρο του αποστάτη Καίσλερ… κι από τότε, ώρες ώρες μου φαινόταν πως ο Ούλι δεν κατάφερε ποτέ να ξαναβγεί απ’ το «σκοτάδι» του αγγλικού τίτλου, ενώ εγώ είχα προ πολλού επιστρέψει στον Γκλεμπ Τσουμαλόφ, στη Ντάσα και τον Τσιμπίς.
* * *
ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: 1960. Τα σύνορα ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Γερμανία έχουν κλείσει. Για την Ελίζαμπετ, μια νεαρή ζωγράφο, η ΛΔΓ αποτελεί την ευκαιρία της γενιάς της να οικοδομήσει ένα ισότιμο σοσιαλιστικό μέλλον. Για τον αδελφό της, τον Ούλι, είναι ένας τόπος περιορισμών και καταπίεσης. Ανάμεσά τους ανοίγεται ολοένα και περισσότερο το χάσμα της κομματικής γραμμής· πάνω από τις ζωές τους πλανώνται τα δίδυμα φαντάσματα της ευκαιρίας και του φόβου, καθώς και η σκιά του λιποτάκτη αδελφού τους, του Κόνραντ. Με πρόζα τολμηρή σαν κατακόκκινη πινελιά, η Μπριγκίτε Ράιμαν αναμετριέται με τη σύγκρουση ανάμεσα στον ιδεαλισμό και την καταστολή, την οικογενειακή αφοσίωση και την επιθυμία. Αυτό το παθιασμένο, ρηξικέλευθο μυθιστόρημα, γραμμένο όταν η Ράιμαν ήταν μόλις είκοσι επτά ετών, παραμένει ένα από τα καλτ κλασικά έργα της ανατολικογερμανικής λογοτεχνίας.
Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Η Brigitte Reimann (1933-1973) συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες συγγραφείς της Ανατολικής Γερμανίας. Όπως και οι ηρωίδες της, υπήρξε παρορμητική και αφοπλιστικά ειλικρινής, τολμώντας να αγγίξει ζητήματα και ευαισθησίες που στη ΛΔΓ συχνά καταστέλλονταν ή αποσιωπούνταν. Πίστευε βαθιά στον σοσιαλισμό, χωρίς ωστόσο να ενταχθεί ποτέ στο κόμμα· έζησε με τον δεύτερο σύζυγό της, διατηρώντας παράλληλα και άλλες ερωτικές σχέσεις. Η ίδια έλεγε πως στόχος της ήταν να ζήσει «τριάντα άγρια χρόνια αντί για εβδομήντα πειθαρχημένα». Το 1960, όταν ο αδερφός της έφυγε για τη Δύση, άρχισε να γράφει το έργο της «Αδέρφια». Πέθανε από καρκίνο σε ηλικία μόλις τριάντα εννέα ετών, έχοντας ήδη αναγνωριστεί ως σημαντική συγγραφέας και σχεδόν καλτ μορφή της λογοτεχνίας τής ΛΔΓ.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
To μυθιστόρημα της Brigitte Reimann «Αδέρφια» (μετάφραση-επίμετρο Μαρία Μαντή) κυκλοφορεί στις 10 Οκτωβρίου από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Η εκδήλωση φιλοξενήθηκε στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών
Ο ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής μιλά για το νέο του βιβλίο «Αντί καληνύχτας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Key Books
H σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα
Το γελοίο συναντά το τραγικό και η παραφροσύνη παίρνει ανθρώπινη µορφή
Ο γνωστός συγκοινωνιολόγος και συγγραφέας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο «Κυκλοφοριακό: Υπάρχει λύση; 100 προβλήματα + 100 προτάσεις»
Από το «Λουρί της τρέλας» μέχρι τη «Σκονισμένη πόλη», ο συγγραφέας εξηγεί στην ATHENS VOICE πώς γεννιούνται οι ιστορίες τρόμου
Ένα εβδομαδιαίο podcast για τις νέες εκδόσεις, και τις νέες σειρές και ταινίες.
Η Έιμπρα, όσα τη χαρακτηρίζουν και ο «πραγματικός» κόσμος
Από τον Ίαν ΜακΓιούαν στις φυλακές της Κολομβίας, και από μια ακόμη τρομερή δυστοπία στον ρόλο του γυναικείου σώματος στην ανθρώπινη εξέλιξη
«Η μυθοπλασία αξιοποιεί μια διαφορετική αφηγηματική τεχνική από τη μη-μυθοπλασία, όμως, στην τελική, κάθε είδους γραφή αποτελεί μια αφήγηση», δήλωσε ο Κινγκ στην Athens Voice
Η ποίηση, οι λέξεις, ο Νίκος Καρούζος και η Έξοδος του Μεσολογγίου
Η ζωή της «βασίλισσας των ρομάντζων» και η διαχρονική γοητεία του ροζ μυθιστορήματος
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Αμφιθέατρο του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου
Δύο πρώην νικητές και τρεις νέες υποψηφιότητες διεκδικούν το μεγάλο λογοτεχνικό βραβείο
Το πολύτιμο αντίτυπο του «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» πέρασε πλέον στη Βρετανική Βιβλιοθήκη
Ένα εβδομαδιαίο podcast για τις νέες εκδόσεις, και τις νέες σειρές και ταινίες.
Η Μαρία Μπούρη, επιμελήτρια της έκδοσης, μιλάει για την ανθρωπιστική διάσταση της ιατρικής, τη σχέση γιατρού-ασθενούς και τον ρόλο της παιδείας στην άσκηση της ιατρικής.
Ο Δρ. Zaldy Tan μιλά για την απώλεια μνήμης, την άνοια και το Αλτσχάιμερ, δίνοντας πρακτικές συμβουλές για ασθενείς, οικογένειες και φροντιστές.
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.