Θεατρο - Οπερα

Για το Θέατρο στην Αθήνα - Μέρος 2ο, για την κριτική

Είναι ώριμη πλέον η εποχή να δούμε με σοβαρότητα τι σημαίνει υποκειμενικότητα στην καλλιτεχνική κριτική

Ματίνα Καλτάκη
Ματίνα Καλτάκη
ΤΕΥΧΟΣ 1013
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Για το Θέατρο στην Αθήνα - Μέρος 2ο, για την κριτική
© Ελίνα Γιουνανλή

Θέατρο στην Αθήνα: η θεατρική κριτική, η αισθητική, ο καλλιτεχνικός ναρκισσισμός και η ανάγκη για ουσιαστικές παραστάσεις.

Έγραφα στο πρώτο μέρος για το Θέατρο στην Αθήνα, ότι, επειδή ο μεγάλος αριθμός παραστάσεων που βλέπουμε δεν έχει σοβαρό προϋπολογισμό, ένα σεβαστό μέρος τους είναι τουλάχιστον προβληματικό.

Χωρίς χρήματα και παραγωγή, και σοβαρά πεπαιδευμένο και εκπαιδευμένο καλλιτεχνικό δυναμικό, σπάνια προκύπτουν μικρά χειροποίητα θαύματα. Για την πλειονότητα των παραστάσεων ο κριτικός οφείλει να αντιμετωπίσει το εξής δύσκολο δίλημμα: γράφω ό,τι σκέφτομαι για το σκηνικό αποτέλεσμα, ανιδιοτελώς αλλά αυστηρά, μήπως και οι καλλιτέχνες δουν πού χωλαίνει η προσπάθειά τους και κάτι διορθώσουν, κάπως βελτιωθούν στη συνέχεια, ή εστιάζω στην ευγενή πρόθεση των δημιουργών, τον κόπο τους και στην αγωνία τους να επιβιώσουν στην εξαιρετικά ανταγωνιστική θεατρική αγορά, στρογγυλεύοντας την κρίση μου αντί να εντοπίσω τα προβληματικά στοιχεία της;

Κανείς δεν χαίρεται με την αρνητική κριτική, αλλά από τη στιγμή που δουλειά των καλλιτεχνών του θεάτρου είναι η έκθεση επί σκηνής, οι οξείες αντιδράσεις τους (που κάποτε φτάνουν μέχρι και τα εξώδικα και τις απειλές αγωγών) είναι παιδαριώδεις. Το ρητορικό ερώτημα που επικαλούνται «Ποιος κρίνει και με ποια κριτήρια;» είναι αστείο. Όλοι κρίνουν – και ο τελευταίος, ο πλέον αδιάβαστος και θεατρικά απαίδευτος θεατής, κρίνει αυτό που είδε με τις, όποιες, προσλαμβάνουσές του. Επομένως, το ερώτημα αφορά στην πραγματικότητα εκείνους τους ελάχιστους που γράφουν κριτικές. Γιατί τα κείμενα μένουν. Αυτοί είναι το «πρόβλημα», αυτοί που γράφουν χωρίς ιδιοτέλεια.

Πώς κρίνω και με ποια κριτήρια; Σκέφτομαι ένα πείραμα, που νομίζω θα είχε ενδιαφέρον να δοκιμάσω: να γράψω δύο κριτικά κείμενα για την ίδια παράσταση, εστιάζοντας στα θετικά στοιχεία της στο πρώτο, στα αρνητικά της στο δεύτερο. Πώς θα αντιδρούσαν τότε οι δημιουργοί της; Γιατί αυτό που θα προέκυπτε από τη συγκριτική ανάγνωσή τους θα αποδείκνυε ότι το πρίσμα της ερμηνευτικής προσέγγισης και η γλώσσα με την οποία αναπτύσσονται τα επιχειρήματά της μπορούν να είναι ισχυρότερα από τα επιχειρήματα καθαυτά. Σας έχει συμβεί, όταν π.χ. διαβάζετε μια κριτική που είναι αναλογικώς καλύτερη από την ίδια την παράσταση στην οποία αναφέρεται.

Συνεπώς, είναι ώριμη πλέον η εποχή να δούμε με σοβαρότητα τι σημαίνει υποκειμενικότητα στην καλλιτεχνική κριτική, και ίσως να συμφωνήσουμε μ’ εκείνο που έγραψε ο Όσκαρ Ουάιλντ το 1890 στον διάλογό του «Ο κριτικός ως δημιουργός» (εκδ. Στιγμή, 1984): «Η κριτική που αξίζει να διαβάζει κανείς δεν ασχολείται με την τέχνη ως έκφραση, αλλά αποκλειστικώς με την τέχνη ως εντύπωση».

Αγωνίες της θεατρικής κριτικής στην ψηφιακή εποχή

Η κριτική σήμερα έχει να αντιμετωπίσει δύο μεγάλες δυσκολίες. Η πρώτη αφορά τις αλλαγές στο μοντέλο δημοσιότητας, την κάθετη πτώση των εφημερίδων και την κυριαρχία ιστοσελίδων και πλατφορμών που καθιστούν την επικοινωνία πομπού-δέκτη αναγκαστικά αμφίδρομη. Ουδέποτε στο παρελθόν το κοινό ήταν πιο δυνατό, εφόσον σήμερα καθείς μπορεί να διατυπώσει αμέσως και δημοσίως την άποψή του, και ταυτόχρονα πιο αδύναμο, καθώς αλγόριθμοι και social media κατάφεραν μέσα σε λίγα χρόνια να μετακινήσουν το ενδιαφέρον από την ποιότητα των κειμένων στον αριθμό των clicks. Η ποσότητα αποτελεί πλέον ποιοτικό κριτήριο.

Λόγοι βιοπορισμού των δημοσιογράφων/κριτικών οδηγούν σε κριτικά κείμενα που προσπαθούν να διατηρήσουν ισορροπίες, ώστε να μην ενοχληθούν πελάτες και φίλοι από τον χώρο. Μέχρι και επαναδιατυπώσεις δελτίων Τύπου ενισχυμένων με θετικές αποτιμήσεις παρουσιάζονται ως κριτικές. Υπάρχουν έως και χορηγούμενες «κριτικές» που γράφονται για να κυκλοφορήσουν στα κοινωνικά δίκτυα ως διαφήμιση. Δεν λείπουν και κείμενα στρατευμένα, που κρίνουν παραστάσεις με ακτιβιστικό μένος, υπακούοντας στα κριτήρια της woke ατζέντας. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, μεταξύ της οικονομίας της τέχνης και της οικονομίας της αγοράς, η διαδρομή του σοβαρού κριτικού δεν μπορεί παρά να είναι μοναχική.

Το δεύτερο σοβαρό ζήτημα είναι ο εκδημοκρατισμός της καλλιτεχνικής έκφρασης που, τα ξέρετε, ξεκίνησε με τα avant-guard κινήματα των αρχών του 20ού αι. και τα ready-made του Μαρσέλ Ντισάν κι έφτασε σε σημείο κορύφωσης με τα «Brillo Boxes» του Γουόρχολ τη δεκαετία του ’60. Το προσομοίωμα ως έργο τέχνης καθαυτό δικαιολογεί, μεταξύ άλλων, ο Αrthur Danto (1924-2013), που διακήρυξε το «τέλος της Ιστορίας της Τέχνης» («Η μεταμόρφωση του κοινότοπου», εκδ. Μεταίχμιο 2004).

Η Ιστορία φυσικά δεν τελειώνει, ούτε η Ιστορία της Τέχνης, αλλά ίσως ήρθε η ώρα να παραδεχτούμε ότι τελειώσαμε με τις πρωτοπορίες και ότι, αν κάτι έχει αξία και σημασία σήμερα, είναι να δούμε έργα τέχνης, παραστάσεις εν προκειμένω, που να μην υπακούουν στην Αισθητική του Αυθαίρετου. Το διαπιστώνουμε συχνά σε παραστάσεις που βασίζονται σε σπουδαία, παλιά, κλασικά έργα: στο όνομα της σύγχρονης επαναπρόσληψής τους μεταμορφώνονται σε κάτι που δεν αφορά παρά τον ναρκισσισμό των δημιουργών τους. «Η μορφή και το περιεχόμενο δεν έχουν πλέον καμία σχέση μεταξύ τους, επειδή το ίδιο το περιεχόμενο επαναπροσδιορίζεται ως μορφή» γράφουν οι Jappe και Kurz, και συμπληρώνουν: «Έτσι καταργείται κάθε κριτήριο. Ενώ μια συνειδητή πολιτισμική ενσωμάτωση πάντα αναπτύσσει κριτήρια, ακόμα κι αν γνωρίζει τη σχετικότητά τους και μπορεί να τα αλλάζει, η εμπορευματική αισθητική είναι καθαυτού χωρίς κριτήρια – κάτι που ταιριάζει στο μεταμοντέρνο “έκκεντρο υποκείμενο” για το οποίο κυριολεκτικά “όλα είναι ίδια”(«Υπάρχει τέχνη μετά το τέλος της τέχνης;», εκδ. ΡΕΩ, 2021).

Μετά το «τέλος της τέχνης» παραμένουν καλλιτεχνικά ενεργές οι δυνάμεις της επανεύρεσης, της εμβάθυνσης, της επαναδιαχείρισης των καλλιτεχνικών θησαυρών του παρελθόντος. Αλλά με βασικό κριτήριο τη διάκριση, την ικανότητα μ’ άλλα λόγια, να διακρίνουμε το καλό από το μέτριο ή το άστοχο και να τολμάμε να διατυπώνουμε με τόλμη (και επιχειρήματα) τη γνώμη μας.

Ας αντιμετωπίσουμε τα δύσκολα ζητήματα, όπως το αν τα έργα τέχνης που θεωρούν δικαίωση την αυτοαναίρεσή τους τελικά δικαιώνουν την ευκολία, την προχειρότητα, τη ρηχότητα, την ασχήμια. Στο όνομα, πάντα, της «πρωτοπορίας» που ήδη θάψαμε και ξεχάσαμε. Και θα μοιραστώ μαζί σας και κάτι ακόμα που με απασχολεί: σε εποχές πολιτικά δύσκολες και επικίνδυνες, με τον κόσμο να πεινάει για λίγη ομορφιά και να περιμένει από τους καλλιτέχνες την αντίδραση στην απομάγευση όχι μόνο της τέχνης αλλά και της ζωής της ίδιας, μήπως οι καλλιτέχνες θα έπρεπε να τιμήσουν την ύψιστη εξουσία που τους αποδίδουμε; Οι θεατές κάτι θέλουν. Κάτι ζητούν. Είδα προχθές τα «Ανεξάρτητα κράτη» και μου έκανε εντύπωση που το κοινό γέμισε το θέατρο Χώρα. Αλλά για το καθόλα ενδιαφέρον σύγχρονο ελληνικό ρεαλιστικό δράμα, άλλη στιγμή. Ηθικολογικό; Ας είναι, κάποιοι από μας προσδοκούμε στο θέατρο να φωτιστούμε λίγο με ιδέες και εικόνες πέραν της καθημερινής βαρβαρότητας – στην ανυπέρβλητη σκοτεινή ησυχία του θεάτρου, εκεί όπου οι άνθρωποι-ρόλοι μοιράζονται ιστορίες με ανθρώπους-θεατές. Το κατάλαβε και η Στέγη και το «συναίσθημα» είναι κεντρική έννοια στο φετινό πρόγραμμά της.

Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται έχει ως εξής: Μήπως ο καλλιτεχνικός ναρκισσισμός, στην ήδη παλιά μεταμοντερνιστική εκδοχή του, πρέπει να περιοριστεί; Ποιους πραγματικά ενδιαφέρει λ.χ. ο προβληματισμός που συνέχει το πρόγραμμα της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου της περσινής και της (βελτιωμένης οπωσδήποτε) φετινής σεζόν; Το εργαστήριο του θεάτρου, το inside job, από τη στιγμή που γίνεται θέαμα, αλλάζει φύση. Δέχομαι το επιχείρημα της «επικοινωνίας» καλλιτεχνών και κοινού στην ανοιχτή πρόβα, αλλά εκτός από περφόρμανς και αυτοσχεδιασμούς, και τις πολλές, αξιόλογες φυσικά, παράλληλες δράσεις, περιμένουμε από το Εθνικό Θέατρο σπουδαίες παραστάσεις. Με ηθοποιούς που να μιλούν την ελληνική, που να καταλαβαίνουν το συντακτικό της, που να είναι φωνητικά εκπαιδευμένοι, και με σκηνοθετικές συνθέσεις που να δικαιολογούν γιατί κάποια έργα χαρακτηρίζονται κλασικά. Περιμένουμε παραστάσεις που να μείνουν στη μνήμη μας.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY