Θεατρο - Οπερα

H Φόνισσα στη Σκιάθο, μια σύμπραξη Εθνικής Λυρικής Σκηνής και Εθνικού Θεάτρου

Στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη η «Φόνισσα» βρήκε ξανά τη φωνή της

Ειρήνη Παδουβά
Ειρήνη Παδουβά
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Καρυοφιλλιά Καραμπέτη
Καρυοφιλλιά Καραμπέτη © Γιάννης Αντώνογλου

Ταξιδέψαμε με το Εθνικό Θεάτρο και την Εθνική Λυρική Σκηνή στη Σκιάθο για την παγκόσμια πρεμιέρα της «Φόνισσας», με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και τη μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη

Στην Ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας Σκιάθου συναντήθηκαν, το βράδυ της 21ης Σεπτεμβρίου, η συγκλονιστική ερμηνεία της σπουδαίας Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και η μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη, στην παγκόσμια πρεμιέρα της «Φόνισσας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σε μορφή μελοδράματος. Ανάμεσα στον παπαδιαμαντικό λόγο και τη μουσική, την απόλυτη ισορροπία αναζήτησε και πέτυχε ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, ο οποίος υπογράφει τη δραματουργική επεξεργασία του διηγήματος και τη μουσική δραματουργία, διευθύνοντας το Ergon Ensemble, που έδωσε ζωντανά στη μουσική του Κουμεντάκη τη δραματική της υπόσταση. Μία ώρα και είκοσι λεπτά ήταν αρκετά για να περιπλανηθεί κανείς στον κόσμο της Φόνισσας και να ξαναθυμηθεί το σπουδαίο αυτό λογοτεχνικό έργο.

Στη Σκιάθο με το Εθνικό και ΕΛΣ για τη Φόνισσα 

Στην παγκόσμια πρεμιέρα της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο
Στην παγκόσμια πρεμιέρα της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο © Γιάννης Αντώνογλου

Είναι σούρουπο και για λίγα λεπτά επικρατεί απόλυτη ησυχία. Ακούγονται οι βηματισμοί της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου. Εισέρχονται στον χώρο. Εκείνος παίρνει τη θέση του απέναντι από το Ergon Ensemble και, ανοίγοντας τα χέρια του, δίνει το πρώτο σήμα στους μουσικούς. Η Καραμπέτη, σε απόλυτη σύνδεση με τον μαέστρο, μοιάζει σχεδόν να αναπνέει μαζί του. Κάθε κίνηση του σώματός του γίνεται σήμα και για τη δική της αφήγηση. Παύσεις, αργός λόγος, κρεσέντο και πάλι σιωπή. Η φωνή ακολουθεί τη μουσική και η μουσική τη φωνή, σε μια διαρκή εναλλαγή έντασης και ηρεμίας. Και κάπως έτσι, η αφήγηση ξεκινά…

Από τη Σκιάθο του 2026 στη Σκιάθο του 1903

Στη Σκιάθο, το 1903, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, προερχόμενος και ο ίδιος από μια φτωχή πολύτεκνη οικογένεια και γνωρίζοντας από κοντά τις δυσκολίες της ζωής στο νησί, αρχίζει να γράφει τη «Φόνισσα». Ο ίδιος παρέμεινε ανύπαντρος, πιθανόν επειδή τρεις από τις αδελφές του δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Πόσο από τη δική του ζωή πέρασε τελικά στις σελίδες του έργου; Η «Φόνισσα» αποτυπώνει με εντυπωσιακή οξύτητα τα δύσκολα για το γυναικείο φύλο εκείνα χρόνια, σε μια κοινωνία όπου η προίκα και οι βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις γύρω από τον γάμο και την οικογένεια μπορούσαν να μετατρέψουν τη γέννηση ενός κοριτσιού σε δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος.

Η Σπηλιά της Φόνισσας (ή Σκοτεινή Σπηλιά) στη Σκιάθο
Η Σπηλιά της Φόνισσας (ή Σκοτεινή Σπηλιά) στη Σκιάθο © Γιάννης Αντώνογλου

Κεντρική του ηρωίδα είναι η Χαδούλα, η Φραγκογιαννού, μια βασανισμένη μεσόκοπη γυναίκα που έχει αναλώσει τη ζωή της υπηρετώντας τους άλλους: πρώτα τους γονείς της, έπειτα τον σύζυγο, τα παιδιά και, τέλος, τα εγγόνια της. Ο Παπαδιαμάντης, με μια σχεδόν ωμή ειλικρίνεια, χωρίς εξωραϊσμούς και συγκαλύψεις, απογυμνώνει την κοινωνία της εποχής του και τη σκιαγραφεί στις πιο σκληρές λεπτομέρειές της. Εξαντλημένη από τη δική της ζωή και έχοντας πλήρη επίγνωση της δυσμενούς θέσης των γυναικών στις φτωχές κοινωνίες του καιρού της, η Φραγκογιαννού οδηγείται σταδιακά στη διαστρεβλωμένη πεποίθηση ότι η απαλλαγή των κοριτσιών από μια ζωή βασάνων αποτελεί σχεδόν αποστολή της.

Το σπουδαιότερο σε αυτό το έργο, όμως, είναι ότι ενώ είναι γραμμένο σε μια γλώσσα που σήμερα μπορεί να μας φαίνεται μακρινή, στη χαρακτηριστική παπαδιαμαντική σύνθεση καθαρεύουσας και λαϊκών ιδιωματικών στοιχείων, αποκτά ξανά φωνή στον ίδιο τόπο όπου γεννήθηκε. Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, η «Φόνισσα» επιστρέφει στη Σκιάθο και ο κόσμος του Παπαδιαμάντη μοιάζει, για λίγες ώρες, να ζωντανεύει ξανά.

Η Φραγκογιαννού της Καραμπέτη

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ερμηνεύει την Φραγκογιαννού στο μελόδραμα  «Φόνισσα» σε μουσική  Γιώργου Κουμεντάκη  στη Σκιάθο
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ερμηνεύει την Φραγκογιαννού στο μελόδραμα «Φόνισσα» σε μουσική Γιώργου Κουμεντάκη στη Σκιάθο © Γιάννης Αντώνογλου

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, σχεδόν αφοπλιστική, αφηγείται και είναι σαν να βλέπεις όλους τους ήρωες να περνούν μπροστά σου. Εκείνη αφηγείται και ο θεατής βλέπει εικόνες. Η καθαρότητα του λόγου, η επιβλητικότητα της φωνής και η σωματική ένταση, που μοιάζει να διατρέχει κάθε της κίνηση και κάθε της χειρονομία, υπηρετούν μια ερμηνεία χωρίς περιττά εκφραστικά μέσα. Ο λόγος τρέχει σαν νερό, η φωνή καθηλώνει και, μαυροφορεμένη απέναντι στο κοινό, η Καραμπέτη μεταφέρει τον θεατή κατευθείαν στο ψυχογράφημα που έπλασε ο Σκιαθίτης λογοτέχνης.
Δεν είναι μόνο η Φραγκογιαννού. Μέσα από τη φωνή και το σώμα της περνούν οι θυγατέρες της, ο χωροφύλακας και τα υπόλοιπα πρόσωπα του διηγήματος, χωρίς η αφήγηση να χάνει ούτε στιγμή τη συνοχή της. Κάποια στιγμή, ένα δάκρυ κυλά από τα μάτια της, σαν να μην αφηγείται απλώς την ιστορία, αλλά να βιώνει εσωτερικά τον ανθρώπινο πόνο που κουβαλά το έργο.

Όπως άλλωστε θα πει αργότερα και η ίδια, η διαδικασία του να εισέλθει κανείς σε έναν τέτοιο κόσμο είναι βαθιά ψυχοφθόρα. Ανατρέχει μάλιστα στα εξίσου επώδυνα γυρίσματα πριν από τρία χρόνια, της ομώνυμης κινηματογραφικής «Φόνισσας», τα οποία περιγράφει ως τα πιο σκληρά γυρίσματα που έχει κάνει στην πορεία της.

Όταν η μουσική συναντά τους ήχους του νησιού

Στον προαύλιο χώρο του μοναστηριού, σε ένα από τα τοπόσημα που διέσχισε η Φραγκογιαννού για να φτάσει τελικά στο Κάστρο, «…εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης», οι 13 μουσικοί της παράστασης μύησαν το κοινό στον κόσμο του Παπαδιαμάντη και στη Σκιάθο του 1903. Μικρά κρουστά, πνευστά, οκαρίνες και μικρά φλάουτα δημιουργούσαν ένα ηχητικό τοπίο που συνομιλούσε με τη φύση γύρω από τον χώρο. Οι ήχοι των πουλιών, τα κύματα της θάλασσας και το θρόισμα των φύλλων λειτουργούσαν σαν ένα φυσικό μουσικό χαλί που συνόδευε την αφήγηση της Καραμπέτη και ενίσχυε την αίσθηση ότι ο κόσμος του Παπαδιαμάντη αναβιώνει.

Η εκκλησία του Χριστού στο Κάστρο, στη Σκιάθο
Η εκκλησία του Χριστού στο Κάστρο, στη Σκιάθο © Γιάννης Αντώνογλου

Και κάπως έτσι, η οπερατική σύνθεση της «Φόνισσας» του Γιώργου Κουμεντάκη σε μεταγραφή για μικρό μουσικό σύνολο από τον μουσικολόγο, κλαρινετίστα και Αναπληρωτή Καθηγητή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο Γιάννη Σαμπροβαλάκη, απέκτησε μια νέα ζωή, επιβεβαιώνοντας αυτό που ο ίδιος ο συνθέτης θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό: «Είναι σημαντικό ένα έργο που έχεις γράψει να περνά στα χέρια άλλων ανθρώπων και να βρίσκει μέσα από αυτούς μια καινούργια ζωή. Να μπορεί να ζήσει ξανά, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη φορά».

Η αναβίωση βέβαια αυτή δεν ήταν καθόλου ακοπίαστη και αβασάνιστη. «Ήταν κόλαση γιατί το λιμπρέτο της όπερας έχει κρατήσει άλλα κομμάτια από αυτά που θεώρησα εγώ σημαντικά. Έχει άλλα επεισόδια, έχει συμπτύξει φόνους, έχει επεισόδια που εγώ θεώρησα εντελώς δευτερεύοντα… Έπρεπε να βρω έναν πειστικό τρόπο να αντιστοιχίσω το κείμενο του Παπαδιαμάντη σε μία μουσική που δεν είχε γραφτεί για να ανταποκρίνεται σε αυτά τα αποσπάσματα. Το έκανα προσπαθώντας να βρω μοτίβα. Δηλαδή, κάθε φορά που υπάρχει ένας φόνος υπάρχει ένα παιδικό μοτίβο», αναφέρει χαρακτηριστικά, Μάρκελλος Χρυσικόπουλος.

Ένα νησί που δεν αφήνει τον Παπαδιαμάντη να γίνει παρελθόν

Πίσω από το μουσικό αυτό ψυχογράφημα στη νέα αυτή ανάγνωση της «Φόνισσας», ιδιαίτερη σημασία έχει και ο ίδιος ο τόπος στον οποίο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το μελόδραμα. Στο καταπράσινο νησί του Παπαδιαμάντη, με το άγριο τοπίο, τους απόκρημνους βράχους και τα γαλαζοπράσσινα νερά, φαίνεται πως οι άνθρωποι της Σκιάθου, με τον Δήμο στην πρώτη γραμμή, προασπίζονται ενεργά την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου τους.

Το τζαμί στο Κάστρο της Σκιάθου
Το τζαμί στο Κάστρο της Σκιάθου © Γιάννης Αντώνογλου

«Εμείς οι Σκιαθίτες είναι σαν να έχουμε κληρονομήσει τον Παπαδιαμάντη», λέει χαρακτηριστικά ο δήμαρχος του νησιού, Θοδωρής Τζούμας. «Ανεβαίνει όπερα, ανεβαίνει θεατρικό, γίνεται ταινία, θα έχουμε άποψη: “Πώς τα είπανε; Δεν τα είπανε καλά. Τι φορούσανε; Δεν φορούσαν αυτά που έπρεπε”. Και αυτό είναι τόσο ωραίο και τόσο αυθεντικό. Είναι σαν ο καθένας από εμάς να συνεχίζει να έχει αυτή τη διεκδίκηση για το έργο, για το πώς θα παρουσιαστεί και πώς θα αξιοποιηθεί».

Για τους ανθρώπους του νησιού η μεγαλύτερη υποχρέωση είναι η προστασία. «Η πιο μεγάλη για μας ηθική και πραγματική υποχρέωση είναι να προστατεύσουμε ό,τι ακόμη σώζεται», σημειώνει ο δήμαρχος. Γιατί αυτό ήταν, στην ουσία, που ύμνησε ο Παπαδιαμάντης, τον τόπο και τους ανθρώπους του.

Το πέρασμα του Αγίου Σώστη στη Σκιάθο όπου η Φράγκογιαννού βρήκε τον θάνατο
Το πέρασμα του Αγίου Σώστη στη Σκιάθο όπου η Φράγκογιαννού βρήκε τον θάνατο © Γιάννης Αντώνογλου

Γιατί η Φόνισσα εξακολουθεί να μας αφορά

Έχουμε αλλάξει αιώνα από τότε που γράφτηκε το έργο του Παπαδιαμάντη και, όμως, η «Φόνισσα» εξακολουθεί να συγκινεί τόσο τους καλλιτέχνες όσο και το ίδιο το κοινό. Για τους πρώτους, φαίνεται πως αποτελεί μια μορφή σύγχρονης τραγωδίας, ένα έργο που, χάρη στη δύναμη του κειμένου και των σκηνών του, αφήνει μεγάλο χώρο για νέες αναγνώσεις και δημιουργία, όπως παρατηρεί η καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου, Αργυρώ Χιώτη.

Από την πλευρά των θεατών, η απάντηση μοιάζει ίσως πιο σύνθετη. Κοιτάζοντας τη μεγάλη εικόνα, η θέση της γυναίκας σήμερα έχει ασφαλώς αλλάξει δραματικά σε σχέση με την εποχή του Παπαδιαμάντη. Κι όμως, κάτι από εκείνον τον ασφυκτικό κόσμο εξακολουθεί να επιβιώνει, με διαφορετικές μορφές και σε διαφορετικές κοινωνίες. Συζητώντας με την Καρυοφυλλια Καραμπέτη για τη διαχρονικότητα του έργου, η ίδια ανατρέχει στην περίοδο κατά την οποία η κινηματογραφική «Φόνισσα» προβλήθηκε στη Σαγκάη. «Το φύλο μας διώκεται από παλιά», λέει, για να αναφερθεί στη συνέχεια στην πολιτική του ενός παιδιού που εφαρμόστηκε επί δεκαετίες στην Κίνα και στις συνέπειές της για τα κορίτσια: «30 εκατομμύρια κοριτσάκια, μόνο στην Κίνα, που πετάχτηκαν στους υπονόμους, ή δοθήκανε για υιοθεσία στην Αμερική και αλλού…».

Ίσως εκεί βρίσκεται και μία από τις απαντήσεις στο γιατί η «Φόνισσα» επιστρέφει ξανά και ξανά. Πίσω από τη Σκιάθο των αρχών του 20ού αιώνα και την ιστορία της Φραγκογιαννούς ανοίγει ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα για τη θέση και την αξία που αποδίδουν οι κοινωνίες στη γυναίκα. Έτσι, το έργο του Παπαδιαμάντη ξεπερνά τα εθνικά σύνορα και τα χρονικά όρια της εποχής που το γέννησε.

Θοδωρής Τζούμας (Δήμαρχος Σκιάθου), Γιώργος Κουμεντάκης (συνθέτης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής ΕΛΣ), Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (ερμηνεία), Αργυρώ Χιώτη (Καλλιτεχνική Διευθύντρια Εθνικού Θεάτρου), Μάρκελλος Χρυσικόπουλος (δραματουργία, μουσική διεύθυνση), Γιάννης Σαμπροβαλάκης (μεταγραφή έργου για μικρό μουσικό σύνολο)
Θοδωρής Τζούμας (Δήμαρχος Σκιάθου), Γιώργος Κουμεντάκης (συνθέτης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής ΕΛΣ), Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (ερμηνεία), Αργυρώ Χιώτη (Καλλιτεχνική Διευθύντρια Εθνικού Θεάτρου), Μάρκελλος Χρυσικόπουλος (δραματουργία, μουσική διεύθυνση), Γιάννης Σαμπροβαλάκης (μεταγραφή έργου για μικρό μουσικό σύνολο) © Γιάννης Αντώνογλου

ΙΝFO

Η ενδυματολογική επιμέλεια είναι της Εύας Νάθενα, η οποία έχει υπογράψει και την κινηματογραφική μεταφορά της Φόνισσας. Το κοστούμι είναι μια ευγενική προσφορά των Deux Hommes.

Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα στην Ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας, η Φόνισσα θα παρουσιαστεί στις 5 Οκτωβρίου 2026 στη Θεσσαλονίκη, στο Βασιλικό Θέατρο, στο πλαίσιο των 61ων Δημητρίων. Στη συνέχεια, από τις 23 έως τις 25 Οκτωβρίου 2026, θα μεταφερθεί στην Αθήνα, στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, στο κτήριο Τσίλλερ, (η προπώληση θα ξεκινήσει αρχές Οκτωβρίου).

Η «Φόνισσα» επέστρεψε στη Σκιάθο | The “Murderess” has returned to Skiathos

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

«Ομόνοια - Μια μυθοπλασία» στο Εθνικό θέατρο
Εθνικό Θέατρο – ρεπερτόριο – ελληνικό έργο: Mια πονεμένη ιστορία

Αυτό που περιμένουμε είναι να δημιουργηθεί και να υποστηριχθεί σοβαρά μια σκηνή για τα εκλεκτά ελληνικά έργα του 20ού αι. Και να ανατεθεί στους καλύτερους συγγραφείς μας να γράψουν νέα.

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY