Θεατρο - Οπερα

Η Λυδία Κονιόρδου σε νέο ρόλο

«Η τέχνη της υποκριτικής στην τηλεόραση, όπως στη «Η Γη της Ελιάς», απαιτεί από τον καλλιτέχνη να βρει περισσότερα κλειδιά για τη τέχνη του»

ego.jpg
Πηνελόπη Μασούρη
ΤΕΥΧΟΣ 810
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Λυδία Κονιόρδου
© Πηνελόπη Μασούρη

Η Λυδία Κονιόρδου μιλάει στην ATHENS VOICE με αφορμή τη συμμετοχή της στη «Γη της Ελιάς», την επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά στο Mega

Η Λυδία Κονιόρδου, η σπουδαία αυτή σκηνοθέτρια και ηθοποιός, μάς ξάφνιασε φέτος κάνοντας κάτι πολύ διαφορετικό. Μετά από μία μακριά πορεία στο θέατρο σε σπουδαίους ρόλους βρέθηκε στην τηλεόραση, στο σίριαλ «Η Γη της Ελιάς» του Mega. Μιλήσαμε μαζί της για να μάθουμε περισσότερα, για την ίδια, το ρόλο της Μαργαρίτας, το θέατρο...

Το όνομά σας είναι μικρασιάτικο;
Η Λυδία ήταν περιοχή της Μικράς Ασίας. Είναι η καταγωγή του Διονύσου, «απ’ τα μέρη της Λυδίας», λέει ο Ευριπίδης στις «Βάκχες», και είναι αρχαίο όνομα, αναφέρεται στους αρχαίους δρόμους μουσικής σαν ο λυδικός τρόπος, ο λυδικός αυλός, οι λυδικές μελωδίες, σε πολλά κείμενα. Αλλά η Λυδία ως όνομα καταγράφεται πρώτη φορά με την Αγία Λυδία των Φιλίππων.

Μεγαλώσατε στην Κηφισιά. Τι θυμάστε από εκείνα τα χρόνια;
Έχω μεγαλώσει στην Κηφισιά από ενός έτους. Αυτός εδώ ο κήπος είναι ίσως το τελευταίο άχτιστο χωράφι, στην περιοχή που ήταν όλη έτσι κάποτε. Μεγάλωσα πάνω στα δέντρα, στα λιβάδια, όχι σε κήπους με γκαζόν και καλλωπιστικά φυτά, αλλά σε χωράφια με καλλιέργειες. Απέναντι ήταν ένα χωράφι με συκιές και παίζαμε πάνω στα δέντρα, στις συκιές παίζαμε τους πειρατές: κάθε ένα παιδί είχε κι από ένα δέντρο που το έκανε πλοίο. Παίζαμε τους πειρατές κι αλλά αυτοσχέδια παιχνίδια μέσα στη φύση. Θυμάμαι χωράφια όλο ζουμπούλια που, όταν άνθιζαν, μοσχοβόλαγε ο τόπος. Θυμάμαι μια Κηφισιά με ανοιχτές αμπολές που τρέχανε τα νερά κάτω απ’ τα πλατάνια, με αηδόνια και κρύο το βράδυ. Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε με ζακέτα και κάλτσες, δεν κυκλοφορούσες αλλιώς από την ψύχρα. Τώρα τελευταία άκουσα με πολλή χαρά ότι μας επισκέφτηκε ο γκιώνης στην περιοχή. Κάποτε είχα ακούσει στην Επίδαυρο τον γκιώνη. Και ξαφνικά κι εδώ τον τελευταίο καιρό ακούμε γκιώνη τις καλοκαιρινές βραδιές. Έχουμε και πάρα πολλά κοτσύφια. Πρόσφατα μας επισκέφτηκαν και πράσινα παπαγαλάκια, από αυτά που έχει γεμίσει όλη η Αττική.

Έχετε μεγάλη αγάπη για τη φύση βλέπω. Με το Θεσσαλικό Θέατρο κάνατε περιοδείες και μείνατε καιρό στα χωριά της Θεσσαλίας;
Το Θεσσαλικό Θέατρο, που το ενέπνευσε ο Κώστας Τσιάνος, διευθυντής και βασικός σκηνοθέτης του, ήταν για μένα σαν ένα λουτρό, καθαρτήριο, όπου μέσα μέτρησα τι είναι γνήσιο, αυθεντικό, και τι όχι. Μας ενδιέφερε να βρούμε έναν κώδικα επικοινωνίας που θα γεφυρώνει την κλασική μας θεατρική παράδοση, όπως είναι το αρχαίο δράμα, με τους απλούς ανθρώπους των χωριών της Θεσσαλίας. Το γεγονός ότι μιλούσαμε με ανθρώπους που δεν είχαν ξαναδεί θέατρο και έπρεπε να τους προσφέρεις ό,τι πιο καθάριο και ό,τι πιο αυθεντικό έχεις μέσα σου – γιατί οτιδήποτε ψεύτικο ή δήθεν αμέσως γκρεμίζεται και ακυρώνεται μπροστά τους. Αυτό αισθάνθηκα στον Θεσσαλικό Κάμπο και στα θεσσαλικά χωριά και στον Όλυμπο και σε όλες εκείνες τις περιοδείες που κάναμε στην Ελλάδα με το Θεσσαλικό Θέατρο. Πηγαίναμε παντού. Αυτό ήταν πραγματικό περιφερειακό θέατρο. Αυτό προσπάθησα με κάποιον τρόπο να επαναφέρω στην καινούργια προγραμματική σύμβαση για τα περιφερειακά που έκανα ως υπουργός. Να δώσω παρότρυνση στις περιφέρειες να δίνουν χρήματα στα περιφερειακά θέατρα, ώστε να παίζουν στην περιφέρειά τους. Γιατί, πλέον, το κόστος της περιοδείας είναι τόσο ασύμφορο, που κανένα ΔΗΠΕΘΕ δεν τολμάει να κάνει περιοδεία, εάν δεν στηρίζεται από κάποιον φορέα. Παλιότερα υπήρχαν διάφορες πηγές χρηματοδότησης: της Νέας Γενιάς, τα εργατικά εισιτήρια, διάφορα. Υπήρχαν διάφορες πηγές που μπορούσαν να υποστηρίξουν την περιοδεία. Αυτά κοπήκανε και δεν αντικαταστάθηκαν από κάτι άλλο. Ελπίζω οι περιφέρειες αυτήν τη στιγμή να παίξουν τον ρόλο τους, έτσι ώστε τα ΔΗΠΕΘΕ να συνεχίσουν το έργο που ξεκίνησε επί Μελίνας και που πιστεύω ότι δεν πρέπει να σταματήσει.

Λυδία Κονιόρδου
© Πηνελόπη Μασούρη

Μας ξαφνιάσατε φέτος κάνοντας κάτι τόσο διαφορετικό. Μετά από μία τόσο σημαντική πορεία σε σπουδαίους ρόλους πώς βρεθήκατε στην τηλεόραση, στο σίριαλ «Η Γη της Ελιάς»;
Η τέχνη της υποκριτικής στην τηλεόραση, και μάλιστα σε ένα καθημερινό τηλεοπτικό πρόγραμμα, όπως είναι «Η Γη της Ελιάς», απαιτεί από τον καλλιτέχνη να βρει περισσότερα κλειδιά για τη τέχνη του. Τηλεόραση δεν κάνω πρώτη φορά, έχω κάνει και το ’88 το «Φάντασμα» με τον σκηνοθέτη Γιάννη Διαμαντόπουλο, που είχε παιχτεί στην ΕΡΤ. Αλλά τα καθημερινά επεισόδια ζητούν από τον καλλιτέχνη μεγάλη ταχύτητα, ετοιμότητα, να μπορείς να αντιμετωπίσεις τα πάντα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, γιατί δεν υπάρχει προθεσμία μηνών για προετοιμασία και πρόβες. Και βλέπω με πολλή χαρά ότι συνάδελφοι πολύ αξιόλογοι συμμετέχουν και προσφέρουν την τέχνη τους και το ταλέντο τους σε σειρές και σε τηλεοπτικά προγράμματα. Βρίσκω εξαιρετικό αυτόν τον τρόπο γιατί το κοινό που δεν έχει πρόσβαση να δει θέατρο λόγω αποστάσεων μας βλέπει από τον καναπέ του σπιτιού του. Όλες οι μορφές τέχνης έχουν αξία, αρκεί να γίνονται με μεράκι και με βαθύτερη καλλιτεχνική ματιά. Είμαι πολύ ευτυχής που συμμετέχω και ασκώ αυτή την ετοιμότητα την καλλιτεχνική, ώστε να μπορώ να αυτοσχεδιάζω μέσα στα δεδομένα που μου δίνονται κάθε φορά, χτίζοντας ένα πρόσωπο, έναν χαρακτήρα, τη Μαργαρίτα, την οποία έχω αγαπήσει και με την οποία μπορούν να ταυτιστούν οι άνθρωποι, οι θεατές και να βρουν κάτι από τον εαυτό τους.

Λένε πως μοιάζετε στη Μαργαρίτα…
Στη διαμόρφωση του ρόλου της Μαργαρίτας, που έχει πάρα πολλά στοιχεία με τα οποία ταυτίζομαι, δηλαδή την αγάπη για τη φύση, το γεφύρωμα των αντιθέσεων, είναι εξαιρετικά βοηθητικό το σενάριο της Βάνας Δημητρίου, που με πολλή λεπτομέρεια και λεπτοδουλειά διαμορφώνει τον ρόλο μου, βοηθώντας με να τον εξελίξω σε έναν πιστευτό χαρακτήρα. Επίσης, μεγάλο μέρος της επιτυχίας οφείλεται στο ωραίο κλίμα που δημιουργείται ανάμεσα στους συναδέλφους, νεότερους και παλαιότερους, από τον σκηνοθέτη της σειράς Ανδρέα Γεωργίου. «Γη της Ελιάς», φόνοι στη σειρά, φόνοι στις τραγωδίες, φόνοι στα Βαλκάνια, φόνοι τώρα στην Ελλάδα. Στις μέρες μας έχει αυξηθεί η βία… Είναι φαινόμενο της εποχής, διεθνές φαινόμενο η βία κι ο θυμός, ο οποίος μετατρέπεται σε βία απέναντι στον φαινομενικά ασθενέστερο, είτε αυτός είναι γυναίκα, είτε παιδί, είτε ο μετανάστης, ο πρόσφυγας ή ακόμα κάποιος περιθωριακός. Ο Ζακ από τις κλοτσιές υπέκυψε στα τραύματά του. Στο κεφάλαιο βία, νομίζω ότι βιώνουμε τα αδιέξοδα που έχει δημιουργήσει ο σημερινός πολιτισμός όπου ο άνθρωπος δεν έχει τον τρόπο να ξεφύγει από τις παγίδες και στρέφεται σαν το λυσσασμένο σκυλί, σαν τα κοπάδια των αγριεμένων καρχαριών που μόλις μυρίσουν αίμα γυρνάνε και δαγκώνουν ο ένας τον άλλον. Έτσι τυφλά δαγκώνει κι ο άνθρωπος και στρέφει έναν θυμό τυφλό όπου μπορεί. Οι αρχαίοι τον θυμό τον λέγανε ολετήρα, καταστροφέα δηλαδή, και σύμβολο του ολετήρα θυμού ήταν η Μήδεια, που από την προσβολή που δέχτηκε και τον ολέθριο θυμό της κατέστρεψε μια χώρα, την Κόρινθο, και το δικό της μέλλον. Δεν σκότωσε τα παιδιά της, τα θυσίασε για να μην τα κακομεταχειριστούν οι βιαστές. Παρόμοια είναι η εποχή που ζούμε. Τα νέα παιδιά που μεγαλώνουν με μία παιδεία που δεν μπορεί να συνδυάσει τη γνώση, αλλά είναι μια συσσωρευτική, μηχανιστική απομνημόνευση, ίσα-ίσα να βρεις μια δουλειά, δεν έχουν τον τρόπο να αποκτήσουν κριτήρια, γνώση βαθύτερη, σκέψη, διάκριση· και έτσι είναι πολύ πιο εύκολο να παρασυρθούν από το θυμικό τους, από τα συναισθήματά τους ή να γίνουν αντικείμενο χειραγώγησης των οποιονδήποτε συμφερόντων. Επομένως, συμβαίνουν γεγονότα όπως αυτό που είδαμε στον Λευκό Οίκο. Χειραγωγημένοι πολίτες που όρμησαν και διέπραξαν το αδιανόητο. Κατέλυσαν τη δημοκρατία κι ευτυχώς, τελευταία στιγμή, αντέδρασε ο μηχανισμός, το σύστημα, και προφύλαξε ένα τοπόσημο Δημοκρατίας, ή αυτής της Δημοκρατίας που έχουμε και που πάντα χρειάζεται επαγρύπνηση και βελτίωση. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, γι' αυτό χρειάζεται διαρκής επαγρύπνηση, πάλη και αγώνας για να μη χαθούνε δημοκρατικά δικαιώματα. Αλλά και στη σύγχρονη εποχή του Ίντερνετ δεν πρέπει να χαθεί η δυνατότητα κάποιος να ελέγχει τις πληροφορίες που απορρέουν από το άτομό του. Είναι μια μεγάλη πρόκληση. Μπορεί ο κόσμος να μην το καταλαβαίνει, αλλά το γεγονός ότι σε κλέβουν, κλέβουν αυτό που είσαι και το πουλάνε χωρίς να σε ρωτήσουν και χωρίς να μπορείς να ελέγξεις ποιος το αγοράζει και γιατί, δημιουργεί πολύ μεγάλη απόγνωση. Ενδεχομένως κυνισμό σε κάποιους και σε άλλους θυμό, ακριβώς γιατί δεν μπορούν να προστατέψουν τον εαυτό τους, ούτε ατομικά, ούτε και θεσμικά, ούτε συλλογικά. Τα συλλογικά σώματα, ακόμα, δεν έχουνε έγκαιρα φτιάξει νόμους που να προστατεύουνε το σύνολο. Αυτοί οι νόμοι είναι ακόμα στα σπάργανα και περιμένουμε από την ίδια την εταιρεία να προστατέψει τους ιδιώτες από την πηγή κέρδους της, κάτι που δεν θα γίνει ποτέ. Επομένως, ζούμε μια πολύ σύνθετη και προκλητική εποχή.

Λυδία Κονιόρδου
© Πηνελόπη Μασούρη

Υπάρχει και πολλή βία ενάντια στις γυναίκες. Σήμερα έχει ανοίξει, με αφορμή τις γυναικοκτονίες, και πάλι μια μεγάλη συζήτηση για τις σχέσεις των δύο φύλων. Τι σκέφτεστε πάνω σε αυτό;
Είμαι υπέρ μιας ισότιμης σχέσης των δύο φύλων, αρωγού της οικογενειακής ισορροπίας. Για να μπορέσει να προχωρήσει η γυναίκα, πρέπει να της το επιτρέψει ο άντρας. Για να προχωρήσει ο άντρας, πρέπει να του το επιτρέψει η γυναίκα. Επομένως, δεν υπάρχει θέση των δύο διαφορετικών φύλων ή των όποιων φύλων χωρίς αποδοχή, σεβασμό και σύνθεση της διαφορετικότητας. Βεβαίως η γυναίκα έχει κάνει πολύ μεγάλα βήματα, όμως με πολύ μεγάλο κόστος, και το τίμημα που πληρώνει είναι ότι μερικές φορές θυσιάζει τη γυναικεία της φύση προκειμένου να επιβιώσει σε έναν κόσμο ανδρικό. Δηλαδή, αναπτύσσει ανδρικές ιδιότητες και χαρίσματα για να μπορέσει να επιβιώσει, βιάζοντας τη γυναικεία της φύση. Η γυναίκα είναι η θηλυκή όψη των πραγμάτων, η όψη του εναγκαλισμού, της πειθούς, της στοργής και της αγάπης. Είναι η όψη του κόσμου που είναι άμεσα συνδεδεμένη με το μυστήριο της ζωής και του θανάτου· επομένως της δημιουργίας και της καταστροφής, και από πάντα η γυναίκα είχε αυτή τη σοφία. Εάν η ανδρική όψη του πολιτισμού μας δεν το σεβαστεί, θα μείνει πίσω κι ο ανδρικός πληθυσμός. Θα είναι κουτσός, δεν θα μπορεί να προχωρήσει, δεν θα μπορεί να ολοκληρωθεί. Πιθανότατα είναι νομοτελειακό αυτό. Ο πολιτισμός μας θα ασθενεί εάν η διαφορετικότητα και οι διαφορετικές όψεις της ζωής δεν γίνονται αποδεκτές, σεβαστές και μέρος ενός μωσαϊκού, ενός υπέροχου κήπου με πολλά διαφορετικά άνθη που ανθίζουν μαζί.

Εσείς που αγαπάτε τη τόσο τη φύση, πώς νιώθετε για το τεράστιο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής;
Πρόσφατα έβλεπα την απογοήτευση που εξέφρασαν πολλοί από το αποτέλεσμα της συνόδου για το κλίμα στη Γλασκόβη, τη στιγμή που η ανθρωπότητα περίμενε αποφάσεις πιο τολμηρές και αποφασιστικές, γιατί δεν υπάρχει χρόνος πια, και το ξέρουν όλοι, και κυρίως τα θύματα που πνίγονται από τις πλημμύρες ή που καίγεται το σπίτι τους – κι είναι πολλοί αυτοί πια. Αυτό που έγινε το καλοκαίρι στην Εύβοια προσωπικά το έφερα σαν βαθύ πένθος. Δεν ήταν απλώς ένα δάσος που κάηκε, ήταν ένα μοντέλο βιώσιμης επιβίωσης των ντόπιων και ευημερίας των ανθρώπων μέσα στη φύση, μαζί με τη φύση, χωρίς να την καταστρέφουν και ταυτόχρονα να ζουν αξιοπρεπώς, παράγοντας ελληνικά προϊόντα και εξάγοντάς τα. Ήταν ένα μοντέλο πολιτισμού της χώρας μας που θα έπρεπε να είναι ο πιλότος μας – κι αυτό το μοντέλο ζωής καταστράφηκε. Το 80% της ρητινοπαραγωγής, το 60% του μελιού, ο αγροτουρισμός, τα καταλύματα φιλοξενίας, η υλοτομία. Οι κάτοικοι ζούσαν μέσα στη φύση κι από τη φύση, χωρίς να την καταστρέφουν και να τη λεηλατούν. Δεν μπορούν εύκολα να ξαναγίνουν αυτά. Θα γίνουν σιγά-σιγά κάποιες διεργασίες, εάν δεν υπάρξει η λεγόμενη εντός εισαγωγικών ανάπτυξη που τα ισοπεδώνει όλα και δημιουργεί από παραδεισένιους τόπους, κρανίου τόπους – κι έχουμε δει τέτοια παραδείγματα, δυστυχώς, στη χώρα μας. Έχουμε τόπους αγιασμένους και μια ανάπτυξη που δεν σέβεται ούτε την παράδοσή τους, ούτε την ιστορική τους σημασία –Ελευσίνα, Σαλαμίνα, Μαραθώνας– τους μετατρέπει σε σκουπιδότοπους ή σε μέρη με βαριές βιομηχανίες. Καταστρέφουν αυτούς τους μοναδικούς αγίους τόπους. Δεν ξέρω, είναι σαν να μισούμε αυτούς τους τόπους, αισθάνομαι μερικές φορές σαν να θέλουμε να διαγράψουμε το παρελθόν μας, σαν να μας πέφτει βαρύ. Είναι η έλλειψη σωστής παιδείας και προτεραιοτήτων: ιδεολογικών, φιλοσοφικών αλλά και πολιτικών.

Βλέπετε κάτι να γίνεται σήμερα;
Φυσικά και γίνονται πράγματα! Υπάρχει ένα διεθνές κίνημα των νέων ανθρώπων για το κλίμα. Αυτό είναι πρωτοφανές, δεν έχει ξαναγίνει. Γιατί ο μέγας εχθρός, ο μέγας κίνδυνος που απειλεί τον πλανήτη είναι η κλιματική καταστροφή. Εγώ ήμουν στο οικολογικό κίνημα πριν από χρόνια και το λέγαμε ήδη από το 2011 ότι η οικονομική κρίση θα ωχριά μπροστά στο κόστος που θα πρέπει να πληρώσουμε για την κλιματική καταστροφή. Γιατί υπάρχουν νησιά που βουλιάζουν και κάποιος πρέπει να τους πληρώσει για την καταστροφή που υφίστανται. Γιατί είναι οι τελευταίοι που φταίνε όταν εκεί, στο σπίτι σου κάτω από το πάτωμα, αρχίζει να ανεβαίνει η θάλασσα. Κάποιος πρέπει να σε πληρώσει, είτε για να μεταφερθείς είτε για να χτίσεις πιο ψηλά. Ποιος; Όλοι εμείς. Εμείς θα την πληρώσουμε την κλιματική καταστροφή με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο· και βέβαια όπως πάντα σε όλες τις κρίσεις κάποιοι βγάζουν κέρδος.

Ανήκετε στη γενιά του Πολυτεχνείου, μια γενιά που επαναστάτησε, που βγήκε στους δρόμους. Πώς βλέπετε τους σημερινούς νέους, τι έχετε να τους πείτε;
Εγώ ανήκω στη γενιά του Πολυτεχνείου και, την ώρα που νιώσαμε αυτήν την αδικία, το παράλογο, αλλά και την ηλιθιότητα και τη βία, δεν στραφήκαμε στο να εκφράσουμε το θυμό μας ανεξέλεγκτα, αλλά οργανωθήκαμε σε ομάδες αντίστασης. Ακόμα και στα σπίτια μας, όπου μπορούσαμε. Όταν ήμασταν στο σχολείο, μαθητές ακόμα, κάναμε αντίσταση διαβάζοντας ποίηση απαγορευμένη, ακούγοντας Θεοδωράκη, και έτσι εγώ τουλάχιστον και η γενιά μου πολιτικοποιηθήκαμε. Γίναμε πολίτες δηλαδή και όχι ιδιώτες πολίτες και κινητοποιηθήκαμε, προβάλλαμε αντίσταση· και δεν θα ξεχάσω ποτέ, τότε ήμασταν στο σχολείο και ήταν μια πολύ μεγάλη νίκη των μαθητών του σχολείου, όταν μας μάντρωσαν με το ζόρι στο Καλλιμάρμαρο που έγινε εκείνη η περίφημη γιορτή με τον Παττακό και τα παιδιά δεν τον άφησαν να μιλήσει από τα ουρλιαχτά τους, όχι εναντίον αλλά φωνάζοντας «ζήτω, μπράβο». Χωρίς να ξέρουμε, ακολουθήσαμε την ειρηνική αντίσταση του Γκάντι. Ήταν συγκλονιστικό, δεν υπήρχε καμιά συνεννόηση. Τσιμπήσαμε ο ένας τον άλλον, ένα είδος καζούρας δηλαδή έγινε· και μετά, όταν καταλαβαίναμε τι καταφέρναμε, γινόταν όλο και πιο συνειδητό. Θυμάμαι στο τέλος δεν είχαμε φωνή από τα ουρλιαχτά. Ομολογώ λοιπόν ότι χαίρομαι που οι νέοι άνθρωποι παίρνουν την τύχη στα χέρια τους και αντιλαμβάνονται σε ποιον αιώνα θα βαδίσουν, γιατί αυτοί θα υποστούν τη δική μας ολιγωρία ή και τις δικές μας λανθασμένες αποφάσεις. Εγώ αυτούς σκέφτομαι. Κι αυτό που έχω να τους πω είναι ότι δεν θα σου δοθεί τίποτα από μόνο του αν δεν βγεις στους δρόμους, αν δεν παλέψεις, αν δεν ενώσεις τη φωνή σου μαζί με άλλους, γιατί από μόνος σου είσαι πάρα πάρα πολύ αδύναμος.


Επιμέλεια: Ιοκάστη Σταγάκη

ΠΡΟΣΦΑΤΑ