Μουσικη

Οι Bonnie Nettles επιστρέφουν σπίτι

Λίγο πριν τη μεγάλη συναυλιακή τους επιστροφή στην Αθήνα και με το «Drift Like Home» να παίζει δυνατά οι Bonnie Nettles μοιράζονται ιστορίες από τον δρόμο

tania-skrapaliori.jpg
Τάνια Σκραπαλιώρη
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Οι Bonnie Nettles επιστρέφουν σπίτι
The Bonnie Nettles © Αργύρης Λιόσης

The Bonnie Nettles: Συνέντευξη με το συγκρότημα αμέσως μετά την επιτυχημένη ευρωπαϊκή περιοδεία τους

Μάρτιος 2020. Στα σαλόνια και στα laptops της καραντίνας -στα σαλόνια και στα laptops των παιδιών που ακούνε κιθάρες- ένας νέος δίσκος από μια νέα αθηναϊκή μπάντα με «αιρετικό» όνομα κρατάει τα μπόσικα και δίνει μουσικές ελπίδες σε έναν κόσμο που έχει παγώσει σε ένα περίεργο στοπ καρέ. Ένα δημιουργικό κράμα των δύο πλευρών Ατλαντικού, πότε βουτηγμένο στο ημίφως της πότε λουσμένο στον ήλιο της οξύμωρης αθηναϊκής ψυχεδέλειας.

Οι The Bonnie Nettles είναι μια μπάντα που γεννήθηκε λίγο πριν την πανδημία και με τα live που πρόλαβε να κάνει και το πρώτο της φερώνυμο album από την Blackspin Records αναδείχθηκαν αμέσως ως μια από τις μεγάλες υποσχέσεις της εγχώριας σκηνής. Μια υπόσχεση που κράτησαν τόσο με το δεύτερο album τους «First In, Fist Out» όσο και με τα live τους που γίνονταν όλο και καλύτερα, όλο και πιο εκρηκτικά, εξασφαλίζοντας τους μια θέση στην αφρόκρεμα των αθηναϊκών συγκροτημάτων που πρέπει οπωσδήποτε να δεις live.

Μετά από μια (ακόμη) δυναμική ευρωπαϊκή περιοδεία σε 18 πόλεις και την κυκλοφορία του ολοκαίνουργιου τους single «Drift like home», οι The Bonnie Nettles επιστρέφουν στην Αθήνα για ένα πολυαναμενόμενο live την Παρασκευή 13 Μαρτίου στο Ilion Plus φέρνοντας στη σκηνή όλη την ένταση, την εμπειρία και την ενέργεια που χτίστηκε στον δρόμο.

Μια ενέργεια την οποία κουβαλάνε ακόμα έστω και μετασχηματισμένη από το «αναγκαστικό» depression της επιστροφής όταν συνδεόμαστε στο Zoom με τον Διονύση και τον Κωνσταντίνο, τη φωνή και τα πλήκρα των Bonnie Nettles λίγες ημέρες πριν την πολυαναμενόμενη συναυλιακή επιστροφή τους στην Αθήνα για να μας κάνουν μια μικρή βόλτα στην ιστορία της μπάντας και στις ιστορίες τους από τον δρόμο.

The Bonnie Nettles – πώς ξεκίνησαν όλα;

Διονύσης: Με τον Ανέστη, τον Βαγγέλη και τον Γιάννη τον Πάτση που παίζει τύμπανα πια γνωριζόμαστε από το σχολείο και τη γειτονιά των Αγίων Αναργύρων. Οι πρώτοι σχηματισμοί της μπάντας ξεκίνησαν το 2012, μετά από το 2014 ξεκινήσαμε σιγά σιγά να δοκιμάζουμε κάποιες διασκευές. Από τότε όμως μετά άλλαξαν πράγματα, πρόσωπα – στις αρχές ήμασταν τέσσερις, μετά ήρθε μαζί μας και ο Βαγγέλης και γίναμε πέντε. Το 2016 ξεκινήσαμε να παίζουμε live πιο συστηματικά, αλλά το παιδί που έπαιζε μπάσο τότε έφυγε και ο Γιάννης ο Δαμιανός που είχε έρθει για να μας κάνει ήχο στην αρχή ανέλαβε το μπάσο. Μετά από δύο χρόνια το 2018 ήρθε στην μπάντα ο Σαράντος που παίζει κιθάρα αντικαθιστώντας και αυτός τον προηγούμενο κιθαρίστα, και πριν έξι χρόνια το 2020 ήρθε και ο Κωνσταντίνος στα πλήκτρα. Κάπως έτσι έχουμε διαμορφωθεί και συνεχίζουμε σήμερα.

Εκτός από το πώς καταλήξατε στην σημερινή σύνθεση ενδιαφέρουσα ιστορία έχει και το όνομά σας.

Διονύσης: Συνδέεται και αυτό με το πώς ξεκινήσαμε. Οι δικοί μου είχαν ένα ψιλικατζίδικο εδώ στους Αγίους Αναργύρους στο οποίο δούλευε ένας μεγαλύτερος ξάδελφός μου, μεγαλύτερος από εμένα και πηγαίναμε και αράζαμε. Και εκεί τότε που φτιάχναμε την μπάντα στις αρχές, κάπως έπεσε στα χέρια μας ένα βιβλιαράκι για τις σύγχρονες αιρέσεις. Και βλέπει ο ξάδελφός μου το όνομα Bonnie Nettles και λέει «Αυτό είναι, έτσι να τη βγάλετε την μπάντα». Και έτσι και έγινε.

Οι Bonnie Nettles επιστρέφουν σπίτι
The Bonnie Nettles © Αργύρης Λιόσης

Το πρώτο σας album -που έκανε αμέσως αίσθηση στην indie σκηνή- κυκλοφόρησε το 2020. Ωστόσο live παίζετε από το 2016. Πώς και αυτή η σχετική πάντα καθυστέρηση στην πρώτη κυκλοφορία; Ξεκινήσατε περισσότερο προσανατολισμένοι στο να παίζετε live από το να ηχογραφήσετε το δικό σας υλικό;

Διονύσης: Πράγματι παίζουμε πολύ καιρό τώρα πια, συμπληρώνουμε μια δεκαετία στην live παρουσία. Σε ό,τι αφορά όμως το album στην αρχή, από τα παιδιά της μπάντας μόνο ο Κωνσταντίνος είχε ασχοληθεί με επαγγελματικές ηχογραφήσεις, o Γιάννης ο μπασίστας μας και ο Σαράντος που παίζει κιθάρα. Εγώ, ο Βαγγέλης, ο Γιάννης ο Πάτσης και ο Ανέστης δεν είχαμε κάνει κάτι τέτοιο, δεν είχαμε κάνει κάτι δισκογραφημένο δεν ξέραμε πώς είναι η ηχογράφηση. Δυο τρία χρόνια πριν βγάλουμε το πρώτο album είχαμε κλείσει ένα στούντιο τέσσερις ημέρες και είχαμε γράψει για πρώτη φορά κάποιο υλικό, το οποίο μετά δεν το κρατήσαμε. Δεν θα το πω όμως αποτυχημένη προσπάθεια, μάθαμε από αυτήν. Μάθαμε τι σημαίνει γράφουμε όλοι μαζί ή τι σημαίνει γράφω καθένας μόνος του. Τι σημαίνει γράφουμε και να κρατάμε μόνο τα μπασοτύμπανα και μετά συνεχίζουμε τα υπόλοιπα. Ξέρεις, είναι κάποια πράγματα που αν δεν τα έχεις συναντήσει ή αν δεν κάποιες γνώσεις ηχοληψίας δεν τα γνωρίζεις.

Και μετά το 2019 ξεκινήσαμε να γράφουμε το πρώτο LP. Που βγήκε τελικά οργανικά. Ήταν ένα πολύ σημαντικό album για εμάς.

Τα live λοιπόν πηγαίνουν πολύ καλά, το album βγαίνει το 2020 και οι κριτικές είναι πολύ καλές και κάπου εκεί που πατάτε γκάζι, πατάμε όλοι φρένο με την πανδημία. Πώς είναι για μια νεαρή μπάντα πάνω που ξεκινάει και παίρνει φόρα να τη βλέπει να κόβεται αναγκαστικά;

Διονύσης: Ναι ο Covid ήρθε σε πολύ κομβικό σημείο. Για την ακρίβεια κυκλοφόρησε ακριβώς πάνω στην πρώτη καραντίνα. Όσο «τυχεροί» σταθήκαμε με το πόσο γρήγορα σχετικά στρώθηκε ο δρόμος που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε τόσο «άτυχοι» ήμασταν με τη χρονική συγκυρία της πανδημίας. Από εκεί και πέρα για να το διαχειριστούμε σκεφτήκαμε άλλους κατεξοχήν εργαζόμενους στους χώρους του θεάματος, μαγαζιά, παραγωγές, σκηνές εργαζόμενους που είχαν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα – ακόμα και το να μην μπορούν να λάβουν κανένα επίδομα λόγω ανασφάλιστης εργασίας. Εμείς είχαμε να διαχειριστούμε το ότι δεν μπορούσαμε να παίξουμε live τον πρώτο μας δίσκο που ετοιμάζαμε και θέλαμε τόσο καιρό. Αλλά πάθαμε το λιγότερο δυνατό κακό – η αλήθεια είναι ότι διάλυσε πολλές μπάντες η πανδημία κατά τη διάρκεια της. Εμάς δεν μας «πάγωσε» ο Covid αλλά σίγουρα μουσικά και εξελικτικά μας πήγε κάποια χρόνια πίσω.

Το δεύτερο album το «First In, First Out» έρχεται το 2024. Και εκεί έχουμε και μια αλλαγή στον ήχο σας, εμπλουτίζεται με πολλά στοιχεία, Έχει έρθει και ο Κωνσταντίνος πια και εμφανίζονται και τα πλήκτρα. Ήταν μια συνειδητή ανάγκη αυτή η στροφή ή έγινε και αυτό οργανικά;

Κωνσταντίνος: Το πώς βρέθηκα εγώ στην μπάντα έχει την πλάκα του. Εγώ ήξερα τον Ανέστη, μέσω του αδελφού του και σε ένα πάρτι που έκανε ο αδελφός του Ανέστη βρέθηκα με τον Ανέστη και τον Διονύση. Ήταν μια «επεισοδιακή βραδιά» και εκεί κάπως προς το τέλος όπως αράζαμε μου λέει ο Ανέστης δεν έρχεσαι τη Δευτέρα να παίξουμε παρέα; Πήγα, τζαμάραμε λίγο και μου λένε ωραία την άλλη εβδομάδα έχουμε live, παίζουμε.
Από εκεί και πέρα νομίζω ότι το ότι ήρθα στην μπάντα έπαιξε σίγουρα ρόλο σε αυτήν την αλλαγή του ήχου. Όταν εισάγεις στην κλασσική ροκ δομή ένα όργανο τόσο «πλαδαρό» αλλά και αιχμηρό ταυτόχρονα τα πράγματα επαναπροσδιορίζονται. Νομίζω ότι υπήρχε αυτή η ανάγκη για τα πλήκτρα. Το πλήκτρο σε αυτόν τον ήχο απαλύνει γραμμές, κάνει τα πράγματα πιο smooth, τα δένει. Μπορεί να λειτουργήσει σαν το αλεύρι που θα δέσει όλα τα υλικά, σε περίπτωση ας πούμε που πάνε να χυλώσουν. Κάπως έτσι κάναμε μια στροφή όλοι μαζί στο δεύτερο album. Νομίζω ότι προϋπήρχε η ανάγκη, και ο Διονύσης είχε στα αυτιά του αυτό που ήθελε να βγει αλλά από δύο κιθάρες δεν ήταν εύκολο. Η μελωδία και η αρμονία που έρχεται από τα πλήκτρα ήταν το πάντρεμα που χρειαζόταν. Αυτή είναι η διαφορά με τον πιο «γκαζωμένο» ας πούμε ήχο του πρώτου.

Νιώσατε σε κάποιο σημείο αυτών των δέκα χρόνων της «επίσημης» ιστορίας της μπάντας ότι πιάνετε κάποιο ορόσημο «ενηλικίωσης»;

Διονύσης: Νομίζω ότι η ενηλικίωση έρχεται όταν ενηλικιώνονται και οι άνθρωποι. Όσο ενηλικιωνόμαστε εμείς ενηλικιώνεται και η μπάντα.
Κωνσταντίνος: Ναι συμφωνώ. Γνώρισα τον Διονύση 27 χρονών και τώρα είναι 33. Ο χρόνος γράφει και στις δικές μας πλάτες όπως σε όλων. Από εκεί και πέρα και η εμπειρία των live είναι πολύ σημαντική. Νομίζω ότι μετά το πρώτο tour που βγήκαμε και στο εξωτερικό, το νιώσαμε αυτό το ώριμο δέσιμο, τη σιγουριά.

Οι Bonnie Nettles επιστρέφουν σπίτι
The Bonnie Nettles © Αργύρης Λιόσης

Είστε από τις μπάντες που τουράρουν «έξω», μόλις επιστρέψατε από την τρίτη σας περιοδεία σε 18 πόλεις, κυρίως στη Γερμανία αλλά και στη Σερβία και στη Βουλγαρία μεταξύ άλλων. Πώς βιώνετε εσείς αυτήν την εμπειρία ενός ευρωπαϊκό τουρ όντας μια μπάντα από την Ελλάδα που φαντάζομαι τα κάνει όλα μόνη της;

Διονύσης: Κοίτα, το πρώτο tour είναι αναγνωριστικό, σχεδόν αποκλειστικά για network. Αν καταφέρεις να κάνεις κάποιες γνωριμίες, να κρατήσεις τέσσερις – πέντε καλούς γνωστούς από τα 15 live που θα κάνεις, να παίξεις κάπου για 100 άτομα, για να μπορείς να ξαναπάς είσαι πολύ πολύ τυχερός. Στο δεύτερο tour μας πράγματι κρατήσαμε αυτούς τους promoters που γνωρίσαμε που πια είμαστε και φίλοι αλλά και πάλι κάναμε μια βολιδοσκόπηση. Στο τρίτο πια έχουμε χτίσει κάτι – ιδίως στην Γερμανία έχει διαμορφωθεί μια βάση, θεωρείται «δεδομένο» ότι θα πάμε να παίξουμε σε κάποιες συγκεκριμένες σκηνές. Έχουμε γνωρίσει και άλλους ανθρώπους, τους φίλους φίλων που πρέπει – στο Μόναχο στην τελευταία περιοδεία ο κόσμος ήταν ο διπλάσιος από την τελευταία φορά.

Σας έχει φερθεί καλύτερα το live στο εξωτερικό ή τα live στην Ελλάδα;

Διονύσης: Εντάξει η άνεση της χώρας σου στο να κανονίζεις τα πράγματα και η ευελιξία που σου δίνει νομίζω δεν συγκρίνεται. Από την άλλη έχουμε συναντήσει στο εξωτερικό promoters και διοργανώσεις που στήνουν τα live με τέτοια φροντίδα σαν να παίζει η δική τους μπάντα, όλα στην εντέλεια. Βέβαια πάντα υπάρχουν και έξω οι όχι και τόσο καλές καταστάσεις, δεν είναι όλα ιδανικά.
Κωνσταντίνος: Πάντως η αλήθεια είναι ότι το κοινό είναι πολύ πιο ζωντανό, πιο «ντιριντάχτα» έξω. Δεν ξέρω τι λέει και ο Διονύσης που είναι μπροστά στη σκηνή, εγώ είμαι πιο πίσω δεν τους βλέπω καλά.
Διονύσης: Παίζει ρόλο τι ώρα είναι και πόσο έχουν πιει (γέλια). Πάντως στη Γερμανία ας πούμε το κοινό ακολουθεί και πηγαίνει στα live σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τους promoters, ακολουθούν δηλαδή αυτό που προτείνει ο κάθε promoter. Σε εμάς είχαν έρθει τώρα κάποιοι Έλληνες να μας δουν, φίλοι φίλων, χωρίς να ξέρουν ότι είμαστε από την Ελλάδα. Δεν έρχονται δηλαδή στα live μας οι «Έλληνες του εξωτερικού» που μακάρι να έρθουν να μας δουν και να παίξουμε για αυτούς. Έρχεται κόσμος που ψήνεται για συγκεκριμένο ήχο και τόνο, ακολουθώντας μια πρόταση. Κι αυτός είναι και ο τρόπος που το προσεγγίζουμε και το χτίζουμε κι εμείς – δεν είναι ότι έχουμε και κάποιο hit με ένα εκατομμύριο views έστω για την underground σκηνή έξv.. Πας, πας πάλι και ξαναπάς, έτσι θα σε μάθουν, ότι κάνεις καλά live, ότι παίζεις καλά, ότι προσέχεις τη σκηνική σου παρουσία, ότι έχεις καλό merch, ότι γίνεσαι καλύτερος. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Έχετε κάποια «τρελή» ιστορία να μοιραστείτε από την τελευταία περιοδεία;

Διονύσης: Μια κοπέλα στη Βρέμη που παρακολουθούσε το live πριν λίγες εβδομάδες μας είπε ότι θα κάνει τατουάζ ό, τι της γράψω στο χέρι. Της έγραψα στο χέρι Bonnie Nettles και την άλλη μέρα πήγε και το έκανε και μας το έδειξε.

Το ότι έχετε και «πρωινές δουλειές» δυσκολεύει ή γειώνει τα πράγματα όταν προσπαθείς να «τρέξεις» μια μπάντα με σοβαρό τρόπο;

Διονύσης: Είναι ένα πολύ δύσκολο σύνολο. Κανονίζαμε ας πούμε τώρα τα εισιτήρια με τον γραφίστα ενώ ήμασταν στη δουλειά. Από την άλλη σίγουρα χρησιμεύει και ως γείωση και μας δίνει και τη δυνατότητα να είμαστε «κύριοι του εαυτού μας» και να βγάζουμε ακριβώς αυτό που θέλουμε.
Κωνσταντίνος: Ευτυχώς υπάρχουν και δύο – τρία άτομα στην μπάντα που είναι freelancers και βασιζόμαστε αρκετά σε αυτό – αν και πάλι η δουλειά δεν σταματάει ποτέ και μπορεί να σε βρει στον δρόμο. Από εκεί και πέρα υπάρχει πολλή «θυσία» από άτομα όπως ο Διονύσης που έχουν 25 μέρες άδειας τον χρόνο και την αφιερώνουν στο tour. Δεν πάνε διακοπές, δεν κάνουν τίποτα άλλο για να εξασφαλίσουν τον χρόνο για την περιοδεία. Που είναι ζόρικο.

Έχετε και το νέο σας release, το «Drift Like Home». Ακούγεται πάλι αρκετά διαφορετικό από το ρεπερτόριο σας. Πώς προέκυψε αυτό;

Διονύσης: Θέλαμε έτσι κάτι τριπαρισμένο, μοτορικό. Θέλαμε ακριβώς αυτό που είναι το κομμάτι.
Κωνσταντίνος: Είναι ιδιαίτερο beat, ιδιαίτερη μπασογραμμή. Δεν είναι πολύ Bonnie, είναι κάτι διαφορετικό.
Διονύσης: Θα το άκουγα σε ένα καλό ποτάδικο, αργά.

Αν έπρεπε να περιγράψετε τον ήχο σας και τη μουσική σας με τρεις λέξεις, κάπως σαν κινέζικο πορτραίτο τι θα λέγατε;

Διονύσης: Nτίσκο psychedelic punk.
Κωνσταντίνος: Έχω μια εικόνα που θα μπορούσε να λειτουργήσει νομίζω. Ήμασταν σε ένα venue στη Σλοβενία, στο ΜΚΝΖ, επική βραδιά, και εγώ έχω έχω ανέβει στον πάνω όροφο να κάνω ένα μπάνιο. Και βγαίνω στα σκαλιά, είμαι μόνο με μια πετσέτα, έχω βγει από το πολύ ζεστό μπάνιο αλλά κάνει πάρα πολύ κρύο – και στα σκαλιά εκεί είναι ο Διονύσης και καπνίζει μανιωδώς. Και καθόμαστε εκεί έτσι όπως είμαστε και αράζουμε, και μιλάμε σε μια έξαλλη κατάσταση. Νομίζω αυτή η εικόνα είναι η μουσική μας για εμένα.

Αν σας ζητούσα μια ατάκα για να κλείσουμε αυτή τη συνέντευξη;

Διονύσης: Να μην μπερδέψεις στην ίδια βαλίτσα άπλυτα με καθαρά ρούχα.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY