- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Γλυκιά Ελπίδα και Ηρώ Li: Δύο Κινέζες δημοσιογράφοι μιλούν ελληνικά και γίνονται viral στα social media
Η Ελπίδα και η Ηρώ ανακαλύπτουν την Ελλάδα μέσα από τη γλώσσα, τις φιλίες και την καθημερινότητα και μεταφέρουν αυτή την εμπειρία σε χιλιάδες συμπατριώτες τους
Από το Πεκίνο στην Ελλάδα: Οι δύο Κινέζες δημοσιογράφοι που έγιναν η πιο απρόσμενη γέφυρα των δύο λαών
Ίσως να τις έχεις «πετύχει» κι εσύ στα social media: σε κάποιο βίντεο που εμφανίστηκε τυχαία στη ροή σου, σε μια ανάρτηση για την Κίνα ή σε μια ενδιαφέρουσα σύγκριση ανάμεσα στην ελληνική και την κινεζική μυθολογία που σε έκανε να διακόψεις, έστω για λίγο, το ατελείωτο σκρολάρισμα. Μέσα από τα βίντεο, τα ρεπορτάζ και τις αναρτήσεις τους παρουσιάζουν μια πιο ανθρώπινη και καθημερινή εικόνα της Κίνας, ενώ παράλληλα μεταφέρουν στους συμπατριώτες τους την Ελλάδα που γνώρισαν και αγάπησαν. Άλλοτε παρουσιάζουν τον πολιτισμό, τα τοπία και τη γαστρονομία της Κίνας και άλλοτε αναδεικνύουν τα κοινά στοιχεία που συνδέουν δύο από τους αρχαιότερους πολιτισμούς του κόσμου.
Έτσι τις γνωρίσαμε κι εμείς: τη Wu Yawen (吴雅雯 – Ελπίδα, γνωστή και ως «Γλυκιά Ελπίδα» στο Facebook) και τη Li Ying (李莹 – Ηρώ, ή «Ηρώ Li»). Πρόκειται για δύο νέες Κινέζες δημοσιογράφους του Ελληνικού Τμήματος της China Media Group, του οργανισμού που λειτουργεί ως η εθνική ραδιοτηλεόραση της Κίνας.
Με άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας και αγάπη για την Ελλάδα, έχουν καταφέρει να γίνουν viral, να κερδίσουν το ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού και να δημιουργήσουν έναν ξεχωριστό δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες. Πάμε, λοιπόν, να τις γνωρίσουμε καλύτερα.
Γλυκιά Ελπίδα και Ηρώ Li: Δύο «Ελληνίδες» απ' το Πεκίνο
Η ιστορία της Ελπίδας
Η Ελπίδα γεννήθηκε το 1994 στην επαρχία Τζιανγκσί της νότιας Κίνας και σήμερα ζει στο Πεκίνο. Μέχρι το λύκειο γνώριζε ελάχιστα για τη χώρα. Όλα άλλαξαν όταν ήρθε σε επαφή με την ελληνική μυθολογία. Οι ελληνικοί θεοί την εντυπωσίασαν ιδιαίτερα, γιατί διέφεραν από εκείνους της κινεζικής παράδοσης. «Σε αντίθεση με τους πιο “τέλειους” θεούς της κινεζικής μυθολογίας, οι ελληνικοί θεοί μου φάνηκαν πιο ανθρώπινοι. Είχαν αδυναμίες, έκαναν λάθη και αυτό τους έκανε πιο οικείους και αληθινούς». Αυτή η πρώτη γοητεία εξελίχθηκε σταδιακά σε συνειδητή επιλογή σπουδών.
«Αγαπούσα ήδη πολύ τη γλωσσομάθεια, γι’ αυτό αποφάσισα να σπουδάσω ελληνικά στο πανεπιστήμιο. Ήμουν το μοναδικό μέλος της οικογένειάς μου που ακολούθησε αυτή την κατεύθυνση. Παρότι οι γονείς μου δεν γνώριζαν πολλά για την Ελλάδα, πίστευαν ότι η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας και η γνωριμία με μια άλλη χώρα θα διεύρυναν τους ορίζοντές μου. Επιπλέον, το πανεπιστήμιο ήταν εξαιρετικό και αποτελούσε ένα σημαντικό εφόδιο για το μέλλον, οπότε με στήριξαν από την πρώτη στιγμή».
Η επιλογή αυτή οδήγησε φυσικά και στο επόμενο βήμα: τη μετάβασή της στην Ελλάδα για σπουδές. Παρότι η οικογένειά της είχε τις ανησυχίες της για ένα τόσο μακρινό ταξίδι, όλοι συμφώνησαν ότι για να γνωρίσει πραγματικά τη χώρα που αγαπούσε, έπρεπε να τη ζήσει από κοντά, μέσα από την καθημερινότητα, τους ανθρώπους και τα έθιμά της.
Σπούδασε Νεοελληνική Γλώσσα και Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Διεθνών Σπουδών της Σαγκάης (SISU), το πρώτο πανεπιστήμιο στην Κίνα που δημιούργησε πρόγραμμα σπουδών σε αυτό το αντικείμενο. Στο πλαίσιο των σπουδών της, έζησε για έναν χρόνο στην Ελλάδα ως φοιτήτρια ανταλλαγής στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. «Ήταν μια εμπειρία ζωής για μένα. Όχι μόνο λόγω του πλούσιου πολιτισμού, της μακραίωνης ιστορίας και των τοπίων που μου έμοιαζαν σχεδόν ουτοπικά, αλλά κυρίως εξαιτίας των εξωστρεφών, φιλόξενων και υπέροχων ανθρώπων που γνώρισα εκεί. Είχα πει κάποτε πως, αφού είδα τη θάλασσα της Κέρκυρας, καμία άλλη θάλασσα δεν μου φαινόταν πια το ίδιο όμορφη. Και, παρότι αυτό οφείλεται και στη δική μου έντονη συναισθηματική σύνδεση με το νησί, η Κέρκυρα με σημάδεψε βαθιά και επηρέασε ακόμη και την πορεία της ζωής μου».
Η προσαρμογή, βέβαια, δεν ήταν εύκολη στην αρχή. Όταν έφτασε στην Ελλάδα, πολλά πράγματα της ήταν άγνωστα και τα ελληνικά της δεν βρίσκονταν ακόμη σε πολύ καλό επίπεδο και την δυσκόλευαν. Αυτό την έκανε συχνά να διστάζει να μιλήσει και να ντρέπεται να ξεκινήσει μια συζήτηση. Ωστόσο, όπως θυμάται, οι Έλληνες ήταν εκείνοι που έκαναν πάντα το πρώτο βήμα. Τη ρωτούσαν για την Κίνα, την προσκαλούσαν στα σπίτια τους, της έδειχναν αγαπημένα τοπικά στέκια για φαγητό και την έπαιρναν μαζί τους σε γιορτές και κοινωνικές εκδηλώσεις. «Tα ελληνικά δεν έχουν καμία σχέση με τα κινεζικά: οι λέξεις έχουν πολλές συλλαβές, ενώ στα κινεζικά συνήθως μία, και η γραμματική είναι εντελώς διαφορετική. Στην αρχή τα είχε κάνει όλα “μαντάρα” και κάποια στιγμή σκέφτηκα ακόμη και να τα παρατήσω. Ακόμη κι όταν η έκφρασή μου δεν ήταν τέλεια, με άκουγαν πάντα με υπομονή μέχρι να ολοκληρώσω αυτό που ήθελα να πω. Κάθε φορά που περπατούσα στον δρόμο, οι καταστηματάρχες με χαιρετούσαν με θέρμη. Όταν έτρωγα σε κάποιο μαγαζί, συχνά μου πρόσφεραν μικρά κεράσματα. Και όταν ρωτούσα για μια διεύθυνση, πολλές φορές με συνόδευαν οι ίδιοι μέχρι τον προορισμό μου. Όλες αυτές οι μικρές πράξεις με έκαναν να νιώθω οικεία, σαν να ήμουν στο σπίτι μου. Τότε σκεφτόμουν: “Πού αλλού στον κόσμο υπάρχουν τόσο καλοί άνθρωποι;. Η ειλικρίνεια και η καλοσύνη τους με ενέπνευσαν να ξεπεράσω τη συστολή μου, να τολμήσω να μιλήσω και να επικοινωνήσω, ακόμη κι αν έκανα λάθη. Και σιγά σιγά, τα ελληνικά μου βελτιώθηκαν αισθητά» λέει χαρακτηριστικά.
Δυσκολεύτηκε και με το φαγητό, όπως παραδέχεται γελώντας, αφού έχει «εκατό τοις εκατό κινέζικο στομάχι». Όμως όλα άλλαξαν όταν οι Έλληνες φίλοι της την πήγαν να δοκιμάσει πίτα γύρο. «Το λάτρεψα», λέει. Από τότε ο γύρος και η χωριάτικη σαλάτα έγιναν δύο από τα αγαπημένα της ελληνικά φαγητά.
Παράλληλα, η ζωή στην Ελλάδα τη σύστησε και σε διαφορετικούς κοινωνικούς κώδικες. Ένα από τα στοιχεία που της άρεσαν περισσότερο ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι Έλληνες χαιρετιούνται με αγκαλιά και φιλί στο μάγουλο. Στην Κίνα, όπως εξηγεί, ο χαιρετισμός γίνεται συνήθως με ένα νεύμα ή μια χειραψία. Στην Ελλάδα, όμως, η αγκαλιά και το φιλί στο μάγουλο της δημιουργούν μια έντονη αίσθηση οικειότητας και ζεστασιάς. «Τη στιγμή της αγκαλιάς νιώθω πως οι άνθρωποι έρχονται αμέσως πιο κοντά», τονίζει.
Υπήρξαν, ωστόσο, και συνήθειες που χρειάστηκαν περισσότερο χρόνο για να συνηθίσει. Μία από αυτές ήταν οι ώρες των γευμάτων. Οι Έλληνες, όπως λέει, τρώνε αρκετά αργά σε σχέση με ό,τι είχε συνηθίσει η ίδια. «Εγώ συνήθως τρώω μεσημεριανό στις 12 και βραδινό στις 6. Οι Έλληνες συχνά τρώνε δύο ώρες αργότερα. Αν φάω βραδινό στις 8 και πρέπει να κοιμηθώ στις 12, πώς να το χωνέψω έτσι;» σχολιάζει χαρακτηριστικά.
Μέσα από αυτές τις εμπειρίες, η σχέση της με την Ελλάδα γίνεται ολοένα και βαθύτερη. Ανακαλύπτει συνεχώς κοινά στοιχεία ανάμεσα στις δύο χώρες: την περηφάνια για τον πολιτισμό, τη σημασία της πνευματικής καλλιέργειας και την πίστη ότι η αρχαία σοφία μπορεί να δώσει απαντήσεις στο σήμερα.
Στην πράξη, όπως τονίζει, η δουλειά της δεν διαφέρει πολύ από εκείνη ενός συνηθισμένου δημοσιογράφου, απλώς το επίκεντρο παραμένει σταθερά η Κίνα και η Ελλάδα, κάτι που απαιτεί συνεχή παρακολούθηση των εξελίξεων και στις δύο πλευρές. «Στην Κίνα, ο δημοσιογράφος ελληνικής γλώσσας είναι ένα πολύ εξειδικευμένο επάγγελμα και οι άνθρωποι που το ασκούν δεν ξεπερνούν τους εκατό. Τα καθήκοντά μου περιλαμβάνουν τη μετάφραση ειδήσεων που σχετίζονται με την Κίνα και την Ελλάδα από τα κινεζικά ή τα αγγλικά στα ελληνικά και τη δημοσίευσή τους στην ιστοσελίδα μας, την επιτόπια κάλυψη εκδηλώσεων και τη συνέντευξη ειδικών που ασχολούνται με θέματα των δύο χωρών».
Αναφερόμενη στην εικόνα της Ελλάδας στην Κίνα, σημειώνει ότι οι Κινέζοι τη θεωρούν γενικά μια χώρα ρομαντική, μυστηριώδη και πανέμορφη, και πολλοί την ονειρεύονται ως ταξιδιωτικό προορισμό. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η διαδικασία της βίζας αποτελεί σημαντικό εμπόδιο. «Ελπίζω κάποια μέρα η Ελλάδα να μπορέσει να εφαρμόσει ταξίδια χωρίς βίζα για τους Κινέζους ταξιδιώτες», λέει, προσθέτοντας ότι τότε ο ελληνικός τουρισμός θα γνωρίσει μεγάλη ανάπτυξη και ακόμη περισσότεροι Κινέζοι θα αγαπήσουν τη χώρα.
Παρατηρεί βέβαια πως η αμοιβαία κατανόηση εξακολουθεί να έχει περιθώρια βελτίωσης. Εξαιτίας της επιρροής των διεθνών μέσων ενημέρωσης, αρκετοί Έλληνες διατηρούν προκαταλήψεις ή αποσπασματικές εικόνες για την Κίνα, που συχνά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. «Πολλοί Έλληνες –πέρα από το αφήγημα «της ιστορίας και του πολιτισμού»– διατηρούν προκαταλήψεις ή ακόμη και αρνητικές απόψεις για την Κίνα, οι οποίες συχνά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Από την άλλη, στην Κίνα, όταν αναφέρεται κανείς στην Ελλάδα, οι περισσότεροι σκέφτονται το Αιγαίο, τη Σαντορίνη ή τη ελληνική μυθολογία, επειδή δεν υπάρχουν αρκετοί τρόποι για να γνωρίσουμε βαθύτερα τη χώρα. Ωστόσο, αυτά που διαθέτουν οι δύο χώρες είναι πολύ πιο πλούσια από ό,τι συνήθως πιστεύεται. Γι’ αυτό προσπαθώ, μέσα από τους λογαριασμούς μου στα κοινωνικά δίκτυα να μοιράζομαι όσα βλέπω, ακούω και σκέφτομαι από την οπτική μιας απλής Κινέζας, και να ψάχνω τις ομοιότητες ανάμεσα στις δύο χώρες. Για παράδειγμα, όταν βρισκόμουν στο Σιντζιάνγκ, ανακάλυψα ένα μπλε μάλλινο ύφασμα με σχέδιο έναν Κένταυρο – μια απόδειξη ότι οι επαφές Κίνας και Ελλάδας ξεκίνησαν ήδη από την αρχαιότητα». Όπως τονίζει, οι Έλληνες μπορούν φυσικά να αγαπούν ή να μη συμπαθούν την Κίνα, όμως το σημαντικότερο είναι η κρίση να βασίζεται στη γνώση. Αυτό ακριβώς επιδιώκει μέσα από τα βίντεο και τη δουλειά της: να συμβάλει σε μια πιο πραγματική και πιο σφαιρική εικόνα της Κίνας στο ελληνικό κοινό.
Στο ίδιο πνεύμα, συνεχίζει να οραματίζεται πιο στενή επαφή ανάμεσα στους δύο λαούς. Είχε συζητήσει με Έλληνες φίλους της ότι οι Κινέζοι είναι συνήθως πολύ εργατικοί και σοβαροί, πιστεύουν στο «πρώτα ο κόπος και μετά η χαρά» και δουλεύουν σκληρά για ένα καλύτερο μέλλον. Οι Έλληνες, αντίθετα, προτιμούν να απολαμβάνουν το παρόν, καθώς το μέλλον είναι αβέβαιο και αξίζει να ζει κανείς κάθε στιγμή. «Νομίζω πως αν οι άνθρωποι των δύο χωρών οργάνωναν ένα συνέδριο για το πώς μπορεί να βρεθεί η ισορροπία ανάμεσα στην απόλαυση του παρόντος και τον σχεδιασμό του μέλλοντος, ίσως να ανακαλύπταμε έναν τρόπο να έχουμε και ένα όμορφο τώρα και ένα φωτεινό αύριο», λέει χαριτολογώντας.
Μελλοντικά θα ήθελε να ζήσει στην Ελλάδα για μερικά χρόνια, είτε για σπουδές είτε για εργασία, ώστε να συνεχίσει να γνωρίζει καλύτερα τη χώρα που έχει συνδέσει με τη ζωή και την πορεία της. «Θέλω κάποια στιγμή να ξαναμείνω για λίγο στην Κέρκυρα, να περπατήσω στους δρόμους που περπατούσα τότε, να δω τους παλιούς μου φίλους, να ρωτήσω τους μαγαζάτορες αν με θυμούνται ακόμη. Είναι ο πιο όμορφος φόρος τιμής σε εκείνη την αξέχαστη περίοδο της ζωής μου. Δεν θέλω απλώς να ξαναταξιδέψω στην Ελλάδα — το ταξίδι από μόνο του δεν μου αρκεί».
Η ιστορία της Ηρώς
Η Ηρώ είναι 28 ετών και γεννήθηκε στην επαρχία Χεμπέι, κοντά στο Πεκίνο. Από το 2017 έως το 2021 σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Διεθνών Σπουδών της Σαγκάης (SISU), με ειδίκευση στη Σύγχρονη Ελληνική Γλώσσα. «Όταν ήμουν μικρή, μου άρεσε πάρα πολύ να βλέπω τηλεόραση, και τα κινούμενα σχέδια βασισμένα στην ελληνική μυθολογία». Οι ιστορίες αυτές, με την πλούσια πλοκή και τους πολλούς θεούς με διαφορετικούς ρόλους και εξουσίες, την ενθουσίασαν από νωρίς και αποτέλεσαν την πρώτη της επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό. Από τότε, η Ελλάδα άρχισε να τη γοητεύει όλο και περισσότερο για τον πολιτισμό και τη μυθολογία της.
Μετά το λύκειο αποφάσισε να στραφεί σε μια ξένη γλώσσα πέρα από τα αγγλικά και επέλεξε τα ελληνικά, παρότι κανείς στην οικογένειά της δεν τα γνώριζε και δεν είχε εικόνα για τη δυσκολία τους. Ωστόσο, «ευτυχώς οι γονείς μου με υποστήριζαν με όλη τους την καρδιά, και πίστευαν την επιλογή μου». Παράλληλα, ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην πορεία της έπαιξαν οι τέσσερις καθηγήτριες του ελληνικού τμήματος του SISU, οι οποίες, «ήταν πολύ υπεύθυνες με συστηματικές μεθόδους διδασκαλίας», βοηθώντας την να εξελιχθεί από την προφορά και τη γραμματική έως την παραγωγή λόγου.
Από το 2019 έως το 2020 συμμετείχε στο πρόγραμμα Erasmus και σπούδασε στη Σχολή Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. «Μέχρι σήμερα, είμαι πολύ ευγνώμων σε αυτούς τους εργασιομανείς καθηγητές», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η ελληνομάθειά της, δεν ήταν εύκολη διαδικασία. «Για παράδειγμα, στην αρχή όταν μάθαινα το ελληνικό αλφάβητο, μου κόστισε μερικές εβδομάδες να προφέρω το γράμμα ρ». Αργότερα, στο μάθημα της κατανόησης προφορικού λόγου, δυσκολεύτηκε ακόμη περισσότερο, καθώς οι φυσικοί ομιλητές μιλούσαν γρήγορα και χρησιμοποιούσαν άγνωστες εκφράσεις. Εκείνη την περίοδο, όπως παραδέχεται, ένιωσε άγχος και στενοχώρια, αλλά δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια και συνέχισε να βελτιώνεται σταδιακά.
Έκανε φιλίες με Έλληνες, τους οποίους χαρακτηρίζει φιλόξενους, ανοιχτόκαρδους και εξωστρεφείς «Μου άρεσε πάρα πολύ να κάνω βόλτες με την παρέα μου στη Νέα Παραλία μετά το φαγητό. Όταν συναναστρεφόμουν μαζί τους, είτε μαγειρεύαμε είτε κουβεντιάζαμε δεν αισθανόμασταν το πέρασμα του χρόνου. Και η φιλοξενία του ελληνικού λαού με έκανε να νιώθω σαν στο σπίτι μου, αυτό νομίζω είναι ένα από τα πολλά κοινά μεταξύ των δύο λαών».
Ωστόσο, ένα από τα πράγματα που την στενοχώρησαν ήταν ότι εξαιτίας της πανδημίας δεν κατάφερε να ταξιδέψει όσο θα ήθελε στην Ελλάδα. Εκφράζει την επιθυμία της να επιστρέψει και να επισκεφθεί την Κέρκυρα, τη Ζάκυνθο και τη Σαντορίνη, αλλά και να ξαναδεί τη Θεσσαλονίκη, την οποία θεωρεί το πιο σημαντικό σημείο αναφοράς της στη χώρα.
Σχετικά με τις διαφορές καθημερινότητας, παρατηρεί ότι στην Ελλάδα οι ρυθμοί ζωής είναι πιο χαλαροί σε σχέση με την Κίνα, όπου δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην αποδοτικότητα, ενώ στην Ελλάδα κυριαρχεί η απόλαυση της στιγμής και του ελεύθερου χρόνου. Όπως τονίζει, «η Κίνα και η Ελλάδα είναι δύο χώρες με μακροχρόνια ιστορία και λαμπερό πολιτισμό».
Παρά τη φιλική τους σχέση, εξακολουθούν να υπάρχουν στερεότυπα και ελλιπής αλληλογνωριμία. Για παράδειγμα, στην Κίνα υπάρχει η αντίληψη ότι οι Έλληνες είναι τεμπέληδες λόγω της οικονομικής κρίσης, κάτι που η ίδια διαψεύδει μέσα από την εμπειρία της, σημειώνοντας ότι οι καθηγητές που γνώρισε στην Ελλάδα ήταν εξαιρετικά εργατικοί. «Στην Κίνα λέγεται ότι οι Έλληνες είναι τεμπέληδες επειδή είχε οικονομική κρίση η Ελλάδα το 2009, αλλά από ό,τι γνώρισα και βίωσα κατά τις σπουδές μου στην Ελλάδα, ανακάλυψα ότι η αλήθεια είναι εντελώς κάτι άλλο. Όπως ανέφερα, σχεδόν όλοι οι καθηγητές που γνώρισα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης είναι εργατικοί. Η καθηγήτριά μου από την Νέα Ελληνική Σχολή επέμενε να μας κάνει μάθημα παρά να πάρει άδεια όταν ο πατέρας της πλησίαζε στο “τέλος” του, πράγμα που με συγκίνησε πάρα πολύ. Δηλαδή, τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις που εντυπώνουμε στον μυαλό μας εις βάρος κάποιου λαού είναι κάθε άλλο παρά αλήθεια. Ως Κινέζα, διαψεύδω ότι οι Κινέζοι τρώνε σκυλιά, ποντίκια και τα άγρια ζώα. Ομολογώ ότι υπάρχουν κάποιοι που τα τρώνε, αλλά είναι στην μειονότητά μας. Πρέπει να γνωρίσουμε ανθρώπους πρόσωπο με πρόσωπο αντί να βάλουμε ετικέτες».
Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκε η επιθυμία της να παρουσιάσει μια πιο αληθινή εικόνα της Κίνας και του κινεζικού λαού. Γι’ αυτό επέλεξε τη δημοσιογραφία και δημιούργησε τη δική της σελίδα στο Facebook, η οποία έχει μεγάλη ανταπόκριση από Έλληνες χρήστες. «Είμαι πάρα πολύ ευγνώμων που τόσοι πολλοί φίλοι από την Ελλάδα ακολουθούν τη σελίδα μου». Χρησιμοποιεί μάλιστα δίγλωσσους υπότιτλους ώστε να μπορούν να την κατανοούν τόσο Έλληνες όσο και Κινέζοι θεατές, συμβάλλοντας έτσι στην αμοιβαία γνωριμία των δύο πολιτισμών.
Στον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται με πεζοπορία, μουσική, ψώνια, τένις και δοκιμή διαφορετικών γεύσεων μαζί με φίλους.
Φυσικά, δεν θα μπορούσα να μην τη ρωτήσω και για το Φεστιβάλ της Βάρκας του Δράκου, μία από τις σημαντικότερες παραδοσιακές γιορτές της Κίνας, που γιορτάστηκε πρόσφατα(19-21/6) και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της κινεζικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Όπως εξηγεί, πρόκειται για μια γιορτή με ιστορία που ξεπερνά τα 2.000 χρόνια, με επίκεντρο τους εντυπωσιακούς αγώνες με τις βάρκες-δράκους και την κατανάλωση των παραδοσιακών zongzi, που παρασκευάζονται από κολλώδες ρύζι με γλυκές ή αλμυρές γεμίσεις και τυλίγονται σε φύλλα μπαμπού ή καλαμιάς. Στη νότια Κίνα προτιμούν κυρίως τις αλμυρές γεύσεις, ενώ στη βόρεια τις γλυκές. Η ίδια, πάντως, παραδέχεται πως αγαπημένη της επιλογή είναι η γλυκιά εκδοχή, με κινέζικους χουρμάδες και πάστα κόκκινων φασολιών. «Η γλώσσα είναι ένα κλειδί για να γνωρίσουμε την κουλτούρα μιας χώρας», λέει η Ηρώ. Και μέσα από αυτό το «κλειδί» δεν ανακάλυψε μόνο έναν νέο πολιτισμό, αλλά και τις βαθιές ομοιότητες που συνδέουν την Ελλάδα με την Κίνα. Ομοιότητες που, όπως πιστεύει, μπορούν να φέρουν πιο κοντά τους δύο λαούς, να ενισχύσουν την αμοιβαία κατανόηση και να χτίσουν γέφυρες φιλίας και συνεργασίας που θα αντέξουν στον χρόνο.
ΠΡΟΣΦΑΤΑ
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η Ελπίδα και η Ηρώ ανακαλύπτουν την Ελλάδα μέσα από τη γλώσσα, τις φιλίες και την καθημερινότητα και μεταφέρουν αυτή την εμπειρία σε χιλιάδες συμπατριώτες τους
Οι ταινίες που θα φωτίσουν την πόλη έως τις 26 Αυγούστου - Είσοδος ελεύθερη
Από τη ρεσεψιόν ενός τηλεοπτικού σταθμού, στα παιδικά βιβλία και τις διεθνείς διακρίσεις μέχρι τη σκηνή του «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός 2026».
«Αρχεία της Μάλτας και Μεσογειακά Δίκτυα» στο Ιστορικό και Παλαιογραφικό Αρχείο του ΜΙΕΤ
Aνεγέρθηκε το 1444 από τον Μουράτ Β΄
Μια μεγάλη κινηματογραφική συνάντηση στη Σίφνο
«Μάθαινα να "διαβάζω" τα μάρμαρα»
Η πόλη βγαίνει στις πλατείες, στις ταράτσες και τους συναυλιακούς χώρους
Είναι σπατάλη ή κρύβεται κάτι βαθύτερο πίσω από αυτή τη συμπεριφορά;
Πώς το παρελθόν συνεχίζει να παραμένει ως ένα «φάντασμα» στο παρόν
Ζήσε την εμπειρία, μάθε την ιστορία της γης που πατάς, νιώσε τη Θεσσαλονίκη των αιώνων
Η παράσταση θα δοθεί σε ειδικά διαμορφωμένη υπαίθρια σκηνή μπροστά από το Μουσείο
Η νέα εποχή της ελληνικής χειροτεχνίας μέσα από έναν θεσμό που ενώνει παράδοση, τέχνη και καινοτομία
Η Επιτροπή Ολυμπίων ανακοίνωσε την αναβολή του φεστιβάλ για τεχνικούς λόγους
Η ελληνική μυθολογία έχει έντονη παράδοση να χρησιμοποιεί υβριδικά, μικτά πλάσματα ως σύμβολα της «ανάμειξης» πολιτισμένου ανθρώπου και άγριας φύσης.
Ο βραβευμένος με Όσκαρ σεναριογράφος και ακτιβιστής, με αφορμή την εμφάνισή του στο πλαίσιο του SNF Nostos, μιλάει στην ATHENS VOICE
Μια εβδομάδα αφιερωμένη στον άνθρωπο, τις ιδέες και όσα μας ενώνουν
Τα βράδια μας στον λόφο: Οι συναυλίες και οι παραστάσεις που θα απολαύσουμε φέτος στον Λυκαβηττό
Από τις 25 Ιουνίου έως τις 25 Ιουλίου έχουν προγραμματιστεί 9 συναυλίες σε δρόμους, πλατείες, θέατρα και αρχαιολογικούς χώρους
Η δημιουργός που μετατρέπει το αστικό τοπίο σε κολάζ εμπειριών μιλάει στην ATHENS VOICE
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.