Κινηματογραφος

Η ταινία της θερινής σεζόν: Το ποντίκι που βρυχάται

Για μια ακόμα φορά, η ζωή μοιάζει να αντιγράφει την Τέχνη

Γιάννης Στεφανίδης
Γιάννης Στεφανίδης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Η ταινία της θερινής σεζόν: Το ποντίκι που βρυχάται

Η διαχρονική σάτιρα «Το ποντίκι που βρυχάται» για την πυρηνική απειλή, τα όρια των υπερδυνάμεων και τη σύγχρονη σύγκρουση με το Ιράν σήμερ

Μια από τις απολαύσεις που προσφέρει το ελληνικό καλοκαίρι είναι οι θερινοί κινηματογράφοι. Σε ένα τέτοιο σινεμά, κάτω από τον έναστρο ουρανό (ή μήπως είχε φεγγάρι;), είδα την ταινία «Το ποντίκι που βρυχάται» (The Mouse That Roared). Βρετανική παραγωγή του 1959 (πριν καν γεννηθώ!), είχε ως πρωταγωνιστές τον Peter Sellers (σε τρεις ρόλους, πράγμα διόλου ασυνήθιστο για τον σπουδαίο αυτόν ηθοποιό) και την Jean Seberg (την Αμερικανίδα με το χαρακτηριστικό κοντοκουρεμένο ξανθό μαλλί που θα γοήτευε κοινό και κριτικούς στο «Με κομμένη την ανάσα» του Jean-Luc Godard).

Βασισμένη σε ένα μυθιστόρημα του Ιρλανδοαμερικανού Leonard Wibberley, η ταινία είναι μια σάτιρα για τη διεθνή πολιτική της δεκαετίας του 1950 που μοιάζει αναπάντεχα επίκαιρη: Ένα μικροσκοπικό κράτος στην Ευρώπη, το Φένγουικ (τύπου Λίχτενστάιν μείον τον φορολογικό παράδεισο) υφίσταται τον αθέμιτο ανταγωνισμό μιας αμερικανικής εταιρείας πάνω στο μοναδικό εξαγώγιμο προϊόν του, ένα κρασί ποικιλίας Πινό. Έχοντας κατά νου τη γενναιόδωρη μεταχείριση που οι Αμερικανοί είχαν επιφυλάξει στους εχθρούς τους κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κυβέρνηση του κρατιδίου αποφασίζει να κηρύξει τον πόλεμο και να εισβάλει στις ΗΠΑ, προκειμένου να ηττηθεί και να ανοικοδομηθεί στη συνέχεια με αμερικανικά δολάρια – όπως είχε συμβεί με τη Γερμανία, την Ιαπωνία και την Ιταλία.

Μια σειρά σατανικών συμπτώσεων, όμως, επιτρέπει στο εικοσαμελές εκστρατευτικό σώμα του Φένγουικ όχι μόνο να αποφύγει την ήττα στο αμερικανικό έδαφος (δηλαδή τη σύλληψη από την αστυνομία της Νέας Υόρκης), αλλά και να επιστρέψει θριαμβευτικά συναποκομίζοντας ομήρους – μεταξύ αυτών έναν στρατηγό, έναν πυρηνικό επιστήμονα και την όμορφή κόρη του – αλλά και την τρομερή εφεύρεση του επιστήμονα, μια Βόμβα (με κεφαλαίο Β) ικανή να ερημώσει μια ολόκληρη ήπειρο.

Αντιλαμβανόμενη την τρομερή απώλεια – τη Βόμβα – η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποχρεώνεται να δεχτεί διαπραγματεύσεις για να την πάρει πίσω, μαζί με τον εφευρέτη της. Στο τέλος, κοτζάμ πυρηνική δύναμη υποχρεώνεται να προβεί σε γενναίες παραχωρήσεις, αποδεχόμενη η Βόμβα (και ο επιστήμονας με την όμορφη κόρη) να παραμείνει στη φύλαξη του Φένγουικ, ως εγγύηση για την καλή συμπεριφορά των πυρηνικών υπερδυνάμεων.

Η ταινία γυρίστηκε σε μια εποχή που ο φόβος για τα πυρηνικά όπλα ήταν διάχυτος. Οι ΗΠΑ, η Σοβιετική Ένωση και όσες άλλες χώρες φιλοδοξούσαν να μπουν στο πυρηνικό κλαμπ πραγματοποιούσαν ακόμη επίγειες δοκιμές, εξαπολύοντας στην ατμόσφαιρα ραδιενεργά νέφη. Ο ανταγωνισμός των πυρηνικών εξοπλισμών εντεινόταν και οι υπερδυνάμεις δεν δίσταζαν να διανθίσουν τη διπλωματία τους με δόσεις πυρηνικού εκφοβισμού. Χρειάστηκε να μεσολαβήσει η Κρίση των Πυραύλων στην Κούβα (1962), ώστε οι τρεις πυρηνικές δυνάμεις της εποχής να κάνουν το πρώτο βήμα, τη Συνθήκη για τη Μερική Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών (1963), ώστε να αποφευχθούν τα χειρότερα για ολόκληρο τον πλανήτη.

Εξήντα επτά χρόνια μετά την προβολή της ταινίας, η εξωφρενική σατιρική της ματιά διατηρεί, νομίζω, τη δύναμή της. Εξίσου ανθεκτικό αποδεικνύεται το μήνυμά της: Στην εποχή των πυρηνικών όπλων, οι υπερδυνάμεις που τα κατέχουν μπορεί κάλλιστα να αποδειχτούν ευάλωτες απέναντι σε ασθενέστερα κράτη που είτε διαθέτουν πυρηνικά (βλ. Βόρεια Κορέα), είτε επιδιώκουν να τα αποκτήσουν (βλ. Ιράν), είτε απλώς επιλέγουν να αντισταθούν με συμβατικά μεν, «ευφυή» δε μέσα (βλ. Ουκρανία).

Ειδικά για την προεδρία Tραμπ, το μήνυμα της ταινίας προφανώς διαφεύγει της προσοχής της, με ό,τι κόστος αυτό συνεπάγεται: Συγκεχυμένοι αντικειμενικοί στόχοι, άγνοια ή παρανόηση του αντιπάλου και αποξένωση των παραδοσιακών συμμάχων έχουν υποχρεώσει την πυρηνική υπερδύναμη να δεχτεί επί ίσοις όροις διαπραγμάτευση με ένα κράτος, το οποίο, υποτίθεται, προσπαθεί να συνέλθει από τα συντριπτικά πλήγματα ενός άνισου πολέμου. Κι αυτό, διότι ξεκινώντας για ένοπλη «εκδρομούλα» (“a little excursion” ή “a short-term excursion”), o Tραμπ παρέβλεψε διάφορες «λεπτομέρειες»: την ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος, τα όρια της αμερικανικής ισχύος, τις αντοχές της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και τα διδάγματα της Ιστορίας και της Γεωγραφίας. Οι διοικούντες το Ιράν μπορεί να μην κατέχουν τη Βόμβα (με κεφαλαίο Β), αλλά μπορούν να ελέγξουν τα Στενά του Ορμούζ, ακόμα και με μέσα πολύ υποδεέστερα των αμερικανικών (υπερ)όπλων.

Αποτέλεσμα, ο αμερικανικός ελέφαντας να εύχεται το ιρανικό ποντίκι να πάψει να βρυχάται και να δεχτεί τους γενναιόδωρους όρους που ο πρώτος προσφέρει· αρκεί, βέβαια, να ομολογήσει την ήττα του. Και για μια ακόμα φορά, η ζωή μοιάζει να αντιγράφει την Τέχνη.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY