Αντώνης Μυριαγκός
Αντώνης Μυριαγκός © Τάσος Ανέστης
Κινηματογραφος

Αντώνης Μυριαγκός: Ποιος είναι ο άνθρωπος πίσω από τον Καποδίστρια;

Μιλήσαμε με τον πρωταγωνιστή μίας από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες των τελευταίων ετών
34585-78037.jpg
Δήμητρα Γκρους
ΤΕΥΧΟΣ 987
15’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Αντώνης Μυριαγκός μας μίλησε για τη ζωή του, αλλά και για τον Καποδίστρια, που δίχασε, ανοίγοντας τη συζήτηση για τη μεγάλη αυτή ιστορική μορφή

Συναντιόμαστε σε ένα καφέ στο Χαλάνδρι. Αναρωτιέμαι αν ο Καποδίστριας ήταν ένας ευγενικός και πράος χαρακτήρας με ανήσυχα μάτια – ή μήπως είναι η ταύτιση του Αντώνη Μυριαγκού με τον ρόλο που με κάνει να του αποδίδω αυτά τα χαρακτηριστικά. Πλέον φανταζόμαστε τον Καποδίστρια σαν τον Αντώνη Μυριαγκό, ιδίως με εκείνο το παλτό: ένα παλιό αγγλικό παλτό ενός θείου που ανακάλυψε στην ντουλάπα του. Πολύ ζεστό και κομψό, συντελεί ωστόσο στο να κάνεις όλους αυτούς τους συνειρμούς που ο ίδιος προσπαθεί πια να αποτινάξει. Με ρωτά αν είδα την ταινία.

Μεταφέρω τις ενστάσεις σχετικά με ιστορικές ανακρίβειες. «Βέβαια, ο σύμβουλος του Μέττερνιχ αναφέρει “Φιλόμουσο Εταιρεία”, όχι “Φιλική Εταιρεία”. Ο Καποδίστριας είχε οργανώσει ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα στο οποίο σπούδαζαν παιδιά προσφύγων». Υπόγεια όμως συμμετείχε σε κάτι επαναστατικό; «Ξέρουμε ότι ο Καποδίστριας ήταν ενάντια στην επανάσταση γιατί θεωρούσε ότι δεν ήταν ώριμες οι συνθήκες. Για να διατηρήσει τα προσχήματα, όταν απέτυχε η επανάσταση του Υψηλάντη και βρέθηκε στη φυλακή, δεν τον υποστήριξε. Έπρεπε να πεθάνει ο Αλέξανδρος και να έρθει ο αδελφός του, ο Νικόλαος, ώστε να κηρύξει η Ρωσία πόλεμο στους Τούρκους. Έτσι ευνοήθηκε τελικά και η Ελλάδα. Είναι μια συνέχεια συγκυριών που όμως δεν φτάνουν για ασφαλή συμπεράσματα».

Μου λέει ότι έχει διαβάσει πολλά βιβλία Ιστορίας για τον Καποδίστρια, από τους πιο μετριοπαθείς, όπως ο Χρήστος Λούκος, μέχρι τον Γιώργο Κοντογιώργη, που είναι ο θερμότερος υποστηρικτής του Καποδίστρια και ενός μεγαλύτερου ευρωπαϊκού σχεδίου. «Πολλοί τον ονομάζουν “μέγα ειρηνοποιό” των 100 ετών ειρήνης στην Ευρώπη, από το 1815 (Συνέδριο της Βιέννης) μέχρι το 1915. Τον θεωρούν έναν από τους αρχιτέκτονες αυτής της ισορροπίας. Εκπροσωπούσε αυτό που ονομάζουμε πεφωτισμένη δεσποτεία: δεν πίστευε ότι η Ελλάδα ήταν έτοιμη για συνταγματικά δικαιώματα. Όπως και ο Κοραής, που πίστευε ότι πρώτα πρέπει να μορφωθούν οι Έλληνες και μετά να γίνει επανάσταση».

Και η σχέση με την τόσο «υποστηρικτική» Ρωσία, σε μια χώρα που ανέκαθεν είχε μια στρεβλή ιδέα για το πόσο μας έχουν βοηθήσει οι Ρώσοι;

«Η ταινία δεν εστιάζει στο ποιες σχολές σκέψης μπορεί να βρήκε ο Καποδίστριας στην αυλή του τσάρου. Όμως είναι αλήθεια ότι είχαν πολύ καλή σχέση. Ο ίδιος ο τσάρος πήγε να τον επισκεφθεί στη μάχη της Λειψίας επί Ναπολέοντα και τον βρήκε στη σκηνή-γραφείο του, ως έναν απλό δημόσιο υπάλληλο. Εκείνη την εποχή γινόταν ένα είδος “scouting” στις αυλές των αυτοκρατοριών· αυτό που χρειαζόταν ήταν να είσαι γραμματιζούμενος».

Και συνεχίζει: «Είχε ήδη διακριθεί στην Επτάνησο Πολιτεία σε πολύ νεαρή ηλικία. Ο πατέρας του είχε σημαντική καριέρα και ο ίδιος, μόλις 23 ετών, συμμετείχε στη διαμόρφωση της Ιονίου Πολιτείας υπό ρωσική επιρροή. Ο τσάρος είδε την ικανότητά του και τον πήρε στην αυλή. Ακόμη και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μόνο Έλληνες μπορούσαν να γίνουν δραγουμάνοι — μεταφραστές με ουσιαστικό πολιτικό ρόλο. Ο Καποδίστριας βρέθηκε εκεί ως πολλά υποσχόμενος τεχνοκράτης που κέρδισε την εύνοια του τσάρου και έγινε υπουργός. Υπήρξαν περίοδοι που η σχέση τους δεν ήταν καλή, όπως όταν στάλθηκε στην Ελβετία — ουσιαστικά για να απομακρυνθεί. Ο συντηρητισμός του Μέττερνιχ είχε επηρεάσει τον τσάρο, που φοβόταν την επανάσταση. Ίσως αισθανόταν ότι ο Καποδίστριας ήταν υπερβολικά φιλελεύθερος και ουμανιστής. Από την άλλη, ο τσάρος ήθελε να χρησιμοποιήσει την Ορθοδοξία για να θέσει τα Βαλκάνια υπό την επιρροή του. Και ο Καποδίστριας ήθελε μια ελεύθερη Ελλάδα — εννοείται μέσα στο πλαίσιο των εγγυητριών δυνάμεων. Το ζητούμενο ήταν να θεσπιστεί κράτος και να δομηθεί με βιώσιμο τρόπο».

Ωραία όλα αυτά, αλλά η ταινία δείχνει τους χαρακτήρες σαν καρικατούρες, υπάρχει υπεραπλούστευση στο πώς παρουσιάζεται το καλό και το κακό: οι Άγγλοι μόνο κακοί, οι Ρώσοι μόνο κακοί – αντιτείνω.

«Είναι σαφώς μια πιο απλουστευμένη αφήγηση, που δεν τεκμηριώνει ιστορικά γεγονότα, προκειμένου να εξυπηρετήσει το όραμα του Σμαραγδή. Αλλά για μένα όλη αυτή η πρεμούρα περί ιστορικής πιστότητας είναι εξαρχής φάουλ· δεν είναι αυτός ο ρόλος μιας ταινίας. Ο Ρίντλεϊ Σκοτ στον “Ναπολέοντα” επινόησε μάχες για να εξυπηρετήσει το δικό του αφήγημα. Το θέμα τελικά δεν είναι αυτό. Ως ηθοποιός θα το έθετα αλλιώς: μπορεί η πρόθεση να είναι καλή – υπάρχει σκηνοθετικό βλέμμα;»

Το σημαντικό είναι –συμφωνούμε– ότι η ταινία μάς έκανε να επιστρέψουμε στα χρόνια του Καποδίστρια. Θυμηθήκαμε την Ιστορία μας, συζητήσαμε για το το τι συνέβη και τι όχι, πήγαμε στα βιβλιοπωλεία και αγοράσαμε βιβλία Ιστορίας, άνοιξε κι αυτή η συζήτηση για τον ρόλο της δημόσιας ιστορίας. «Και επίσης πήγε ο κόσμος στο σινεμά. Γιατί οι αίθουσες είναι συχνά άδειες, έτσι δεν είναι;»

Όταν ο Καποδίστριας αποκτά πρόσωπο: Μια κουβέντα με τον Αντώνη Μυριαγκό

― Φαντάζομαι πλέον σε αναγνωρίζουν στον δρόμο. Περίμενες αυτή την επιτυχία;

Τόσο μεγάλη όχι, αλλά περίμενα ότι θα πάει κόσμος να τη δει. Όντως με αναγνωρίζουν, ο κόσμος έχει αγαπήσει τον ρόλο, θέλουν να βγούμε μια φωτογραφία, κι αυτό το συνηθίζεις σιγά-σιγά· σου θρέφει ίσως και ένα πιο ματαιόδοξο κομμάτι, μέχρι ενός σημείου. Ένας άνθρωπος που δεν παίρνουν τα μυαλά του αέρα ξέρει ότι αυτό έχει ημερομηνία λήξης, επομένως το απολαμβάνεις όσο διαρκεί. Το θέμα είναι πώς μπορεί να μεταφραστεί από εδώ και πέρα σε επόμενο βήμα. Γιατί έχουμε ανάγκη, όσο μεγαλώνουμε, να προχωράμε· δεν μπορώ στα 52 μου να κάνω δύο βήματα μπροστά και ένα πίσω.

― Είσαι ευχαριστημένος με την ερμηνεία σου; Εσύ έκανες τον απολογισμό σου;

Ξέρω τις αδυναμίες κάθε φορά, και κάνω την προσωπική μου αποτίμηση – δεν τελειώνει ποτέ αυτό. Έχω κάνει πέντε ταινίες στη ζωή μου, είναι η δεύτερη με πρωταγωνιστικό ρόλο, με έναν ρόλο που στηρίζεται η ταινία πάνω μου. Αν με ρωτήσεις: είχες δέκα σκηνές, πιστεύεις ότι τις έβγαλες και τις δέκα; Θα πω όχι. Δεν βγήκαν και οι δέκα. Δεν έχει σημασία, όμως, συμφιλιώνεσαι και προχωράς.

Πώς αισθάνεται που πρωταγωνιστεί σε μια ταινία για την οποία έγινε τέτοιος ντόρος και δέχτηκε τόσο σκληρή κριτική. «Ήξερα τι θα προκαλέσει η ταινία – τα προβλήματα αλλά και τι μπορεί να ανασύρει: πόλωση, αναδημοσιεύσεις, τίτλους για κλικς και likes, όλη αυτή την ένταση. Γιατί εντέλει όλοι κυνηγάμε τη διαφήμιση». Δεν είναι εύκολη συζήτηση, αλλά την κάνει. Ξέροντας ότι η ταινία θα χτυπηθεί και θα δημιουργήσει πόλωση, «ότι θα φτάσουμε στο σημείο της γραφικότητας, γιατί ο καθένας κάνει τη δική του προβολή», υπερασπίζεται το όλο εγχείρημα, κρατώντας το καλό σχόλιο που δέχτηκε – σε υπερθετικό βαθμό από όσους τους άρεσε η ταινία. Ακόμη και οι αρνητικές κριτικές, σκέφτομαι, δεν στοχοποίησαν τον πρωταγωνιστή· σε καμία περίπτωση δεν αποδομήθηκε ο ηθοποιός που υποδύεται τον Καποδίστρια.

― Κάποιος θα έλεγε ότι δεν ήταν η ερμηνεία που θα φωτίσει πολλές πλευρές σου, υποκριτικά.

Νομίζω ότι όταν παίρνεις ένα σενάριο στα χέρια σου, πρέπει να κάνεις κάποιες επιλογές. Δεν χωράνε όλα σε μία ερμηνευτική προσέγγιση. Στη δική μου περίπτωση ήθελα να στηρίξω το σενάριο – αυτό είναι πάντα ο οδηγός. Αλλιώς κινδυνεύεις να πεταχτείς έξω. Δεν είχα την ανάγκη να επιδείξω πόσο καλός μπορώ να είμαι ως ηθοποιός για να πείσω τους πιο καχύποπτους. Περισσότερο ένιωθα την ανάγκη να στερεώσω μια υπερβατική φιγούρα, που κινείται σε έναν δικό της χρόνο.

― Ξεχνάμε πόσο δύσκολη τέχνη είναι ο κινηματογράφος, όπως και το θέατρο. Πιστεύεις ότι γενικότερα η κριτική δεν πρέπει να είναι τόσο αυστηρή;

Πολλές φορές η προσωπική μας ματιά και η ανάγκη να εξυπηρετήσουμε συμφέροντα ή τον εγωισμό μας, μας κάνουν σαν παιδιά που θέλουν να επιβληθούν στο παιχνίδι του άλλου. Μας λείπει συχνά η αγωνία να καταλάβουμε τι θέλει να κάνει ο δημιουργός και, πάνω σε αυτή την πρόθεση, να ασκήσουμε κριτική. Όταν απορρίπτεις εξαρχής, έχεις ήδη κλείσει τα αυτιά σου.

Ο μύθος του σωτήρα

― Στον Σμαραγδή καταλογίζουν ότι έφτιαξε μια αγιογραφία του Καποδίστρια. Τι λες εσύ;

Λέω ότι αν κάτι δεν είναι του γούστου σου, εννοείται να πάρεις θέση απέναντι. Αλλά είναι προτιμότερο να καταβάλλεις μια μεγαλύτερη προσπάθεια να καταλάβεις την ανάγκη του ανθρώπου να αγιοποιήσει ένα πορτρέτο, κι αν πίσω από αυτό υπάρχει μια άλλη σκέψη, γιατί το κάνει. Η αγιοποίηση δεν είναι επινόηση του Σμαραγδή. Και θα πρέπει να αναρωτηθούμε και γιατί υπάρχει η ανάγκη της αγιοποίησης. Ναι, αυτό είναι το αφήγημα: ότι όλοι αυτοί ήταν φατρίες που το μόνο που τους ένοιαζε ήταν τα προσωπικά τους συμφέροντα, και ήρθε ο Καποδίστριας… Πέρα από την πόλωση, όμως, να συμφωνήσουμε όλοι στο αν υπήρξε ένας άνθρωπος που μπήκε στην πολιτική με ένα όραμα, ένας άνθρωπος ανιδιοτελής και βαθιά ουμανιστής, που το πλήρωσε με τη ζωή του; Τι πλήρωσε; Την ξεροκεφαλιά του; Την αυταρχικότητά του; Την αγάπη στην πατρίδα; Το πλήρωσε όμως — δεν την έκανε.

Μήπως, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι η ίδια η ταινία, αλλά το γεγονός ότι οι θεατές σηκώνονταν όρθιοι και χειροκροτούσαν;

«Ναι, γιατί ο Έλληνας ψάχνει να καλύψει ένα έλλειμμα εθνοσωτήρα. Γι’ αυτό ό,τι προσφέρεται σε αυτό το πλαίσιο γίνεται εύκολα αποδεκτό. Νομίζω ότι όλο αυτό είναι ένα μεγάλο παραμύθι το οποίο το έχει ανάγκη ο κόσμος. Γιατί έχει ανάγκη τον μεγάλο ηγέτη; Έναν πολιτικό άμεμπτο και ανιδιοτελή; Μήπως θέλει να εκπροσωπηθεί από ένα πολύ πιο ιδανικό πρόσωπο, επειδή αναγνωρίζει τη δική του αδυναμία; Και επειδή διαψεύδεται συνεχώς, επιστρέφει σε αυτή τη λαχτάρα. Πόσοι με έναν αφελή τρόπο πιστέψαμε το Όχι του δημοψηφίσματος, που θα μας έβγαζε σε αχαρτογράφητα νερά; Ξύπνησε μέσα μας μια αίσθηση οράματος. Το λέω με αφέλεια, γιατί κάποιοι απλοϊκά, βάζω και τον εαυτό μου μέσα, παραπλανήθηκαν ότι πάμε μπροστά πηγαίνοντας απέναντι στις τράπεζες με τα capital control. Είμαι από αυτούς που διαψεύστηκα, την πάτησα, κι ας ήξερα ότι είναι μια πλάνη. Αλλά ξέρεις τι; Δεν με ενδιέφερε. Κι έτσι βρεθήκαμε ξαφνικά με ένα μεγάλο ποσοστό της κοινωνίας να μην το ενδιαφέρει η επόμενη μέρα…

Και στην περίπτωση αυτού του ανθρώπου, του Καποδίστρια, πιθανώς να ήξερε ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι εφικτό, δεν ξέρω. Γιατί τώρα εμείς χτίζουμε ένα αφήγημα εκ των υστέρων, μπορούμε να πούμε πολλά, αλλά μπορεί και εκείνος να ήξερε, ότι δεν μπορεί εύκολα να πάει μπροστά.

― Όμως είμαστε καθρέφτες των πολιτικών μας επιλογών. Δεν υπάρχει ένας αγαθός λαός, και μόνο οι πολιτικοί είναι οι κακοί, έτσι δεν είναι;

Σαφώς και ο λαός δεν έχει πάντα δίκιο. Τη «βρώμικη» δουλειά που νομίζουμε ότι θα κάνει αυτός που ψηφίζουμε, πρέπει να την κάνουμε εμείς. Και επειδή δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε, αναπαράγεται ο μύθος του σωτήρα. Και δεν ξέρω αν θέλω να σχολιάσουμε την επικαιρότητα, αλλά στο πρόσωπο της Καρυστιανού αυτό δεν βλέπει ένα μέρος του κόσμου; Συζητούσαμε με έναν φίλο τις προάλλες ότι η βίαιη ανακοπή της ζωής αυτού του ανθρώπου ανέκοψε τον εκσυγχρονισμό της χώρας, που στόχευε σε ένα κράτος με θεσμούς πάνω από πρόσωπα, φατρίες και οικογένειες. Αυτή η ανακοπή δημιούργησε ένα έλλειμμα, το οποίο προσπαθούμε εδώ και 200 χρόνια να το καλύψουμε.

Δεν λέω, ότι αν δεν τον δολοφονούσαν θα ήταν η Ελλάδα μια άλλη χώρα. Δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε υποθετικά ερωτήματα. Τα πράγματα προχώρησαν. Αλλά η συλλογική συνείδηση έχει επιφορτιστεί με αυτή τη δολοφονία, κι ο κόσμος προσπαθεί να συμπληρώσει ένα αφήγημα.

― Από τη μία ο σωτήρας, από την άλλη σαν να κοιτάμε και λίγο τον καθρέφτη στα προσωπα αυτών που σκότωσαν τον Καποδίστρια. Που η ταινία τους δείχνει σαν καρικατούρες…

Μας είναι πολύ γνώριμο όλο αυτό, γιατί τελικά συνηθίζεται να επικρατεί το προσωπικό συμφέρον πάνω από το δημόσιο. Αλλά τι είναι καρικατούρα; Μη μας τρομάζει η λέξη, είναι κάτι που συμβαίνει, το βρίσκουμε εκεί έξω. Είναι σύμπτυξη μιας συμπεριφοράς σε μια χειρονομία, έναν μορφασμό. Ένας εύκολος τρόπος να συνεννοούμαστε. Ο «φραπές» και όλοι αυτοί οι διάλογοι που έγιναν viral δεν είναι καρικατούρα; Οι πράξεις του κάθε «φραπέ» δεν είναι ένα σχήμα που επανέρχεται; Στη ζωή υπάρχουν στερεότυπα· υπάρχει ο άνθρωπος που δεν αλλάζει και που δεν εκπαιδεύει και τους άλλους να αλλάξουν. Και εκεί τελειώνει η υπόθεση.

― Στην τέχνη, όμως, η καρικατούρα είναι πρόβλημα.

Αυτό είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Θα θέλαμε να καταλαβαίνουμε πολύ περισσότερα πράγματα από ένα έργο τέχνης — δεν το συζητώ.

Από τη ζωγραφική στο θέατρο

Αποφασίζουμε να μεταφερθούμε στο kà nada, τον χώρο του Αντώνη στο Χαλάνδρι όπου κάνουν μαθήματα υποκριτικής, σεμινάρια, θεατρικό εργαστήρι για παιδιά και εφήβους – ένα πρότζεκτ των τελευταίων δύο ετών. Ο χώρος είναι σχεδόν άδειος, με ξύλινο πάτωμα. Πεδίο δόξης λαμπρό για τον φωτογράφο μας, Τάσο Ανέστη, να παίξει με το φως και τις σκιές. Ο Αντώνης βγάζει το παλτό και μένει με το μπλουζάκι. Φτάνει πια με τον ρόλο. Τον ρωτάω για τη νέα του ιδιότητα, αυτή του δασκάλου.

«Δεν υπάρχει συνταγή επιτυχίας, είναι κάτι πολύ προσωπικό. Όση μελέτη και εμπειρία χρειάζεται ο μαθητευόμενος, άλλη τόση χρειάζεται και ο εισηγητής. Μου ήταν δύσκολο να αγκαλιάσω αυτή την ιδιότητα. Αλλά τελικά δεν χρειάζεται πολλή σκέψη, γιατί το αίσθημα της ευθύνης μοιράζεται: ξεκινάμε από την παραδοχή ότι δεν ξέρουμε τίποτα. Κι έτσι, μέσα από αυτή την απενοχοποιημένη σκέψη, τόλμησα να πω: “παιδιά, θέλετε να ψάξουμε πέντε πράγματα μαζί;”»

Ο ίδιος ξεκίνησε την εκπαίδευση του στο Θέατρο Εργαστήριο Εμπρός, πλάι σε δασκάλους όπως ο Δημήτρης Καταλειφός και ο Τάσος Μπαντής. Κι ενώ διανύει εδώ και πολλά χρόνια μια πορεία στο θέατρο έχοντας συνεργαστεί με σημαντικούς σκηνοθέτες σε ενδιαφέρουσες δουλειές, το μεγάλο σχολείο ήταν η θητεία του από το 2005, για 17 συναπτά χρόνια, στον Τερζόπουλο και το θέατρο Άττις.

«Το μάθημά μου της υποκριτικής μοιραία είναι διαποτισμένο από την εμπειρία μου με τον Τερζόπουλο και αυτό που ονομάζει “αέναο αυτοσχεδιασμό”, που έχει ως αφετηρία το σώμα. Με μεγάλη υπομονή καλλιεργείς το πώς γεννιέται ένας χρόνος πάνω στο σώμα και τι προκύπτει όταν επιστρέφεις σε αυτόν. Σιγά-σιγά προσθέτεις και το κείμενο. Με τα χρόνια, βέβαια, τολμάς να ανοίξεις ένα δικό σου παράθυρο θέασης. Μιλάμε για ένα “ανοιχτό σώμα”, που αφουγκράζεται πριν μπει στον ρόλο, συσσωρεύει πληροφορία και τη μετατρέπει σε εργαλείο΄ όπως ο εικαστικός δουλεύει με τα υλικά του. Λέω συχνά στα παιδιά ότι είμαστε και ο οργανοπαίχτης και το όργανο μαζί. Ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο, έλεγε ο Τερζόπουλος. Ένας μηχανισμός που παράγει υλικό που μπορεί να οδηγήσει σε μια παράσταση. Πάνω απ’ όλα όμως μας ενδιαφέρει να ξυπνήσουν τα σώματα, και σε αυτό, δεν υπάρχει σωστό ή λάθος. Ερχόμαστε εδώ, παρατηρούμε, και αφηνόμαστε να μας παρατηρήσουν».

Σκέφτομαι πόσο ενδιαφέρον έχει όλο αυτό, ειδικά στις μέρες μας που τα σώματα είναι όλο και πιο σφιγμένα και τρέχουμε όλοι πίσω από ένα πολύ σφιχτό πρόγραμμα. Αν δείτε κάποιο από τα βίντεο στο YouTube με το θέατρο Άττις του Θόδωρου Τερζόπουλου, έχουν έντονη εικαστικότητα — του το λέω. «Ο Τερζόπουλος το έλεγε “ομιλούσα εγκατάσταση”, μια ζωντανή εγκατάσταση όπου εγκιβωτίζεται και ο ηθοποιός. Το σκηνικό δεν είναι φόντο που απλώς σχολιάζει ή διακοσμεί — είσαι μέρος του» διευκρινίζει.

Αντώνης Μυριαγκός | Antonis Miriagos Showreel 2015

― Ξεκίνησες στην Καλών Τεχνών, για να γίνεις ζωγράφος. Βρίσκεις σύνδεση σε όλη αυτή την πορεία που έχει ρήξεις και τομές;

Εκ των υστέρων κουμπώνουν τα κομμάτια του παζλ. Αναρωτιέσαι, πώς βρέθηκα εγώ από αυτό το σημείο στο επόμενο; Θέλοντας και μη κάνεις τις συνδέσεις. Το πώς από τη ζωγραφική πήγα στο θέατρο ήταν απρόβλεπτο, δεν είναι τυχαίο όμως το ότι βρέθηκα στον Τερζόπουλο, σ’ έναν κόσμο που είχε έντονη την υλικότητα και το εικαστικό στοιχείο – αισθανόμουν μια περίεργη συγγένεια. Έβλεπα, δηλαδή, ότι ανοίγεται ένα πεδίο πέρα από τη συμβατική θεατρική παράσταση. Αυτό που ονομάζεις ρήξη για μένα σήμαινε να εμπιστευτώ το ένστικτό μου. Πολλές φορές βέβαια κι αυτό βάλλεται, και τότε μπαίνεις σε αμφιβολία για το ποιους όρους πρέπει να πληροίς για να είσαι ένας «πετυχημένος» επαγγελματίας; Γι’ αυτό, όταν ξεκίνησα με το θέατρο, μου ήταν δύσκολο να λέω “είμαι ηθοποιός” ή “είμαι ζωγράφος”. Δεν ήξερα ακριβώς τι είμαι. Κάποια στιγμή, βέβαια, κάθεται μέσα σου: λες, εντάξει, κάνεις αυτή τη δουλειά 20 χρόνια — είσαι ηθοποιός.

Το λέει πολύ ωραία ο Αλέξανδρος Νεχαμάς, ο φιλόσοφος: ότι δεν ξέρεις από πριν τι είναι αυτό που θα γίνεις, μέχρι να το γίνεις.

«Και δεν ξέρεις ακόμα τι είναι αυτό που μπορεί να γίνεις, γιατί όλο αυτό είναι εν εξελίξει. Ίσως υπάρχει η ανάγκη να συμπεριλάβω κι άλλα πράγματα — και το χάος μέσα μου. Επειδή πολλές φορές νιώθω ότι η συγκρότηση που απαιτείται στη ζωή μας, θέλει προσπάθεια. Θέλει να πάρεις ένα ρίσκο και να επιχειρήσεις να το κάνεις, να οργανώσεις όλη αυτή την τυχαιότητα».

― Και η Καλών Τεχνών πώς προέκυψε;

Δεν ήξερα καν την ύπαρξη της σχολής, ότι η ζωγραφική σπουδάζεται, υπήρχε όμως μια έμφυτη κλίση στην οικογένεια. Η γιαγιά μου ζωγράφιζε, η θεία μου επίσης – ερασιτεχνικά. Ήταν και λίγο στις συνήθειες μιας αστικής οικογένειας τότε: έκαναν μαθήματα δι’ αλληλογραφίας με την ABC παίρνοντας καρτ ποστάλ, που τις μεγέθυναν, και έκαναν έργα, κάποια μάλιστα τα έχω ακόμα. Οπότε υπήρχε μια δεξιότητα στη ζωγραφική, την οποία κληρονόμησα κι εγώ: από τεσσάρων χρονών ζωγράφιζα. Αλλά μετά έρχεται το ερώτημα: κατά πόσο μια δεξιότητα ή μια κλίση αρκεί για να συγκροτήσει μια καλλιτεχνική προσωπικότητα;

Την απάντηση την έδωσα στα φοιτητικά μου χρόνια, έχοντας περάσει ατελείωτες ώρες στο ατελιέ μόνος να ζωγραφίζω, αρχικά μιμητικά, όπως όλοι. Κάνοντας την αυτοκριτική μου, καταλάβαινα ότι δεν ήταν αυτός ο δρόμος για μένα. Άρχισα να βλέπω ότι στο θέατρο αυτό συνέβαινε αβίαστα: συμφωνούσαμε να παίξουμε ένα παιχνίδι ορίζοντας τους όρους του — κι ένιωθα ότι αυτό μου φτάνει. Ασυνείδητα στην αρχή· έβγαζα χαρτζιλίκι ως κομπάρσος δουλεύοντας στην όπερα στο Μέγαρο. Αλλά εμένα το παιχνίδι μου άρεσε πάντα, με τον τρόπο που αρέσει στα παιδιά. Και νομίζω ότι αυτό είναι που αναζητά πάντοτε ο καλλιτέχνης: ένα ασφαλές περιβάλλον για να παίζει. Μια παιδική χαρά όπου σκάβεις με τα κουβαδάκια σου και μέσα από αυτό δουλεύεις και με τον εαυτό σου.

Ως ηθοποιός, είχες την τύχη να είσαι σε μια τέτοια «ασφαλή παιδική χαρά», με τον Τερζόπουλο, για πολλά χρόνια.

«Ναι. Οι συνθήκες ήταν άκρως επαγγελματικές μέσα σε ένα αταξινόμητο περιβάλλον, όπου προσπαθούσαμε να συγκροτήσουμε μια γλώσσα. Αλλά κάποτε τα πράγματα στερεύουν: κλείνει ένας κύκλος και πας να βρεις κάτι άλλο. Φυσικά υπάρχει μια ανοιχτή συνεργασία σε έργα του που ταξιδεύουν. Το ’23, όταν με πήραν τηλέφωνο για τον “Καποδίστρια”, ήμουν στην Τιφλίδα με την Αγλαΐα Πάπα — παίζαμε το Amor».

Η ζωή που σε βρίσκει στον δρόμο

Γεννημένος στη Χίο, με ρίζες από τη ναυτική παράδοση του νησιού και μικρασιατική προσφυγική μνήμη από την πλευρά της μητέρας του, ο Αντώνης Μυριαγκός έζησε τα πρώτα του χρόνια στον Καναδά, όπου η οικογένειά του μετανάστευσε όταν ήταν ακόμη μωρό. Οι πρώτες του μνήμες και η πρώτη του γλώσσα ήταν τα αγγλικά, πριν επιστρέψουν στην Ελλάδα και εγκατασταθούν στο Χαλάνδρι, όπου μεγάλωσε. Γιος καπετάνιου και μέλος μιας οικογένειας με μακρά ναυτική παράδοση –την οποία, όπως λέει, «έσπασε»– κουβαλά από νωρίς την εμπειρία της μετακίνησης και της επιστροφής, αλλά και την αίσθηση ότι η ζωή ανοίγει δρόμους που δεν είχες αρχικά φανταστεί.

― Ένα ακόμα εντυπωσιακό στοιχείο στη βιογραφία σου είναι τα ταξίδια. Ξεκίνησες από μικρός να ταξιδεύεις στον Καναδά και συνέχισες με διάφορους τρόπους.

Παρόλο που ποτέ δεν είχα λεφτά για να ταξιδεύω, το ταξίδι μού προκαλούσε πάντα μεγάλη περιέργεια. Με κάποιον τρόπο ερχόταν και με έβρισκε. Όπως όταν με προσκάλεσε ένας θείος μου στην Αυστραλία από το πουθενά κάνοντας μου τα έξοδα να πάω για έναν μήνα, στα 24 μου. Ή, στην Καλών Τεχνών, όταν αποφάσισα να κάνω αγιογραφία στο τρίτο έτος και μπήκα στην ομάδα του καθηγητή Σώζου Γιαννούδη, που μου είπε: «Πάμε έναν μήνα στη Σεούλ, να ζωγραφίσουμε τη Μητρόπολη». Και πήγαμε. Στον στρατό, πάλι, που δεν είχα λεφτά ούτε και την πολυτέλεια να ξοδεύω, ένας φίλος μού είπε ότι μπορούσες να δηλώσεις συμμετοχή για Κόσοβο ή Βοσνία, όπου πέρα από τους μόνιμους υπήρχαν και κάποιοι έφεδροι. Ένα εκατομμύριο δραχμές τον μήνα –τότε– για να κάνεις το στρατιωτικό σου, περίπου 3.000 σημερινά ευρώ. Πήγα για επτά μήνες. Ήταν και η περιέργεια του ταξιδιού, ήθελα να δω πώς είναι αυτή η χώρα μετά τον πόλεμο.

― Φοβερή εμπειρία! Σε άλλαξε;

Πιθανόν. Δεν κρατούσα ημερολόγιο. Νομίζω πολλά πράγματα γίνονταν και λίγο ερήμην μου. Και αναρωτιέμαι κι εγώ κατά πόσο αυτό το ερήμην το προκαλούσα ο ίδιος. Μετά από καιρό, πάντως, καταλαβαίνεις γιατί πήγες. Είχαμε ζήσει ως φοιτητές τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, κατεβαίναμε σε διαδηλώσεις, και ξαφνικά πέντε χρόνια μετά βρίσκομαι σε ειρηνευτική δύναμη στο Σεράγεβο — κάτι που δεν θα πρότεινα σε κανέναν. Με υπερέβαινε όλο αυτό.

Μιλώντας για τα ταξίδια, πάντως, μετά ήρθε η περίοδος του Άττις και του Τερζόπουλου. Με το καλημέρα πήγαμε στο Μεξικό, μετά στη Γερμανία… γενικότερα ταξιδέψαμε πολύ. Τα τελευταία μεγάλα ταξίδια ήταν το 2019: Ιαπωνία, Ρωσία, Κίνα, για 2 μήνες πηγαινοερχόμασταν. Η μόνη σύνδεση που βρίσκω είναι ότι προέρχομαι από ναυτική οικογένεια. Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος – από πάππου προς πάππου μηχανικοί και καπετάνιοι. Κι αυτό είναι κάτι που με εκπλήσσει: δεν ακολούθησα το επάγγελμα, αλλά για κάποιο λόγο έπρεπε να ταξιδεύω.

― Στη διαδρομή της ζωής τα πράγματα συμβαίνουν πολλές φορές ερήμην μας, αλλά αν το δεις από απόσταση, στη δική σου περίπτωση υπάρχουν τομές: οι εξωτερικές μετακινήσεις φέρνουν εσωτερικές – ή και το αντίστροφο. Από την Καλών Τεχνών στο θέατρο, κι από τον Τερζόπουλο στον Σμαραγδή. Κι από εκεί…

…στο χάος που σε περιμένει. Γιατί κάθε φορά που τελειώνεις κάτι, μετά λες: και τώρα; Σε απασχολεί το επόμενο βήμα – ειδικά μετά από ένα τόσο αδιανόητο «μπαμ». Τώρα είμαι σε μια φάση που παρατηρώ όλο αυτό που συμβαίνει. Έπαιζα σε μια παράσταση στο θέατρο Πόρτα, που κατέβηκε τα Χριστούγεννα. Και συμβαίνει να σχεδιάζεις την τρέχουσα σεζόν και να έρχεται μια ανατροπή – ή σε βρίσκει μια ταινία σαν αυτήν και μετά ακολουθεί μια περίοδος αναδουλειάς. Στην προσπάθειά μου να δω ποιο είναι το επόμενο βήμα, αντιστέκομαι. Έρχονται προτάσεις, αλλά λέω στον εαυτό μου: «άκου το ένστικτό σου· θα βρεις αυτό που ψάχνεις». Πολύ συχνά οι ηθοποιοί κάνουμε δουλειές για λόγους βιοπορισμού, μέχρι να βρούμε κάτι που θέλουμε πραγματικά να κάνουμε – αλλά στο μεταξύ πρέπει να ζήσουμε.

Ο χρόνος μας τελειώνει. Έχει δύο δίδυμα παιδιά στην εφηβεία κι έχει την έγνοια να πάει σπίτι, η οικογένεια πάντα είναι σημείο αναφοράς. Όπως συμβαίνει συχνά, προχωρώντας στη ζωή μεγαλώνουν και υποχρεώσεις, όλα με έναν τρόπο αλλάζουν. Τα ταξίδια μοιραία δίνουν τη θέση τους σε κάτι άλλο – δεν είναι πια με μια βαλίτσα στο χέρι.

Κλειδώνουμε τον χώρο, κι όπως περπατάμε έξω, στο κέντρο του Χαλανδρίου, λίγο πριν χωρίσουν οι δρόμοι μας μου λέει: «Δεν είπαμε κάτι για την πίστη». Να το πούμε τώρα. Τι ακριβώς; «Ότι πολλές φορές συμβαίνει να δοκιμάζεται η πίστη σου σε κάτι. Έχει να κάνει με το κατά πόσο θα αγνοήσεις τις φωνές που μπορεί να σε πηγαίνουν πίσω, προκειμένου να κάνεις αυτό που είναι να κάνεις. Με την Καλών Τεχνών, για παράδειγμα, μπορεί και να δοκιμαζόταν η πίστη μου απέναντι στη ζωγραφική. Την πρόδωσα — και με ελαφριά πηδηματάκια βρήκα κάτι άλλο για να πιστέψω. Και είναι απολύτως φυσιολογικό να αμφισβητήσεις τον εαυτό σου, να αμφιβάλλεις, να τον ακυρώσεις κιόλας, αν χρειαστεί. Βλέπεις τελικά ότι η ίδια η ζωή είναι θέμα πίστης. Αν πάψεις να πιστεύεις —σε σένα, στη σχέση με τον άλλον, σε αυτό που έχεις επιλέξει, ακόμη και στη σχέση με τα παιδιά σου— αν θεωρήσεις ότι έχασες το παιχνίδι…»

Έχει φασαρία από τη βουή του δρόμου, αισθάνομαι όμως ότι λέμε κάτι ουσιαστικό.

«Κι αν δυσκολεύεσαι να την ξαναβρείς, είναι γιατί χάνεις την πίστη σου στην ίδια τη ζωή. Που δεν είναι δεδομένη. Μεγαλώνοντας, είναι χρήσιμο να υπενθυμίζεις στον εαυτό σου ότι αυτό που σου συνέβη είναι τυχαίο, ότι θα μπορούσε να μην έχει συμβεί. Οι πιθανότητες είναι συντριπτικά εις βάρος σου. Κι όμως, πιστεύεις ότι είναι αυτονόητο το ότι υπάρχεις και ότι κάνεις όλα αυτά τα πράγματα. Σαν να σου χρωστά η ζωή. Κι όταν αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό που περιμένεις δεν έρχεται, απογοητεύεσαι. Και εκεί δεν πρέπει να χάσεις την πίστη σου — γιατί αυτή θα σε κάνει να καταλάβεις ότι δεν πάει έτσι».

Η ίδια η έννοια της κατάφασης απέναντι στη ζωή είναι να μην παίρνεις τα πράγματα δεδομένα. Κι όμως, ζούμε σαν ο χρόνος να είναι απεριόριστος και όλα να κρατούν για πάντα, λέω.

«Ίσως αν μπορούσαμε από μικροί να μνημονεύουμε τον θάνατο κάθε μέρα, θα ήμασταν πιο κοντά στη ζωή — όλες οι ανατολικές θρησκείες βασίζονται σε αυτό. Αλλά είναι σαν ο άνθρωπος να παθαίνει “εαυτίτιδα”: ο νους παράγει σκέψεις, τις κάνει εικόνες, οι εικόνες δημιουργούν συναισθήματα και εγγράφονται στο σώμα σου. Σταμάτα το λίγο αυτό. Στο μάθημα αυτό κάνουμε, για να δώσουμε προβάδισμα σε άλλα πράγματα».

Ακούγεται δελεαστικό. «Είναι! Αλλά κάποια στιγμή δοκιμάζεται και η πίστη τους. Έρχεται κάποιος σε ένα σεμινάριο και δεν παίρνει κάτι χειροπιαστό».

Όμως αυτοί που έρχονται δεσμεύονται, αντιτείνω. Δεύτερος χειμώνας τώρα – θέλει και λίγο πίστη. «Δοκιμάζεται και η δική μου πίστη σε αυτό. Όχι μόνο αν μπορώ να το ψάξω ή να το καταφέρω, αλλά αν έχει νόημα να τρέφεις αυταπάτες». Ποιος δεν το νιώθει αυτό, έστω σε κάποιες κρίσεις ειλικρίνειας; Κάπως έτσι, με αυτές τις σκέψεις, χαιρετιόμαστε, δείχνοντάς μου τον δρόμο για το μετρό. Και ίσως τελικά, σκέφτομαι, όλα να επιστρέφουν στην ίδια απλή ερώτηση, που μας ανοίγει ή που μας κλείνει δρόμους: σε τι επιλέγουμε να πιστεύουμε.

Δειτε περισσοτερα