Ιχθυόσκαλα Κερατσινίου
Ιχθυόσκαλα Κερατσινίου | Αιγύπτιοι ψαράδες μετά την επιστροφή του καϊκιού © Τάσος Ανέστης
Life in Athens

Οι άνθρωποι της νύχτας στην Ιχθυόσκαλα Κερατσινίου

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, στους αθηναϊκούς δρόμους λίγα αυτοκίνητα, σποραδικά φώτα κι όμως, στο δυτικό άκρο της πόλης, δίπλα στη θάλασσα, υπάρχει ένας άλλος κόσμος που μόλις ξυπνά
loukas-velidakis.jpg
Λουκάς Βελιδάκης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μια νύχτα στην Ιχθυόσκαλα Κερατσινίου, εκεί όπου ξυπνά η πιο αθέατη αγορά του Πειραιά

Πρώτες πρωινές ώρες Δευτέρας – μια πόλη άδεια. Από το Παγκράτι που ξεκινάμε –ο φωτογράφος κι εγώ– μέχρι το Κερατσίνι, η Αθήνα μοιάζει να έχει αποσυρθεί. Μετά το λιμάνι, τραβάς ευθεία, στρίβεις αριστερά και φτάνεις στην Ιχθυόσκαλα.

Η μυρωδιά έρχεται πρώτη – πριν δεις το οτιδήποτε: Αλάτι, πετρέλαιο, ψάρι, υγρασία από τη θάλασσα. Και μετά ο ήχος: μηχανές φορτηγών, κοφτές φωνές στον αέρα, τελάρα και κιβώτια που σέρνονται στο νοτισμένο πάτωμα με το παλετοφόρο. Και το φως δυνατό, ψυχρό, αδιάφορο για την ώρα που δείχνει το ρολόι.

Ο μεγάλος διάδρομος εκτείνεται μπροστά σου: εκατό μέτρα, μπορεί και παραπάνω. Από τις δύο πλευρές πλαστικά τελάρα γεμάτα με ό,τι έδωσε η θάλασσα τις τελευταίες ώρες – γόπες, σαφρίδια, κουτσομούρες, μπαρμπούνια, καλαμάρια, καραβίδες, αστακούς, χέλια–, αλλά και μαγιάτικα, τόνους. Ψάρια που σπάνια βλέπεις σ’ ένα συνηθισμένο ψαράδικο της γειτονιάς. Κάτω απ’ τους ψυχρούς προβολείς, το φρέσκο ψάρι γυαλίζει – μόλις βγήκε απ’ το νερό.

Στην Ιχθυόσκαλα Κερατσινίου, ο Πειραιάς δουλεύει ενώ η Αθήνα κοιμάται

Τις μικρές ώρες, ο διάδρομος αυτός στο Κερατσίνι είναι η πιο ζωντανή αγορά της πόλης. Η ιχθυόσκαλα δεν κλείνει ποτέ, αλλά η ώρα αιχμής της εκτείνεται από τις 2 τα ξημερώματα, που ανοίγει για τους εμπόρους, ως τις 7 με 8 το πρωί. Όταν η πόλη ξυπνά, εδώ έχει ήδη τελειώσει η δουλειά. Νταλίκες από Θεσσαλονίκη, από Καβάλα, από Καλαμάτα φτάνουν, αδειάζουν, ξαναφορτώνουν. Εστιατόρια, λαϊκές, ψαράδικα – όλοι εδώ, σ’ αυτή τη μικρή ζώνη που η πόλη δεν βλέπει.

Ο χώρος έχει τη δική του γλώσσα. Άνθρωποι κάθε ηλικίας εργάζονται πυρετωδώς, ξεφορτώνουν την ψαριά από τα καΐκια που δένουν για λίγο. Τα αμπάρια ανοίγουν. Οι ψαριές βγαίνουν με γρήγορες κινήσεις, κινήσεις ανθρώπων που το έχουν κάνει χιλιάδες φορές. Καρότσια πηγαινοέρχονται αδιάκοπα. Νεότεροι εργάτες κουβαλούν τελάρα. Οι παλαιότεροι δουλεύουν πιο αργά, τα χέρια τους φέρουν το βάρος της εμπειρίας. Καφές από πλαστικό ποτήρι, κάθε τόσο κάποια φωνή δυνατή «Έλα δω!». Άλλος ανάβει τσιγάρο έξω απ’ το φορτηγό-ψυγείο, κοιτά για μια στιγμή τη θάλασσα, μετά μπαίνει μέσα.

Κατά βάση είναι άντρες. Ηλικίες από 20 έως 80 και πάνω. Έλληνες, Αλβανοί, κυρίως Αιγύπτιοι. Τη νύχτα που πήγαμε, πέντ' έξι φορούσαν τη φανέλα της ΑΕΚ – πριν από λίγη ώρα είχε πάρει και τυπικά το πρωτάθλημα. Ακόμα κι αυτή την ώρα, σ’ αυτό το μέρος, ο άνθρωπος βρίσκει τρόπο να θυμάται ότι ανήκει κάπου.

Οι αόρατοι εργάτες της Ιχθυόσκαλας και η πόλη που δεν τους βλέπει

Ο Μπας είναι 23 χρονών, από την Αίγυπτο. Κάνει αυτή τη δουλειά τέσσερα χρόνια. Τα ελληνικά τα έμαθε στην ιχθυόσκαλα. Ντροπαλό παιδί, ευγενικό, ποζάρει στον Τάσο κρατώντας ένα μαγιάτικο 25 κιλών. Μεσάνυχτα με οχτώ το πρωί, φορτώνεται τελάρα, τοποθετεί ψάρια στη θέση τους, συνεχίζει.

Ο Μοχάμεντ είναι 19. Ξεφορτώνει ψάρια από τα καΐκια. Στέκεται στην άκρη της προβλήτας και περνά τα κιβώτια από χέρι σε χέρι. Μας χαμογελά και φωτίζεται το πρόσωπό του όταν του ζητάμε να ποζάρει στον φακό. Κι αμέσως μετά συνεχίζει τη δουλειά. Το σώμα του μαθημένο ήδη στον ρυθμό της νύχτας.

Ο Ζαζούκ έχει αράξει πάνω σε μια δέστρα. Λέει ότι κάνει αυτή τη δουλειά 40 χρόνια. «Γεννήθηκα ψαράς, γράμματα δεν ξέρω, μόνο ψάρια ξέρω». Μπαίνει σε μεγάλα ψαροκάικα που αρμενίζουν στο Αιγαίο – από τα Δωδεκάνησα ως τη Λέσβο, ακολουθώντας τα ψάρια όπου τα πάει η εποχή. Στην πρώτη καλή ψαριά, ξεφορτώνουν και γυρνούν. Φτιάχνει επίσης δίχτυα και εξοπλισμό για τους ψαράδες –μπαλώνει, δένει, συναρμολογεί εργαλεία που ελάχιστοι ξέρουν πλέον να φτιάξουν. «Είναι τέχνη αυτό». Κι αυτός από την Αίγυπτο, χρόνια τώρα στην Ελλάδα. «Στην ιχθυόσκαλα οι περισσότεροι είναι Αιγύπτιοι, δεν την κάνουν πια αυτή τη δουλειά οι Έλληνες».

Ο καπετάν Σπύρος, ο άνθρωπος που ακόμα ταξιδεύει κάθε νύχτα

Πίσω από μια ξύλινη τιμονιέρα στέκεται ένας λεβεντόγερος. Ο Τάσος τον φωτογραφίζει – το μικρό μπλε παράθυρο φτιάχνει ένα κάδρο από μόνο του. «Καπετάνιο, να έρθω μέσα να μιλήσουμε;» Μου γνέφει ν’ ανέβω και πηδώ στο ψαροκάικο. Οι Αιγύπτιοι, που έχουν σχηματίσει μια ανθρώπινη αλυσίδα και βγάζουν έξω ένα ένα τα κιβώτια, με βοηθάνε να ισορροπήσω – το κατάστρωμα είναι βρεγμένο από θαλασσινό νερό και ψάρια.

Με υποδέχεται στο μικρό «αρχηγείο» του, γεμάτο εικόνες του Αϊ-Νικόλα, ασύρματους, μικρές οθόνες, μηχανήματα σόναρ. Μου δίνει το χέρι – ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίζεται στο σκαμμένο πρόσωπό του. Ο Σπύρος Δράκος είναι 83 ετών. Κάνει αυτή τη δουλειά επί 60 χρόνια. Ξεκίνησε ως λαμπαδόρος – «παλιά είχαμε λάμπες, πέντε βάρκες». Στα 20 έγινε καπετάνιος. Εξήντα χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να βγαίνει κάθε βράδυ. Φεύγει από τη Σαλαμίνα στις 5 το απόγευμα, φτάνει στη σκάλα τα ξημερώματα. Ψαρεύει με λάμπες και μηχανή – κολιούς, γόπες, μελανούρια, ό,τι δώσει. Κάποιες νύχτες έρχεται «ακαλάριστος» – «μια τα δελφίνια, μια οι φώκιες, μια οι χελώνες», δεν βγαίνει η ψαριά.

«Δεν κουράστηκες τόσα χρόνια, καπετάνιο;» τον ρωτώ. «Όχι…» απαντά με φυσικότητα. Και, πραγματικά, δεν είναι δυνατόν έναν άνθρωπο τέτοιο να τον πάρεις απ’ το στοιχείο του. Δεν είναι μόνο η αγάπη που τον κρατά στο τιμόνι και στα ξενύχτια στ’ ανοιχτά. Παίρνει μια σύνταξη που δεν φτάνει, κι έτσι πρέπει να συνεχίσει. Νεότερος, χαλούσε τα λεφτά του εδώ κι εκεί. Δεν μοιάζει να έχει μετανιώσει, κι ας πρέπει ακόμα να δουλεύει. «Εγώ την έχω ζήσει τη ζωή», λέει. «Τώρα τίποτα… φτώχεια. Ακρίβεια όλα. Η γόπα πάει 5 ευρώ. Τα καΐκια έχουν βαρύ κόστος – καύσιμα, συντήρηση, πληρώματα. Ένα μεγάλο ταξίδι μπορεί να σου πάει 15.000 ευρώ. Οι άντρες στο σκάφος παίρνουν γύρω στο χιλιάρικο το μήνα. Άντε βγάλ’ τα. Ο κόσμος δεν αγοράζει, δεν έχει λεφτά. Τα μικρά καΐκια θα σβήσουν», λέει τελικά σαν πρόγνωση καιρού. «Τα μεγάλα κάτι θα κάνουν». Πριν φύγω, φωνάζει σ’ έναν από τους ανθρώπους στο καΐκι: «Βάλε ένα κιλό κολιό στο παιδί να το ευχαριστηθεί».

Παράλληλες πόλεις

Φορτηγά έρχονται και φεύγουν με τις παραγγελίες. Η σκάλα γεμίζει, κι όσο πιο ψηλά ανεβαίνει ο ήλιος, τόσο περισσότερο αδειάζει, σαν παλίρροια που υποχωρεί. Η Αθήνα θα ξυπνήσει σε λίγο και θα βρει τις βιτρίνες γεμάτες. Ο κόσμος θα διαλέξει ψάρι στη λαϊκή, θα παραγγείλει σε ταβέρνα, θα πληρώσει έναν λογαριασμό που θα του φανεί τσουχτερός – χωρίς να σκεφτεί πώς έφτασε εκεί αυτό που τρώει ή ποιος το ξεφόρτωσε στις 3 τα ξημερώματα ή τι σύνταξη παίρνει ο καπετάνιος που βγήκε στ’ ανοιχτά για να το πιάσει ή πώς ένας 23χρονος Αιγύπτιος έμαθε ελληνικά μεταφέροντας τελάρα με ψάρια και σακούλες με πάγο.

Μια πόλη με πολλαπλές ζωές, που τέμνονται χωρίς να συναντιούνται πραγματικά. Η μία κοιμάται όταν η άλλη ιδρώνει. Η μία ανοίγει τα μάτια της όταν η άλλη τα κλείνει. Η μία τρέφεται από την άλλη – κυριολεκτικά. 

Δειτε περισσοτερα

Hotel Vermelho | Κριστιάν Λουμπουτέν
Hotel Vermelho: Το ξενοδοχείο του Κριστιάν Λουμπουτέν και οι σουίτες – ποίημα δια χειρός Κακανιά

Όλοι θέλουν να μείνουν έστω και για ένα βράδυ σε ένα ξενοδοχείο βγαλμένο από ταινία εποχής με χειροποίητα πορτογαλικά πλακάκια και σουίτες ζωγραφισμένες στο χέρι από τον Κωνσταντίνο Κακανιά