- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
«Μητέρα του Γουίστλερ»: Ο δημιουργός του πίνακα σίγουρα μισεί αυτό που συμβαίνει με το έργο του
Η ιστορία του πιο διάσημου παρεξηγημένου πίνακα μοντέρνας τέχνης
Η «Μητέρα του Γουίστλερ» ξεκίνησε ως μια απλή οικογενειακή προσωπογραφία και κατέληξε να γίνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και παρερμηνευμένα έργα τέχνης στον κόσμο
Υπάρχουν ελάχιστα έργα τέχνης που αναγνωρίζονται αμέσως από εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Κι αν κάποιος έπρεπε να κατονομάσει τα πιο αναγνωρίσιμα έργα της παγκόσμιας ζωγραφικής, η απάντηση θα περιελάμβανε σχεδόν νομοτελειακά τη «Μόνα Λίζα» του Ντα Βίντσι, την «Κραυγή» του Μουνκ, την «Έναστρη Νύχτα» του βαν Γκογκ και μια αυστηρή, μαυροφορεμένη φιγούρα που κάθεται σε προφίλ: είναι η «Μητέρα του Γουίστλερ».
Το έργο αυτό, που φιλοτεχνήθηκε το 1871 από τον Αμερικανό πρωτοπόρο Τζέιμς ΜακΝιλ Γουίστλερ, έχει ξεπεράσει τα όρια των γκαλερί. Έχει γίνει αντικείμενο παρωδίας στους Simpsons, έχει πρωταγωνιστήσει σε ταινίες του Mr. Bean, έχει μεταμορφωθεί σε viral meme των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και έχει αποτυπωθεί σε γραμματόσημα.
Ωστόσο, πίσω από τη σχεδόν ιερή διάσταση που έχει λάβει αυτή η ηλικιωμένη γυναίκα, κρύβεται μια ιστορία γεμάτη συμπτώσεις και ανατροπές. Το πιο παράδοξο όμως είναι ότι ο Τζέιμς ΜακΝιλ Γουίστλερ θα μισούσε θανάσιμα τον λόγο για τον οποίο το κοινό λάτρεψε τον πίνακά του. Για εκείνον ο πίνακας δεν είχε τίποτα το συναισθηματικό. Ήταν μια ψυχρή κατασκευή ισορροπιών, μια μελέτη του πώς οι μορφές στέκονται στον χώρο και πώς το γκρι συνδυάζεται με το μαύρο πάνω στον καμβά.
Ο πίνακας ανήκει στη συλλογή του Μουσείου Ορσέ στο Παρίσι, αλλά αυτή την περίοδο επιστρέφει στο Λονδίνο, στην Tate Britain, για τη μεγάλη αναδρομική έκθεση του Τζέιμς ΜακΝίλ Γουίστλερ με περίπου 150 έργα του.
Η ξαφνική ακύρωση που άλλαξε τα πάντα
Το ημερολόγιο έγραφε 1871. Ο Γουίστλερ ζούσε στο Τσέλσι του Λονδίνου και βρισκόταν σε μια από τις πιο σκοτεινές και πιεστικές φάσεις της ζωής του. Τα χρέη τον έπνιγαν και ο ίδιος πάλευε απεγνωσμένα να βρει μια νέα καλλιτεχνική κατεύθυνση που θα τον διαφοροποιούσε από το κατεστημένο της βικτωριανής εποχής.
Ένα απόγευμα στα τέλη Οκτωβρίου, ένα 15χρονο κορίτσι που είχε συμφωνήσει να ποζάρει για τον Γουίστλερ και τον πίνακα ενημέρωσε ότι ήταν άρρωστη. Ο καλλιτέχνης, έχοντας ήδη προετοιμάσει και τεντώσει έναν μεγάλο καμβά, βρισκόταν σε κατάσταση νευρικής κρίσης.
Τότε, η μητέρα του που τον στήριζε πάντοτε και είχε γίνει η πιο στενή του συνεργάτιδα, αναλαμβάνοντας τις λεπτές διαπραγματεύσεις με τους δύστροπους αγοραστές έργων τέχνης, προσφέρθηκε να βοηθήσει. Όπως έγραψε η ίδια αργότερα σε μια επιστολή προς την αδελφή της, η οποία φυλάσσεται σήμερα στο ψηφιακό αρχείο του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης:
«Έμεινα έκπληκτη όταν την επόμενη ημέρα μου είπε: “Μητέρα, θέλω να ποζάρεις για μένα! Είναι κάτι που εδώ και καιρό σχεδίαζα και επιθυμούσα να κάνω, να ζωγραφίσω το πορτρέτο σου”». Η ίδια, βλέποντας το χέρι του Θεού πίσω από τις αναποδιές, σημείωσε: «Οι απογοητεύσεις είναι ο τρόπος του Κυρίου να μας ευλογεί».
Ακίνητη σαν άγαλμα
Η διαδικασία ωστόσο αποδείχθηκε εξαιρετικά επίπονη. Αρχικά, ο Γουίστλερ ήθελε τη μητέρα του να στέκεται όρθια. Η Άννα προσπάθησε να μείνει «ακίνητη σαν άγαλμα», αλλά μετά από δύο ημέρες εξαντλητικής ορθοστασίας, η υγεία της κλονίστηκε. Τα μάτια της δάκρυζαν και τα πόδια της δεν την κρατούσαν.
Βλέποντας την αδυναμία της, ο καλλιτέχνης υποχώρησε και της επέτρεψε να καθίσει σε προφίλ. Αυτή η αλλαγή στάσης ήταν που καθόρισε την ιστορία της τέχνης.
Ο Γουίστλερ δούλεψε με μια πρωτοφανή για τον ίδιο ταχύτητα. Αντί να ξύνει τον καμβά και να σβήνει τα χρώματα για μήνες, μια τακτική που εφάρμοζε σε άλλα έργα οδηγώντας τα μοντέλα του στην απόλυτη εξουθένωση, ολοκλήρωσε το πορτρέτο μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η Άννα θυμόταν ότι μόνο σε ελάχιστες στιγμές τεχνικής δυσκολίας τον άκουσε να ξεσπά: «Όχι! Δεν μπορώ να το πετύχω σωστά! Είναι αδύνατο να γίνει τέλειο!».
Όταν όμως άφησε το πινέλο, ο Γουίστλερ έτρεξε συγκινημένος, τη φίλησε και είπε γεμάτος ανακούφιση: «Μητέρα, το κατάφερα! Είναι όμορφο!».
Στο προσωπικό του μανιφέστο, έγραψε μερικές γραμμές που έμελλε να αποδειχθούν η μεγαλύτερη ειρωνεία της καριέρας του:
«Η τέχνη πρέπει να είναι ανεξάρτητη από κάθε ανοησία: πρέπει να στέκεται μόνη της και να γοητεύει το καλλιτεχνικό αισθητήριο του ματιού ή του αυτιού, χωρίς να το συγχέει με συναισθήματα εντελώς ξένα προς αυτήν, όπως η αφοσίωση, η συμπόνια, η αγάπη, ο πατριωτισμός και παρόμοια. Γι' αυτόν τον λόγο, το πορτρέτο της μητέρας μου είναι μια “Διάταξη σε Γκρι και Μαύρο”. Για μένα, η εικόνα της μητέρας μου έχει ενδιαφέρον, αλλά για το κοινό, τι μπορεί ή τι πρέπει να ενδιαφέρει η ταυτότητα του προσώπου;»
Η ιστορία όμως είχε άλλα σχέδια. Το κοινό αγνόησε πλήρως τις αισθητικές θεωρίες του καλλιτέχνη και έκανε ακριβώς αυτό που εκείνος απεχθανόταν: λάτρεψε τον πίνακα για το συναίσθημα, την αγάπη, τη θρησκευτική ευλάβεια και τον πατριωτισμό που εξέπεμπε.
Όλοι απέρριπταν τον πίνακα
Η πορεία του πίνακα προς τη δόξα δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Το 1872, ο Γουίστλερ έστειλε τη «Διάταξη σε Γκρι και Μαύρο Νο 1: Πορτρέτο της Μητέρας του Καλλιτέχνη», όπως ήταν η αρχική ονομασία του, στην ετήσια έκθεση της Βασιλικής Ακαδημίας Τεχνών του Λονδίνου. Η επιτροπή, σοκαρισμένη από τη λιτότητα και την έλλειψη αφηγηματικού βάθους, ήταν έτοιμη να απορρίψει το έργο με συνοπτικές διαδικασίες.
Ο πίνακας σώθηκε την τελευταία στιγμή χάρη στην παρέμβαση ενός ακαδημαϊκού και φίλου του Γουίστλερ, ο οποίος απείλησε με παραίτηση αν το έργο δεν γινόταν δεκτό. Ακόμη όμως και όταν κρεμάστηκε στους τοίχους της Ακαδημίας, οι Βρετανοί κριτικοί το αντιμετώπισαν με χλεύη. Το αποκάλεσαν «ομοίωμα ηλικιωμένης κυρίας» και κατηγόρησαν τον Γουίστλερ για «αδιόρθωτη εκκεντρικότητα».
Αντίθετα με την ψυχρή υποδοχή στο Λονδίνο, οι Γάλλοι κριτικοί είδαν στο έργο του Γουίστλερ το μέλλον της ζωγραφικής. Εντυπωσιάστηκαν από την πρωτοτυπία της χρωματικής μελέτης και την ανατρεπτική απλότητα της σύνθεσης.
Ωστόσο, η οικονομική καταστροφή δεν άργησε να χτυπήσει τον καλλιτέχνη. Μετά από μια δικαστική διαμάχη με τον κριτικό τέχνης Τζον Ράσκιν, ο Γουίστλερ κήρυξε πτώχευση. Αναγκάστηκε να παραδώσει το πορτρέτο της μητέρας του στους πιστωτές του ως εγγύηση για τα χρέη του. Το αριστούργημα παρέμενε στο σκοτάδι της αφάνειας για σχεδόν δύο δεκαετίες.
Η λύτρωση ήρθε το 1891. Μια ομάδα Γάλλων καλλιτεχνών και θαυμαστών του Γουίστλερ άσκησε έντονη πίεση στη γαλλική κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα; Το γαλλικό κράτος αγόρασε τον πίνακα για λογαριασμό του Musée du Luxembourg.
Σήμερα, το έργο ανήκει μόνιμα στη συλλογή του Μουσείου Ορσέ στο Παρίσι, αποτελώντας ένα από τα πολυτιμότερα εκθέματά του.
Πώς ήρθε η αμερικανική αποθέωση
Το 1932, ο Άλφρεντ Μπαρ, ο οραματιστής διευθυντής του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (MoMA), κατάφερε το ακατόρθωτο: έπεισε τη γαλλική κυβέρνηση να δανείσει τον πίνακα για μια μεγάλη περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο στόχος του Μπαρ ήταν καθαρά καλλιτεχνικός. Ήθελε να παρουσιάσει τον Γουίστλερ ως τον μεγάλο πρόδρομο της αφηρημένης τέχνης και να αποδείξει τη συμβολή της Αμερικής στον Μοντερνισμό.
Όμως, η χρονική συγκυρία άλλαξε τα πάντα. Εκατομμύρια αμερικανικές οικογένειες ζούσαν μέσα στην εξαθλίωση, την ανεργία και την απόγνωση. Όταν ο πίνακας άρχισε να ταξιδεύει σε 18 πόλεις της χώρας, το κοινό δεν είδε σε αυτόν τα «γεωμετρικά χρωματικά επίπεδα» που θαύμαζε ο Μπαρ. Είδε κάτι πολύ πιο βαθύ.
Η «Μητέρα της Αμερικής»
Η φιγούρα της Άννας Γουίστλερ, με τη λιτή, ασυμβίβαστη και στωική της στάση, έγινε το σύμβολο της αντοχής της αμερικανικής οικογένειας απέναντι στην οικονομική καταστροφή. Η γυναίκα αυτή, που είχε επιβιώσει από τον θάνατο των παιδιών της, τον πόλεμο και την προσφυγιά, εξέπεμπε μια εσωτερική δύναμη που οι Αμερικανοί είχαν ανάγκη να νιώσουν.
Περισσότεροι από δύο εκατομμύρια άνθρωποι επισκέφθηκαν τα μουσεία για να τη δουν από κοντά. Οι διαφημιστές της εποχής άρπαξαν την ευκαιρία, μετατρέποντας την εικόνα σε σύμβολο της μητρικής αυτοθυσίας. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η μορφή της είχε ήδη χρησιμοποιηθεί σε αφίσες στρατολόγησης, αλλά τώρα η δημοτικότητά της άγγιξε το ζενίθ.
Η υστερία γύρω από τον πίνακα κορυφώθηκε τον Μάιο του 1934. Η περιοδεία ολοκληρωνόταν στη Μασαχουσέτη, την πατρίδα του Γουίστλερ, συμπίπτοντας με τον εορτασμό της Γιορτής της Μητέρας. Ο ίδιος ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Φραγκλίνος Ρούσβελτ, εντυπωσιασμένος από το κοινωνικό αντίκτυπο του έργου, ενέκρινε την έκδοση ενός αναμνηστικού γραμματοσήμου. Το γραμματόσημο απεικόνιζε τη Μητέρα του Γουίστλερ με την προσθήκη μιας γλάστρας με γαρίφαλα και την επιγραφή: «Στη μνήμη και προς τιμήν των μητέρων της Αμερικής».
Πώς έγινε το απόλυτο meme
Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και σήμερα, ο πίνακας υπέστη μια δεύτερη, ακόμη πιο ριζική μεταμόρφωση. Από εθνικό, πατριωτικό σύμβολο της Αμερικής, μετατράπηκε σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και εύπλαστα στοιχεία της παγκόσμιας ποπ κουλτούρας.
Γιατί όμως συνέβη αυτό συγκεκριμένα με τη «Μητέρα του Γουίστλερ» και όχι με κάποιο άλλο από τα 150 εξαιρετικά έργα του καλλιτέχνη; Η απάντηση κρύβεται στην ίδια τη φύση του πίνακα, η οποία λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που λειτουργεί ένα σύγχρονο viral meme.
Η μητέρα είναι ένα πρόσωπο με το οποίο μπορεί να σχετιστεί κάθε άνθρωπος στον πλανήτη, ανεξαρτήτως κουλτούρας ή εποχής. Η σύνθεση από την άλλη είναι τόσο ξεκάθαρη, με τη μαύρη σιλουέτα σε γκρι φόντο, που αποτυπώνεται αμέσως στη μνήμη. Ακόμη και αν αντικαταστήσεις τη μορφή της μητέρας με μια γάτα, έναν σκύλο ή τον Ντόναλντ Ντακ, ο θεατής αναγνωρίζει αμέσως την πηγή της αναφοράς.
Την ίδια στιγμή ο Γουίστλερ αφαίρεσε κάθε έννοια ιστορίας ή αφηγηματικού πλαισίου από τον πίνακα, άφησε πίσω του έναν «λευκό καμβά». Το έργο δεν σου επιβάλλει μια συγκεκριμένη ερμηνεία. Έτσι, η σοβαρότητα και η πουριτανική αυστηρότητα της Άννας μπορούν εύκολα να αντιπαρατεθούν με χιουμοριστικά, ειρωνικά ή σύγχρονα στοιχεία.
Οι πιο διάσημες αναφορές στην ποπ κουλτούρα
Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η Disney χρησιμοποίησε τη σύνθεση σε ταινίες με τον Ντόναλντ Ντακ. Στα νεότερα χρόνια, οι δημιουργοί των Simpsons και του Family Guy έχουν αναπαράγει τη σκηνή αμέτρητες φορές, παρουσιάζοντας τις δικές τους εκδοχές της αυστηρής μητέρας.
Στην ταινία του 1997 «Bean: Η Υπέρτατη Ταινία Καταστροφής» (1997), ολόκληρη η πλοκή περιστρέφεται γύρω από τη μεταφορά της «Μητέρας του Γουίστλερ» σε μια αμερικανική γκαλερί, με τον Μίστερ Μπιν να καταστρέφει κατά λάθος το πρόσωπο του πίνακα και να προσπαθεί να το διορθώσει με έναν μαρκαδόρο, σε μια από τις πιο αστείες σκηνές του σύγχρονου σινεμά.
Ο Τζέιμς ΜακΝιλ Γουίστλερ ήθελε να μείνει στην ιστορία ως ο άνθρωπος που απελευθέρωσε τη ζωγραφική από τα δεσμά του συναισθήματος, ο καλλιτέχνης που κοίταξε τη μητέρα του και είδε μόνο μια «διάταξη σχημάτων σε γκρι και μαύρο».
Όμως, η ίδια η ζωή, και η ανάγκη των ανθρώπων για σύμβολα σε περιόδους κρίσης, τον ξεπέρασε. Πάντως ακόμη και αν ο Γουίστλερ θα μισούσε τον λόγο της επιτυχίας του, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι η εκρηκτική του προσωπικότητα και η υπομονή της μαυροφορεμένης μητέρας του που στεκόταν ακίνητη στο στούντιο του Λονδίνου, δημιούργησαν ένα έργο που έμεινε αθάνατο.
Με πληροφορίες από BBC, Wall Street Journal, Philadelphia Museum of Art
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Τι θα δούμε στα μεγάλα μουσεία, τα ιδρύματα, τις γκαλερί και τους χώρους τέχνης της πόλης
Μια διαδρομή που αλλάζει τα «φίλτρα» της καθημερινότητάς μας
Σώμα, ταυτότητα και τέχνη: Η Jenny Saville στη 61η Μπιενάλε
Δείτε τις σημαντικότερες εκθέσεις τέχνης του 2026 σε ΗΠΑ και Ελλάδα μέσα από τη σειρά Video Art News.
Η ιστορία του πιο διάσημου παρεξηγημένου πίνακα μοντέρνας τέχνης
Ο Νίκος Ποδιάς και η Αφροδίτη Λίτη παρουσιάζουν νέες ενότητες έργων σε διάλογο με την ιστορία, τη θάλασσα και τη μνήμη
Ποιος ήταν ο ζωγράφος που σφράγισε το κίνημα της ποπ αρτ και επαναπροσδιόρισε την τέχνη του 20ού αιώνα
Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν στις 11 Ιουνίου
Αν βρεθείτε φέτος το καλοκαίρι στη Ρώμη, μια έκθεση «must»
Περιλαμβάνει 38 κεραμικά, χάλκινα και μαρμάρινα έργα που δεν εξάγονται από τα Μουσεία της Ιταλίας
Μια ξεχωριστή έκθεση στην αίθουσα «Σπύρος Λούης» στην Πινακοθήκη του Δήμου Αμαρουσίου
Η σιωπηλή δύναμη του χρώματος και το χρώμα ως τόπος μνήμης και στοχασμού
Τα έργα μαρτυρούν την αντοχή και την απήχηση του ελληνικού πολιτισμού μέχρι σήμερα
Επτά σύγχρονοι καλλιτέχνες συνομιλούν με ένα μνημείο του 17ου αιώνα
Ο Τιτσιάνο επιστρέφει στο προσκήνιο μέσα από διεθνείς εκθέσεις και τη διαχρονική δύναμη των έργων του
Η πλάγια υπογραφή του καλλιτέχνη που έζησε για 37 μόλις χρόνια επιλέχθηκε για ελάχιστους καμβάδες
Η γκαλερί διατηρεί ένα ζωντανό εκθεσιακό πρόγραμμα, με στόχο την ανάδειξη της σύγχρονης ελληνικής τέχνης και τη συνεχή ανταλλαγή ιδεών στο διεθνές καλλιτεχνικό πεδίο.
O εικαστικός μας μιλά για το εντυπωσιακό έργο του και τον σπουδαίο χαράκτη Λάμπρο Ορφανό
Η ανακοίνωση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης
Πώς αποφάσισε να ανοίξει τη συλλογή της στο κοινό και τι θα δούμε στην έκθεση που οργανώνεται σε έξι ενότητες με τίτλο Marginalia
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.