Ταξιδια

Καρποί της Θάλασσας: Ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη για σύμφωνο συμβίωσης

«Χωρίς να συμβαίνει κάτι, η συνθήκη γεννούσε μια έντονη αίσθηση επικείμενου...»

42352-95226.jpg
Κωνσταντίνος Ματσούκας
ΤΕΥΧΟΣ 835
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ιαματικά λουτρά Πόζαρ.
© ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ / EUROKINISSI

Σχόλιο για το σύμφωνο συμβίωσης, τη συντοφικότητα και την αλληλοστήριξη, καθώς και την αξία που δίνει ο καθένας στον δικό του χώρο

Όσα περισσότερα γνωρίζεις, τόσα λιγότερα κατανοείς. -Λάο Τσε                               

Τι είναι η ιερότητα ενός τόπου, αναρωτήθηκα μπροστά στην Εβραϊκή Συναγωγή της Βέροιας, την παλαιότερη των Βαλκανίων. Κάτι που πρέπει να τεκμηριωθεί από αυτόπτες μάρτυρες, να ανακηρυχθεί ως τέτοια και, μετά, να μεταλαμπαδευτεί στη συλλογική συνείδηση με τελετές και μνημεία; Είναι, επομένως, μια κατεξοχήν κοινωνική σύμβαση;

Ή θα ήταν, άραγε, δυνατόν, να ιεροποιηθούν όλες οι ημέρες μας, να γεννηθεί μια πίστη χωρίς δόγμα που θα δίνει νόημα στα πάντα, ο πλανήτης όλος μια εκκλησία, έτσι που να μην υπάρχει πια τίποτα να προσκυνήσουμε;

«Δεν είμαι παιδί των θρησκειών αλλά των ενεργειών». Την εμπρηστική δήλωση μας κάνει η πενηντάχρονη φύλακας της Συναγωγής, Έλλη. Για εκείνην, το ότι 200 παιδιά θανατώθηκαν από τους Ναζί μέσα στο πέτρινο κτίριο καθιστά τον τόπο ιερό... Στο εσωτερικό, αφουγκράζομαι για κάποιο αμυδρό φτερούγισμα γύρω από τις μαρμάρινες κολόνες του Βήματος (Τεβά) ή την Ιερή Κιβωτό (Εχάλ). Τίποτα. Η πηχτή, συγκεντρωμένη σιωπή στον χώρο μοιάζει περισσότερο με κρατημένη ανάσα.

Το δειλινό της ίδιας μέρας κατευθυνόμαστε βόρεια, προς Αριδαία. Όσο πλησιάζουμε, ο ουρανός κρατάει σταθερά ένα χλωμό φως αναμμένο επάνω από το σημείο του προορισμού μας, τα λουτρά Πόζαρ. Τα βουνά και τα σύννεφα, παρομοίως, συγχρονίζονται με την πρόθεσή μας και αποκτούν μια ειδοποιό διάσταση. Φτάνοντας όμως, στη βάθρα του θερμού καταρράκτη με δίπλα το παγωμένο ποτάμι να κυλάει ορμητικά, καμία κατανυκτική διάθεση από το πλήθος των επισκεπτών. Το φεγγάρι πάνω απ’ τα κεφάλια μας ανακατεύει επιδεικτικά μια μικρή θύελλα για να μας επιστήσει την προσοχή. Στον βυθό όμως του κόσμου, μικρά παιδιά πλατσουρίζουν, έφηβοι επιδεικνύονται, μεσήλικες κουτσομπολεύουν σε πηγαδάκια. Αντί για φυσικό τοπίο υψηλής δόνησης θα μπορούσαμε να είμαστε στο Allou Fun Park.

Βγάζοντας τα ρούχα, βγάζεις και κάτι από το κοινωνικό σου κέλυφος. Μέσα στην αμνιακή βάθρα, η πόρτα στη θορυβώδη ύπαρξη των άλλων κλείνει προς χάριν εκείνης της συχνότητας στην οποία συντονίζονται οι εσωτερικές αισθήσεις. Μισοκλείνεις τα μάτια και αφήνεις τους πυκνούς ατμούς να εξαϋλώσουν τη δημοκρατία των σωμάτων που σε περιβάλλει. Απευθύνεις ευχαριστίες στις πυκνές φυλλωσιές που σας περιβάλλουν. Πρόκειται για μια συχνότητα συναρπαστική όσο και απροσδιόριστη, απ’ όπου εκβάλλουν με άλλη, άλλοτε ορμή, σκέψεις και εικόνες, νόημα και συγκίνηση. Μερικές φορές πας εσύ εκεί, άλλες, έρχεται εκείνη να σε συναντήσει. 

Στη Θεσσαλονίκη, για παράδειγμα, έτυχε να νοικιάσουμε ένα κουκλόσπιτο. Κυριολεκτικά, ένα μικροσκοπικό, ισόγειο AirBnB, άριστα εξοπλισμένο αλλά χωρίς κανένα εξωτερικό χώρο, που η πόρτα του άνοιγε απευθείας στον δρόμο. Για να καπνίσεις, έπρεπε να καθίσεις στο κατώφλι, σε πλήρη θέα των περαστικών, λες και ήσουν σε οίκο ανοχής στο Άμστερνταμ. Ταυτόχρονα έκθεμα και θεατής στην παρέλαση της καθημερινότητας. Οι άνθρωποι που περνούσαν θα μπορούσαν να βρίσκονται επάνω σ’ έναν κυλιόμενο διάδρομο. Η θεατρικότητα εκείνης της συγκυρίας με συνεπήρε.

Ήταν σαν να ζούσες μέσα σ’ ένα σκηνικό, απόλυτα πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, όπου όμως, για να γίνουν όλα επαρκώς αληθινά, έπρεπε να διασχίσεις το κατώφλι και να βγεις από το σπίτι στον δρόμο. Πατώντας στο πεζοδρόμιο, εκκινείται η πραγματική ζωή. Ή, ίσως και όχι. Το ζήτημα είναι ότι μέσα και έξω, οίκος και δήμος, καθρέφτης και είδωλο, ισορροπούσαν σε πλήρη ισοτιμία. Χωρίς να συμβαίνει κάτι, η συνθήκη γεννούσε μια έντονη αίσθηση επικείμενου. Τώρα και τώρα και τώρα... Μου είχε δοθεί το σπάνιο προνόμιο να πατάω και με τα δυο πόδια, και να χαλαρώνω, πάνω σε αυτό το αέναο μεταίχμιο.

Η εξωτερική πραγματικότητα έκφραζε την εσωτερική με μια πύκνωση δυσεύρετη στην καθημερινή ροή των πραγμάτων. Και ήξερα πως αυτό οφειλόταν στη δική μου πρόσληψη και προοπτική. Αντίθετα με μένα, τον σύντροφο που σε θέμα ωρών θα αποκαλούσα σύζυγο, η επιβεβλημένη έκθεση στο βλέμμα των περαστικών τον εκνεύριζε.

Και βέβαια, το ότι είχα έρθει στη Θεσσαλονίκη για να υπογράψω σύμφωνο συμβίωσης θα μπορούσε να είναι κλειδί στο γιατί η σκηνή ήταν τόσο καταλυτική: το κλειστοφοβικό, εικονικό νοικοκυριό, η ελευθερία πάντα διαθέσιμη διαβαίνοντας το κατώφλι κλπ. Ναι, σύμφωνοι. Ομολογώ πως, σε διάστημα λίγων μόλις ημερών, η ανάγκη για αυτονομία, το να μην έχω να συντονίσω τις δράσεις μου με κάποιον άλλο, γινόταν αισθητή σχεδόν οργανικά, όπως η ανάγκη για τσιγάρο ή καφέ. Ήδη ορεγόμουν να επιστρέψω στον ζωτικό χώρο και τα πράγματά μου, όχι γιατί υπήρχε εκεί κάποια ανειλημμένη υποχρέωση, απλά γιατί μου ήταν γνώριμα, ένα δεύτερο δέρμα, η συσκευασία μου. Κι εκείνος το ίδιο εξάλλου. Η κοινή μας ανάγκη για συντροφικότητα και αλληλοστήριξη καθόλου δεν αναιρεί την αξία που δίνουμε ο καθένας στον δικό του χώρο.

Αντίστοιχα αναπάντεχο ήταν ότι βρήκα τον τρόπο και τις λέξεις να του επικοινωνήσω όλα αυτά τα δυσνόητα. Το έκανα εξονυχιστικά, με έναν κόμπο συγκίνησης στη φωνή (δεν ήθελα να κλάψω για να μην τον τρομάξω) αποκαλώντας κιόλας την πύκνωση της πραγματικότητας στην οποία μόνιμα προσβλέπω, «λόγο ύπαρξής μου». Δεν απείχε πολύ από ερωτική εξομολόγηση. Και εισακούστηκα! Αν όχι γι’ άλλο λόγο, επειδή η μαγική αποκατάσταση συνοχής ανάμεσα στο μέσα και στο έξω είναι αυτό ακριβώς που εκείνος κι εγώ, κάποιες φορές, μοιραζόμαστε.

Η κουβέντα έγινε στα Λουλουδάδικα. Σε όλη της τη διάρκεια, με εμψύχωνε η επιγραφή στην τέντα του απέναντι μαγαζιού: Frutti I Mare – καρποί της θάλασσας, που το μετάφρασα κατ’ ιδίαν ως «αποκυήματα άγνωστου βάθους».

ΠΡΟΣΦΑΤΑ