Πολιτικη & Οικονομια

Αριστερή τρομοκρατία, δημοκρατία και κράτος

Tα όρια της νομιμότητας στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες

Σώτη Τριανταφύλλου
Σώτη Τριανταφύλλου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Αριστερή τρομοκρατία, δημοκρατία και κράτος
© Sener Yilmaz Aslan / Getty Images / Ideal Image

Αριστερή τρομοκρατία, εξτρεμισμός και κράτος: η ιστορική τους εξέλιξη και οι επιπτώσεις στις σύγχρονες κοινωνίες 

Το 1957, στο δοκίμιό του σε δύο μέρη «Πορτρέτο του Αποικιοκρατούμενου – Πορτρέτο του Αποικιοκράτη» (με πρόλογο του Σαρτρ), ο Albert Memmi διερεύνησε τη σχέση της αριστεράς με την τρομοκρατία. Ο Μemmi, που, ως Τυνήσιος Εβραίος, είχε οδηγηθεί στον σοσιαλιστικό σιωνισμό και στο αντιαποικιοκρατικό κίνημα, επέμενε ότι η αριστερά «καταδίκαζε την τρομοκρατία και τις πολιτικές δολοφονίες ως ενέργειες ασταθών, ύποπτων και ανεξέλεγκτων στοιχείων» που φαίνονταν «ακατανόητες, σκανδαλώδεις και πολιτικά παράλογες», ειδικά όταν αφορούσαν «τον θάνατο παιδιών ή ατόμων άσχετων με τον ταξικό αγώνα». Αλλά αυτή η υπόθεση ήταν ήδη ξεπερασμένη όταν την έγραφε ο Memmi. Είχε ήδη συναφθεί στενή σχέση μεταξύ της αριστεράς και της τρομοκρατίας: όχι η παλιομοδίτικη παραλλαγή της που είχε στόχο τσάρους και εκπροσώπους της αυτοκρατορικής εξουσίας, αλλά εκείνη με «συμβολικό» σκοπό που στρεφόταν εναντίον άοπλων πολιτών.

Στην πραγματικότητα, αυτή η σχέση ξεκίνησε με τον πόλεμο της Αλγερίας και θα επιταχυνόταν στη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και 1970 και πέραν αυτών, με τη δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της Συμμορίας Μπάαντερ-Μάινοφ, του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (μαζί με τα παρακλάδια του), του Ιαπωνικού Ερυθρού Στρατού, των Weathermen, καθώς και ενός φάσματος ομάδων που συνέθεταν την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Όπως διακήρυττε εκείνη την εποχή ο Αιγύπτιος κομμουνιστής διανοούμενος Μοχάμεντ Σιντ-Αχμέντ, η Παλαιστινιακή Υπόθεση ενέπνεε την αριστερή τρομοκρατία στη Δύση και στην Ανατολή, τόσο με τις επιδιώξεις της όσο και με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε. Πράγματι, οι παλαιστινιακές ομάδες αναβάθμισαν με θεαματικές αεροπειρατείες και σφαγές την αριστερή τρομοκρατία η οποία είχε ταυτιστεί με αναρχικούς τύπου Ravachol, Auguste Vaillant, Émile Henry και Gaetano Bresci· οι Παλαιστίνιοι προσέδωσαν στην τρομοκρατία αύρα ιερότητας. Αυτό το στοιχείο έλειπε από τις βομβιστικές επιθέσεις και τις δολοφονίες που διέπρατταν οι υποστηρικτές της «προπαγάνδας της πράξης» του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, αλλά όχι από τους ίδιους τους δράστες οι οποίοι αναδεικνύονταν σε ήρωες επειδή τιμωρούνταν σκληρά για τις πράξεις τους. Οπωσδήποτε, η προπολεμική ιδέα για τον Νόμο και την Τάξη διέφερε ριζικά από τη σημερινή.

Οι τρομοκράτες του μεταπολεμικού κόσμου συνδύαζαν τον ταξικό με τον αντιαποικιακό αγώνα και πρόβαλλαν υπαρκτά πρότυπα κοινωνικής οργάνωσης: αν και εμπνέονταν από την ιδέα της Συμμορίας του Bonnot ότι οι ένοπλες ληστείες λειτουργούν ως «επαναστατική απαλλοτρίωση» του πλούτου των αστών, πολλοί ήταν κινεζόφιλοι μαοϊκοί, οπαδοί του Φιντέλ Κάστρο και διεθνιστές που όφειλαν αλληλεγγύη στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του επονομαζόμενου τότε Τρίτου Κόσμου. Αν και δεν συμφωνούσαν όλοι οι αριστεροί με τις τρομοκρατικές πρακτικές, οι επιφυλάξεις τους βασίζονταν συνήθως σε ωφελιμιστικά κριτήρια —στο ότι, για παράδειγμα, η τρομοκρατία εναντίον μεμονωμένων πολιτών αποξενώνει τους λαούς και τους ωθεί προς τα δεξιά. Καθώς φοβούνταν μήπως χαρακτηριστούν συντηρητικοί και ηθικολόγοι, μερικοί χαρακτήριζαν τους αριστερούς τρομοκράτες «προβοκάτορες», ρίχνοντας, βολικά, το φταίξιμο στο δεξιό Κατεστημένο που συνωμοτούσε για να αφαιρέσει από την αριστερά το ηθικό πλεονέκτημα.

Στη συνέχεια, οι αριστερές τρομοκρατικές ομάδες του 20ού αιώνα εξαρθρώθηκαν, ενώ η αριστερά κατήγγελλε τον «αυταρχισμό» του κράτους, δικαιολογούσε «υπό όρους» τις τρομοκρατικές πράξεις και εξήρε τον ηρωισμό των ανταρτών πόλεων. Στο μεταξύ, ενισχύθηκε και επεκτάθηκε η ισλαμιστική τρομοκρατία, η οποία, αν και δεν σχετίζεται με τον μαρξισμό, κέρδισε την ανοχή και τη συμπάθεια του μαρξιστικού και αναρχικού χώρου: Ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου. Μολονότι οι αριστεροί υποστηρικτές της Αλ Κάιντα, του ISIS, των Ταλιμπάν ή της Μπόκο Χαράμ δεν εκφράζονται ανοιχτά, αντιμετωπίζουν τη Χαμάς, την Ισλαμική Τζιχάντ και τη Χεζμπολάχ ως αντιστασιακή και αντιαποικιοκρατική απάντηση στη «δεξιά» τρομοκρατία του Ισραήλ.

Αυτή η εξελικτική γραμμή από τον αναρχισμό στην άκρα αριστερά και στη θρησκευτική τρομοκρατία δεν περιλαμβάνει ούτε την κρατική τρομοκρατία —όπως εκείνη που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση, την Οκτωβριανή Επανάσταση, την επικράτηση των Ναζί στη Γερμανία— ούτε την κοινωνική τρομοκρατία όπως εκείνη της Κου Κλουξ Κλαν· παρ’ όλ’ αυτά, όλες οι τρομοκρατικές ομάδες υψηλής δυναμικότητας μοιράζονται την ίδια στρατηγική εκφοβισμού. Άλλωστε, οι εσωτερικές δομές αυτών των ομάδων είναι όμοιες: ο Ιαπωνικός Ερυθρός Στρατός, αν και τα μέλη του δήλωναν αριστεροί επαναστάτες, ήταν ακραίος φασιστικός, πουριτανικός, μισογυνικός μηχανισμός — όπως οι ισλαμιστικές οργανώσεις. Όσο για τους ισλαμιστές, τους επονομαζόμενους μοναχικούς λύκους, που μαχαιρώνουν τυχαία άτομα στις δυτικές χώρες, μοιάζουν με τους αναρχοκομμουνιστές που σκότωναν επιχειρηματίες και πολιτικούς εξίσου «τυχαία», βάσει κάποιας ιδεοληψίας χωρίς αντιστοιχία με την πραγματικότητα. Εφόσον για τους αναρχικούς το ζητούμενο είναι η δικαιοσύνη και η κοινωνική ισότητα, ενώ για τους ισλαμιστές είναι η καταστροφή της Δύσης και η επιβολή της Σαρία, αν βρίσκονταν μαζί σε ένα δωμάτιο, ίσως, παρά την αναγνώριση του κοινού εχθρού, να σκότωναν ο ένας τον άλλον. Πράγμα που δεν αίρει το γεγονός ότι μοιράζονται την πεποίθηση της μανιχαϊστικής διαίρεσης μεταξύ του απόλυτου Καλού και απόλυτου Κακού· το ότι η ανατροπή της τάξης του κόσμου είναι ιερός σκοπός· ότι μόνο η βία μπορεί να φέρει πραγματική αλλαγή· ότι οι ηθικές υποχρεώσεις είναι μέρος της δόλιας δυτικής μυθολογίας. Αμφότερες οι παραλλαγές τρομοκρατών προβάλλουν ένα αποκαλυπτικό όραμα στο οποίο αυτός ο κόσμος αντικαθίσταται από έναν άλλον μέσω της αφοσίωσης που επιτρέπει την προσωπική θυσία και μέσω της πίστης ότι όσοι δρουν επαναστατικά θα γίνουν μάρτυρες.

Οι εξτρεμιστές αντιπροσωπεύουν πάντοτε μια μικρή μειονότητα. Ωστόσο κινητοποιούν τεράστιο αριθμό ανθρώπων, μερικοί από τους οποίους καταφεύγουν σε βιαιοπραγίες για να επιβάλουν στους άλλους την ιδεολογία τους. Εξάλλου, υπάρχει πάντοτε το πρόβλημα της παθητικής και ενεργητικής ανοχής, της συστηματικής θώπευσης εκ μέρους των αριστερών διανοουμένων και της μυθοποίησης του κοινωνικού περιθωρίου στο οποίο οι τρομοκράτες συνωθούνται μαζί με κάθε λογής παραβάτες και τους ακτιβιστές συνηγόρους τους. Αλλά ακόμα και όταν τα άτομα εμφανίζονται ως «μοναχικά», παραμένουν συνδεδεμένα με όσους συμμερίζονται τις πεποιθήσεις τους· το να μιλάμε για μοναχικούς λύκους υπονοεί αγέλη λύκων. Οι τρομοκράτες μαθαίνουν από άλλους τρομοκράτες.

Στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες τα όρια της νομιμότητας έχουν ξεχειλώσει. Αν και στις περισσότερες δεν υφίσταται πλέον φαινόμενο αριστερής τρομοκρατίας τύπου Ερυθρών Ταξιαρχιών ή 17ης Νοέμβρη, το μαύρο μπλοκ δραστηριοποιείται σε όλες ανεξαιρέτως τις μαζικές εκδηλώσεις υποδαυλίζοντας ταραχές, ενώ ταυτοχρόνως, η άκρα αριστερά, είτε συμμετέχει στα κοινοβούλια είτε όχι, επωφελείται της προσοχής των ΜΜΕ: η δράση της με ακραία συνθήματα και βανδαλισμούς αποκτά δυσανάλογη ορατότητα, με τις κρατικές αρχές να βρίσκονται μονίμως σε θέση απολογητικής άμυνας για δήθεν κατάχρηση εξουσίας και άσκηση αστυνομικής βίας. Διαδοχικά κύματα μικροτρομοκρατίας παρατηρούνται ιδιαίτερα στην Ελλάδα και στη Γαλλία όπου ομάδες ultras οργανώνουν «δράσεις» εναντίον προσώπων, συγκρούονται με την αστυνομία, καταστρέφουν δημόσια και ιδιωτική περιουσία (χωρίς κίνδυνο να τους ζητηθεί αποζημίωση) και συνεργάζονται με ληστές και ναρκεμπόρους —όλα είναι εύκολα στο πλαίσιο της δημοκρατίας όπου σπανίως διώκεται η προτροπή σε βία, η ηθική αυτουργία, η κατοχή εμπρηστικών υλικών, οι επιθέσεις σε αστυνομικούς και η διατήρηση της «εξεγερσιακής κατάστασης». Αυτή την κατάσταση απολαμβάνουν πρωτίστως νεαροί με διαταγμένο ψυχισμό, αλλά και ηλικιωμένοι που τους αναθέτουν τον ακτιβισμό χειροκροτώντας από το θεωρείο του Μάπετ Σόου.

Η ελληνική περίπτωση εμφανίζει χαρακτηριστικά στασιμότητας. Μεγάλο μέρος των Ελλήνων φαίνεται να μην επιθυμεί συναίνεση και κοινωνική συνοχή, ενώ ταυτοχρόνως, σύμφωνα με τις σχετικές δημοσκοπήσεις, πιστεύει ότι οι θεσμοί είναι ανούσιοι και διεφθαρμένοι. Η εύλογη διαπίστωση περί δυσλειτουργικού κράτους διαφέρει ριζικά από την απαξίωση της ιδέας του κράτους: αυτή η τελευταία στάση συνιστά, πάνω-κάτω, το περιεχόμενο του μηδενισμού, ο οποίος εκδηλώνεται με ριζοσπαστικό σκεπτικισμό όχι μόνον έναντι οποιασδήποτε διακυβέρνησης αλλά γενικότερα έναντι της οργανωμένης κοινωνίας —πράγμα που σημαίνει μισανθρωπισμό (ακραία εκδήλωση του οποίου ήταν οι δολοφονίες στη Marfin), κατεδάφιση και χορό επί των ερειπίων. Πολλοί Έλληνες είναι ανεπίγνωστα ή και συνειδητά, μηδενιστές, που, αν και δεν έχουν ιδέα ούτε για την ιδεολογία των Ρώσων υπερεπαναστατών του 19ου αιώνα, ούτε για την ιστορική τους συνέχεια, επιδιώκουν την κατάρρευση της πολιτικής και κοινωνικής τάξης —κι όπου βγει. Όσο για τις συμμορίες, όπως προκύπτει από την ποικιλία των συνθημάτων τους, φρονούν ότι «η κοινωνία είναι βόθρος» και ότι ζουν υπό χουντική τυραννία. Συμφωνεί μαζί τους, ρητά ή υπόρρητα, η αριστερά και πολλοί φιλοσοφίζοντες που εγκωμιάζουν τον παραλογισμό και το χάος. Ίσως δεν το εννοούν πραγματικά· ίσως πρόκειται για μια από τις πόζες εκείνων των διανοουμένων με ακαταμάχητη ροπή προς το λάθος που δεν συνειδητοποιούν τις συνέπειες των υποδείξεών τους. Ούτε οι αρχές έχουν σαφή εικόνα της πραγματικότητας: ότι δηλαδή η άκρα αριστερά και γενικότερα ο εξτρεμισμός έχει κατακτήσει εδάφη —τα Εξάρχεια, τα πανεπιστήμια, τις ΜΚΟ— ασκώντας βία, προωθώντας ισλαμοφιλία και αντισημιτισμό, επιβάλλοντας μετριότητα και παραβιάζοντας τους νόμους του κράτους.

Ο μηδενισμός παρεισφρέει σε αμφότερα τα πολιτικά άκρα, αλλά συνήθως η άκρα δεξιά τιμωρείται και περιθωριοποιείται. Αντιθέτως, η άκρα αριστερά, παρότι προσπαθεί να ωθήσει την κοινωνία «γρήγορα» προς την κατάρρευση προκειμένου να δημιουργηθεί χώρος για τη νεφελώδη νέα τάξη πραγμάτων την οποία ευαγγελίζεται, απολαμβάνει θετικής δημοσιότητας. Η απειλή της ενδόρρηξης αναδεικνύεται θέαμα κι ακρόαμα: γίνεται διαρκής λόγος για την απαξίωση και την πτώση εκλεγμένων κυβερνήσεων, για πρόωρες εκλογές, αστάθεια, διχασμό, έλλειψη κανονικότητας και νομιμότητας. Όλα αυτά μπορούν να οδηγήσουν, και οδηγούν, ιδιαίτερα στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον, σε ακροδεξιά στροφή που ευνοείται ταυτοχρόνως από την επίταξη της τεχνολογίας και του ελευθεριακού καπιταλισμού κατά τον οποίον οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες υποκαθιστούν τους πολιτικούς. Ευλόγως: οι φοβίες γύρω από την επιβολή των νόμων και η μη θέσπιση νέων που να αντιστοιχούν στις καινούργιες πραγματικότητες αποδυναμώνουν τις διοικήσεις καθιστώντας τες ανίκανες να προστατεύουν τους πολίτες από τη βία και την αυθαιρεσία.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY