Πολιτικη & Οικονομια

Tραμπ- Κλίντον: εξωτερική πολιτική

(Μέρος 1ο)

soti-triantafyllou.jpg
Σώτη Τριανταφύλλου
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
328627-679352.jpg

Ο πρόεδρος που θα αναδειχθεί στις αμερικανικές εκλογές της 8ης Νοεμβρίου καλείται να διαχειριστεί μια σειρά από εξωτερικά προβλήματα μερικά από τα οποία δημιουργήθηκαν, εσκεμμένα ή ανεπίγνωστα, εξαιτίας της πολιτικής των ΗΠΑ. Με λίγα λόγια, ο νέος πρόεδρος πρέπει να διορθώσει όσα έκαναν οι προηγούμενες αμερικανικές διοικήσεις, ιδιαίτερα εκείνη του Τζορτζ Μπους, η οποία εντάσσεται, φυσικά, σ’ ένα ιστορικό συνεχές λαθών και κακών υπολογισμών.

Αν ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν το απεχθές άτομο που είναι– καταδεικνύοντας πόσο έχει εκπέσει το επίπεδο των ηγεσιών– θα μπορούσαμε να ακούσουμε ορισμένες προτάσεις του για την εξωτερική πολιτική· τώρα, δεν μπορούμε· κατά κάποιον τρόπο, το μέσο είναι το μήνυμα. Όσο για τη Χίλλαρυ Κλίντον, οι προτάσεις της είναι πιο επεξεργασμένες αλλά αντανακλούν το κατεστημένο που, ως κατεστημένο, δεν αναγνωρίζει τα σφάλματά του, ούτε προσβλέπει σε αλλαγή πορείας.

Το πρώτο πρόβλημα είναι, νομίζω, οι σχέσεις με τη Ρωσία. Όχι μόνο επειδή είναι επείγον, αλλά και επειδή η αντιμετώπισή του μπορεί να βοηθήσει σε σχετική επίλυση της σύγκρουσης με το Ισλάμ ή να οδηγήσει σε επιδείνωσή της. Οι περισσότεροι Αμερικανοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι σχέσεις με τη Ρωσία εξελίσσονται σε νέα φάση του Ψυχρού Πολέμου. Πράγματι, η Ρωσία του Βλάντιμιρ Πούτιν επιδεικνύει μεγαλοϊδεατισμό (στήριξη των αυτονομιστών της ανατολικής Ουκρανίας, προσάρτηση της Κριμαίας) και τροφοδοτεί τον παραδοσιακό αντιαμερικανισμό των Ρώσων. Η Χίλλαρυ Κλίντον χαρακτηρίζει τον Πούτιν «νταή» και τις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας «περίπλοκες» – στη δε προεκλογική εκστρατεία του 2008 είχε πει, ως μη όφειλε: «Ο κ. Πούτιν είναι πρώην πράκτορας της KGB, άρα δεν έχει, εξ ορισμού, ψυχή.» Σ’ αυτό, ο Ρώσος πρόεδρος απάντησε ότι οι ηγέτες δεν χρειάζονται ψυχή αλλά μυαλό. Στη συνέχεια, ως υπουργός Εξωτερικών, η Κλίντον προσπάθησε να προσεγγίσει τον Πούτιν, πλην όμως από θέση ισχύος: δεν θέλησε, ή δεν μπόρεσε, να τον εντάξει – πράγμα που θα ήταν έξυπνο – στον πολιτισμένο και ανεπτυγμένο κόσμο, στη Δύση υπό την ευρύτερή της έννοια. Η Ρωσία υπήρξε συνιστώσα του δυτικού πολιτισμού και η συνεισφορά της πρέπει, νομίζω, να αναγνωριστεί και να χρησιμοποιηθεί σε μια γενικότερη στρατηγική ειρήνης και συνεργασίας.

Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να κατανοεί καλύτερα τη δυναμική της Ρωσίας και την ωφελιμότητα της συμμαχίας για την ειρήνευση στη Μέση Ανατολή και στην Κεντρική Ασία. Σ’ αυτή την κατανόηση τον βοηθάει η απουσία ψυχής· οι ομοιότητες με το ηγετικό περίγραμμα του Πούτιν. Εξού η προτίμηση του Ρώσου προέδρου για τον Τραμπ έναντι της Κλίντον – αν και συντρέχουν κι άλλοι λόγοι: ρωσικός μισογυνισμός, απέχθεια στην οικογένεια Κλίντον και τα τοιαύτα. Παραλλήλως, ο Τραμπ είναι απρόβλεπτος και αντιφατικός: η ορθή υπόσχεση για προσέγγιση της Ρωσίας μπορεί να αθετηθεί αμέσως αν ο Πούτιν εκφράσει κάτι διφορούμενο για τις ΗΠΑ ή για τον ίδιο τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο. Κοντολογίς, η θέση του Τραμπ για κοινό μέτωπο με τη Ρωσία έχει εύθραυστο και σκοτεινό υπόβαθρο. Από την άλλη πλευρά, η νεο-ψυχροπολεμική θέση της Κλίντον είναι αναχρονιστική και αντιπαραγωγική.

Πάμε παρακάτω. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει έμμονη ιδέα με την ασύμμετρη ανάπτυξη της Κίνας την οποία κατηγορεί ότι «κλέβει θέσεις εργασίας»: το πρόγραμμά του περιλαμβάνει υψηλούς δασμούς στα κινεζικά προϊόντα «αν η Κίνα δεν επαναδιαπραγματευτεί τις εμπορικές συμφωνίες» (Δεν πρόκειται να επαναδιαπραγματευτεί). Εδώ ο Τραμπ απομακρύνεται εντελώς από την πραγματικότητα απειλώντας να ενισχύσει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και να καταργήσει την Δια-ειρηνική εμπορική συμφωνία στην οποία συμμετέχει και η Ιαπωνία. Όσο για την Κλίντον, αν και καταγγέλλει την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την περιβαλλοντική καταστροφή στην Κίνα (πράγμα που δεν κάνει ο Τραμπ), φαίνεται να αντιλαμβάνεται το κινεζικό μέγεθος και την κινεζική ισχύ (πράγμα που δεν κάνει ο Τραμπ). Εξάλλου, το 2009 η Χίλλαρυ Κλίντον συμμετείχε –και καλώς έκανε– στη δρομολόγηση μιας ετήσιας διάσκεψης ΗΠΑ-Κίνας για στρατηγικά και οικονομικά ζητήματα.

Τρίτο πρόβλημα, οι σχέσεις με την Ευρώπη. Η επικείμενη έξοδος της Βρετανίας από την ΕΕ και οι πολλαπλές ρωγμές της Κοινότητας, η πτώση του βιοτικού επιπέδου σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες και η προσφυγική κρίση έχουν oξύνει την αμερικανική αλαζονεία: από τότε που σας αφήσαμε μόνους σας τα θαλασσώσατε. Ο Ντόναλντ Τραμπ, που έχει την τάση να μιλάει χωρίς περιστροφές (κάτι που δεν επιτρέπεται να κάνουν οι πολιτικοί) χαρακτηρίζει τις Βρυξέλλες «κόλαση» – σημειώνω ότι ο Τραμπ, που ταξιδεύει με το ιδιωτικό του Boeing 757, είναι, στην ουσία, αταξίδευτος: επισκέπτεται καζίνα και γήπεδα του γκολφ· παρευρίσκεται σε καλλιστεία· διαμένει σε μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα. Έτσι, δεν έχει δει καμιά ευρωπαϊκή χώρα – ίσως πιστεύει ότι εμείς οι Ευρωπαίοι ζούμε σε σπήλαια. Από την άλλη πλευρά, με τον απλοϊκό του τρόπο, έχει δίκιο όταν κατηγορεί τη Γαλλία και το Βέλγιο για νομοθεσία που δυσχεραίνει την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Όμως, του διαφεύγει εντελώς ότι η ισλαμική τρομοκρατία δεν αντιμετωπίζεται μόνο με αστυνομικά μέτρα, ή, ακόμα χειρότερα, με ατομική οπλοφορία.

Στις σχέσεις με την Ευρώπη, η Χίλλαρυ Κλίντον είναι σαφής και υπογραμμίζει την ενότητα του ευρω-ατλαντικού κόσμου. Όπως οι περισσότεροι Liberals αναγνωρίζει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ως θεμέλιο του αμερικανικού – οι Ρεπουμπλικανοί ήταν ανέκαθεν πιο επαρχιώτες από τους Δημοκρατικούς· άρα, διανοητικά στενότεροι. Ωστόσο, η Κλίντον συμφωνεί με τον Τραμπ ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δεν συνεργάζονται αρμονικά με τις ΗΠΑ στην αντιμετώπιση της ισλαμικής τρομοκρατίας κι ότι η αντιτρομοκρατική πολιτική τους παραείναι “soft”. Αλλά η Κλίντον τηρεί αιδήμονα σιγή για τα αίτιά της ενώ ο Τραμπ δηλώνει, χωρίς να εμβαθύνει, ότι ο πόλεμος στο Ιράκ και η αποχώρηση αργότερα άφησαν πίσω τους «κενό εξουσίας» το οποίο κατέλαβαν τα ιστορικά ισλαμικά μίση. Μακρά συζήτηση αυτή.   

Το τέταρτο πρόβλημα –τα όρια και οι όροι της μετανάστευσης– διχάζει περισσότερο από κάθε άλλο το αμερικανικό κοινό και απασχολεί τις ΗΠΑ εδώ και πολλές δεκαετίες. Άραγε «γέμισε» η χώρα; Ή υπάρχει περιθώριο για νέους μετανάστες; Και με ποια κριτήρια θα γίνεται η διαλογή; Ο Ντόναλντ Τραμπ απαντά με δυσάρεστους χαρακτηρισμούς για τους μετανάστες από την Κεντρική και Νότια Αμερική, ιδιαίτερα από το Μεξικό – και υπόσχεται να υψώσει, με μεξικανικά έξοδα, τείχος μήκους περίπου χιλίων μιλίων στα νότια σύνορα. (Φυσικά, ο Μεξικανός πρόεδρος Ενρίκε Πένια Νιέτο αρνείται να πληρώσει).  Η Κλίντον κάνει λόγο για «μεταρρύθμιση» της μεταναστευτικής πολιτικής αν και δεν διατυπώνει ανοιχτά το πρόβλημα της οικογενειακής επανένωσης που δημιούργησε την ατέλειωτη μεταναστευτική αλυσίδα. Η θέση της για νομιμοποίηση εκατομμυρίων παράτυπων μεταναστών (υποτίθεται ότι υπάρχουν 11 εκατομμύρια στο αμερικανικό έδαφος) δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, αλλά η απέλαση ενός τόσο μεγάλου αριθμού ατόμων θεωρείται επίσης προβληματική. Νομίζω ότι στο ζήτημα αυτό, η Κλίντον δεν είναι ξεκάθαρη – εξάλλου, προσβλέπει στη στήριξη των Λατίνων και ιδιαίτερα των γυναικών, οπότε έχει συμφέρον να υπεκφεύγει.

[συνεχίζεται]

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ