- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Τα (σκούρα) ρούχα σαν καταφύγιο
Κοινωνικές συμβάσεις: Γιατί μεγαλώνοντας αρχίζουμε να ντυνόμαστε στα μαύρα;
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας. Ημερολογιακές καταχωρίσεις για κάθε χρήση
Συμβαίνει κάτι με τους ανθρώπους καθώς μεγαλώνουν, αναφορικά με τα ρούχα που επιλέγουν να φοράνε: στρέφονται μαζικά σε πιο σκούρα ή πιο ουδέτερα χρώματα. Δεν είναι κάπου γραμμένο αυτό, δεν το απαιτεί ρητά το σύνταγμα — αλλά συμβαίνει. Και δεν συμβαίνει για έναν αόριστο λόγο μόνο («επειδή μεγαλώνουν»), αλλά από έναν ισχυρό συνδυασμό κοινωνικών συμβάσεων, ψυχολογικών παραγόντων και πρακτικών αναγκών.
Ιστορικά και πολιτισμικά —προφανώς μιλάμε για τη Δύση, όχι για το Μεξικό ή τη Νιγηρία ή τις Ινδίες—, τα έντονα χρώματα έχουν ταυτιστεί με τη νεότητα, τη ζωτικότητα, και την επιθυμία για προσέλκυση της προσοχής πάση θυσία. Σαν τα πολύχρωμα πουλιά που αναφουφουλιάζονται για να φαίνονται πιο πλουμιστά και πιο ελκυστικά —ώστε εντέλει να βρουν το ταίρι τους και να κάνουν αυγά και στη συνέχεια πουλάκια, για να μη χαθεί το είδος—, ο νέος άνθρωπος είναι ικανός να φορέσει ό,τι πιο φωτεινό και κραυγαλέο μπορεί να βρει για να δειχτεί — και να αναπαραχθεί, sort of. Από την άλλη, οι πιο σκούροι τόνοι θεωρούνται διαχρονικά συνώνυμοι της σοβαρότητας, του κύρους και της κατασταλαγμένης προσωπικότητας, δηλαδή πραγμάτων που συνδυάζονται με ένα είδος απόσυρσης από το παιχνίδι του ζευγαρώματος με σκοπό τη διαιώνιση του είδους. Ο μιας-κάποιας που φοράει σκούρα, γήινα χρώματα λέει με έναν τρόπο, Ναι, είναι κάτι που πρέπει να ξέρεις για μένα: το ’χω περάσει αυτό το στάδιο.
Σαν τα πολύχρωμα πουλιά που αναφουφουλιάζονται για να φαίνονται πιο πλουμιστά και πιο ελκυστικά —ώστε εντέλει να βρουν το ταίρι τους και να κάνουν αυγά και στη συνέχεια πουλάκια, για να μη χαθεί το είδος—, ο νέος άνθρωπος είναι ικανός να φορέσει ό,τι πιο φωτεινό και κραυγαλέο μπορεί να βρει για να δειχτεί — και να αναπαραχθεί, sort of.
Όπως μια πολύχρωμη, φλούο, φλοράλ κ.τ.π. κοινωνική στολή παίζει ρόλο προσκλητηρίου to know us better —κατά τον ίδιο τρόπο που ένα ναυτικό καπελάκι είναι κατάλληλο για ένα μωρό, για ένα καρναβάλι, ή για τον Ποπάυ—, έτσι και η αντίθετή της, η ας την πούμε σοβαρή, λειτουργεί συχνά και σαν ένας μηχανισμός ενσωμάτωσης, ένα εισιτήριο για κάποιο πρόδρομο ΚΑΠΗ, καθώς πολλοί αισθάνονται πως τα ζωηρά χρώματα ενδέχεται να θεωρηθούν ακατάλληλα για την ηλικία τους, και ως εκ τούτου να παίξουν ρόλο θρυαλλίδων σχολιασμού. Ο κόσμος έχουν τόσα πράγματα στο κεφάλι τους, που δεν θέλουν και να τους κοιτάνε και με λύπηση από πάνω: «Κοίτα τον θείο πώς ντύθηκε…» Δεν μπορούμε να ρίξουμε το ανάθεμα σ’ αυτούς τους συνανθρώπους μας, έχουν δίκιο βουνό.
Κάποιοι θα αντέτειναν εδώ πως έχουμε να κάνουμε με μία ακόμη κοινωνική νόρμα, και άρα δεν οφείλουμε να της δίνουμε και πολλή σημασία· μα θα έκαναν λάθος. Αλλά και δίκιο να είχαν, δεν έχει πια καμία σημασία, γιατί η κοινωνική πίεση λειτουργεί πάντα αθόρυβα, αποτελεσματικά, και εις βάθος: τα βλέμματα, τα σχόλια, η αίσθηση ότι κάποιος δεν ταιριάζει στο περιβάλλον του, διαμορφώνουν σταδιακά τις επιλογές μας — ημών ως υποκειμένων, και της κοινωνίας εν συνόλω γύρω μας. Το αποτέλεσμα είναι μια αυτολογοκρισία που μπορεί μεν να βιώνουμε σαν προσωπικό γούστο, αλλά στην πραγματικότητα είναι εσωτερικευμένη κοινωνική επιταγή. Όμως κρίνουμε ότι αυτό δεν έχει κάποια βαρύτητα: δεν είμαστε νησιά. Μεγαλώνοντας, ντυνόμαστε με πιο σκούρα και πιο λιτά ρούχα επειδή μαθαίνουμε —θες από την κοινωνία, θες από τη δουλειά που συχνά απαιτεί κυριλέ ντύσιμο, θες από τις ματαιωμένες μας προσδοκίες— να γινόμαστε λιγότερο ορατοί· να καταλαμβάνουμε λιγότερο χώρο· να είμαστε μια στάλα λιγότεροι. Τα χρώματα που αφήνουμε πίσω δεν είναι απλώς αισθητικές επιλογές — είναι συμβολικά ίχνη μιας σταδιακής υποχώρησης.
Ο κόσμος έχουν τόσα πράγματα στο κεφάλι τους, που δεν θέλουν και να τους κοιτάνε και με λύπηση από πάνω: «Κοίτα τον θείο πώς ντύθηκε…»
Σε κάθε περίπτωση, και ό,τι και να λέμε, το πέρασμα του χρόνου συχνά φέρνει μια επιθυμία για χαμηλότερους τόνους και μια εσωτερικότητα που με τη σειρά της αντικατοπτρίζεται στην εξωτερική μας εμφάνιση, ωθώντας μας να επιλέγουμε ρούχα που δεν φωνάζουν, αλλά προσφέρουν μια αίσθηση ασφάλειας και ομοιομορφίας. Γήινα πράγματα. Ήσυχα. Ήρεμα. Μεγαλώνοντας, το να τραβάς την προσοχή είναι λιγότερο αποδεκτό: και από τους τρίτους, και από εμάς τούς ίδιους. Κατ’ αυτά, μια τάση για αποφυγή του ρίσκου, που αυξάνεται σε πολλές πτυχές της ζωής καθώς μεγαλώνουμε, αντικατοπτρίζεται και στις αισθητικές επιλογές μας. Το ασφαλές, το δοκιμασμένο, το «αθόρυβο» κερδίζει έναντι του τολμηρού.
Μεγαλώνοντας, το να τραβάς την προσοχή είναι λιγότερο αποδεκτό: και από τους τρίτους, και από εμάς τούς ίδιους.
Παράλληλα, υπάρχουν και πρακτικοί λόγοι, όπως φέρ’ ειπείν η εδραία πεποίθηση ότι τα σκούρα χρώματα κολακεύουν περισσότερο τις αναπόφευκτες αλλαγές στο σώμα —εκείνο το αποτρόπαιο σωσίβιο στη μέση, εκείνα τα παραπανήσια πέντε κιλά εδώ και πέντε κιλά παρέκει, εκείνη τη χαλαρότητα της σάρκας κ.ο.κ.—, προσδίδοντας σαν άλλος μαέστρος των αντικατοπτρισμών και των θαυμάτων μια πιο στιβαρή σιλουέτα. Για να μη μιλήσουμε, δε, για την ευκολία στον συνδυασμό των ρούχων: δεν ξέρω με τι πάει ένα ροζ ή ένα λαχανί, αλλά ξέρω καλά πως ένα μαύρο πάει με τα πάντα — ακόμα και με ένα ροζ και ένα λαχανί.
Τέλος, όλοι ξέρουν πως τα ρούχα έχουν στόχο να δείξουν εσένα και όχι να δείξεις εσύ αυτά —τύπου να τα φοράς, όχι να σε φοράνε—, πράγμα που έχει περισσότερες πιθανότητες να συμβεί αν φορεθούν πάνω σε ένα εύρωστο, νεανικό και σφριγηλό σώμα, και όχι αν κρεμαστούν στο δικό σου — διαφορετικά, θα φαίνονται αυτά και μόνο αυτά —πράγμα που μάλλον δεν συγκαταλεγόταν στις αρχικές επιδιώξεις μας—, και όχι ο ξεθωριασμένος τύπος από κάτω, που θα ιδρώνει και θα ξεϊδρώνει κάτω από το λευκό του κουστουμάκι, νομίζοντας πως για μια κατηγορία ανθρώπων μοιάζει λιγουλάκι με τον Γκούσταφ φον Άσενμπαχ, ενώ στην πραγματικότητα η μπογιά στα μαλλιά του που στάζει θα θυμίζει σε όλους τον Ρούντι Τζουλιάνι.
Οι μεγάλοι φοράνε τη στολή του βετεράνου των μαχών: του παλαίμαχου. Αυτού που υπήρξε μα δεν είναι πια.
Είτε έχουμε να κάνουμε με τις κοινωνικές προσδοκίες που υφαίνει η ζωή γύρω μας είτε με την πρακτικότητα, είτε μάς ενδιαφέρει η αυτοεικόνα και το σώμα μας είτε μάς το επιβάλλει η δουλειά μας, όλοι αντιλαμβανόμαστε πως η ωριμότητα συνδέεται γενικά με συγκρατημένη εμφάνιση, με neutral χρώματα, με μια πεζότητα που θέλει να περνά απαρατήρητη, κάτω από το ραντάρ. Οι μεγάλοι φοράνε τη στολή του βετεράνου των μαχών: του παλαίμαχου. Αυτού που υπήρξε μα δεν είναι πια.
Μιλάμε δηλαδή —όπως θα έλεγαν οι μάνατζερ ανάμεσά μας— για μία στρατηγική διαχείρισης της ορατότητας. It’s a peaceful life.
Όμως συμβαίνει και κάτι άλλο εδώ. Και είναι ο λόγος που γράψαμε τις προηγούμενες 900 λέξεις. Η ενδυματολογική συμπεριφορά των ανθρώπων που νιώθουν ότι μεγάλωσαν πια για τα καλά σχεδόν ταυτίζεται με αυτήν των εσωστρεφών ατόμων πάσης ηλικίας. Δηλαδή, δεν θα δεις έναν εσωστρεφή είκοσι χρονώ να φοράει μια φουξ πασμίνα. Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα. Αλλά θα τον δεις να φοράει μια παππουδέ τραγιάσκα, ας πούμε, ειδικά αν είναι και λίγο παιδί των γραμμάτων.
Τι σημαίνει αυτό; Νομίζουμε ότι η προφανής αυτή ομοιότητα αναδεικνύει μια κοινή ανάγκη των μεν και των δε για προστασία, οριοθέτηση και αποφυγή της περιττής έκθεσης. Όπως η απομάκρυνση από τα φωτεινά και έντονα χρώματα για έναν άνθρωπο που —γκουχ— μεγαλώνει σηματοδοτεί μια μετάβαση από τη φάση της εξωστρεφούς διεκδίκησης και της αναπαραγωγικής ζωτικότητας σε μια περίοδο σοφίας, εσωτερικότητας και κατασταλαγμένης ταυτότητας (λέμε τώρα), έτσι και για τον εσωστρεφή, το σκούρο ή ουδέτερο ρούχο λειτουργεί σαν μια μορφή κοινωνικής πανοπλίας που του επιτρέπει να κινείται στον δημόσιο χώρο χωρίς να προκαλεί το βλέμμα των άλλων, διατηρώντας την ενέργειά του εστιασμένη προς τα μέσα. Μιλάμε δηλαδή —όπως θα έλεγαν οι μάνατζερ ανάμεσά μας— για μία στρατηγική διαχείρισης της ορατότητας. It’s a peaceful life.
Τόσο ο εσωστρεφής, που έχει ανάγκη για ηρεμία και σταθερότητα, όσο και ο ηλικιωμένος, a.k.a. αυτός που είναι έξω από το παιχνίδι, χρησιμοποιούν τις σκούρες αποχρώσεις για να μειώσουν τον θόρυβο της παρουσίας τους. Μη μας βλέπετε, λένε και οι δυο. Δεν θέλουμε. Δεν το επιτρέπουμε. Κάντε λίγο πιο κει. Και, μολονότι όλοι ξέρουμε καναδυό από τη δεύτερη ομάδα που εξαιρούνται τού κανόνα —ω, και πολύ καλά κάνουν, άλλωστε δεν μας πέφτει λόγος—, κανείς μας ποτέ δεν θα δει έναν εσωστρεφή ντυμένο σαν τον Μπαντ Μπάνι. Άλλωστε, ο πιο διάσημος εσωστρεφής είναι ντυμένος πάντα μόνο στα μαύρα απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια, και δεν τον βλέπει ποτέ κανείς αν δεν επιλέξει ο ίδιος να εμφανιστεί: ο Μπάτμαν.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Σε μία εποχή όπου τα θεμελιώδη δικαιώματα θεωρούνται αυτονόητα, οι σεξεργάτες συνεχίζουν να αγωνίζονται με στόχο τη θεσμική προστασία, την ισότιμη μεταχείριση και την κοινωνική αποδοχή
Το τροχαίο δυστύχημα σημειώθηκε στο ύψος του Αλίμου στο ρεύμα προς Αθήνα
Κοινωνικές συμβάσεις: Γιατί μεγαλώνοντας αρχίζουμε να ντυνόμαστε στα μαύρα;
Εξετάζεται εάν συνέλλεγε πληροφορίες για λογαριασμό του Ιράν
Ο 38χρονος διώκεται για ανθρωποκτονία με δόλο
Ο άτυχος άνδρας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου απλά διαπιστώθηκε ο θάνατος του
«Οι αρχές δεν έχουν πειστεί ότι πρόκειται για ατύχημα» λέει η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ.
«Τη χτυπούσε με κλωτσιές, σίδερα και ξύλα»
Βρισκόταν στο σπίτι μαζί με φίλους της - Συνελήφθη η μητέρα της
Τι υποστήριξε ο 38χρονος και τι εκτιμά ο ιατροδικαστής
Πέρασε (και) κόκκινο
Οι αστυνομικοί τον εντόπισαν ενώ την είχε ακινητοποιήσει
Οι πρώτες εκτιμήσεις για τα αίτια
Τι υποστήριξε ο 38χρονος - Τι λένε γείτονες του ζευγαριού
«Υπόσχεση σου δίνω ότι δεν θα κουραστώ ποτέ» σημειώνει απευθυνόμενη στην κόρη της, Μάρθη
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.