Visual Browsing
Η διάσημη Αλβανίδα υψίφωνος, Ερμονέλα Γιάχο, μιλάει στην Athens Voice
ΤΕΥΧΟΣ 757

Ερμονέλα Γιάχο: Μιλήσαμε με την διάσημη Αλβανίδα υψίφωνο

«Mου είναι τόσο οικεία η ελληνική ιδιοσυγκρασία… Μιλάμε την ίδια γλώσσα, της ψυχής. Είμαστε Βαλκάνιοι, ξέρουμε τι θα πει συναίσθημα».
Ερμονέλα Γιάχο © Valeria Isaeva
Συνέντευξη με τη διάσημη Αλβανίδα υψίφωνο Ερμονέλα Γιάχο με αφορμή τον ρόλο της «Μαντάμα Μπατερφλάι» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Η διάσημη Αλβανίδα υψίφωνος, Ερμονέλα Γιάχο, λίγες μέρες πριν το ελληνικό ντεμπούτο της στην «Μαντάμα Μπατερφλάι», το αριστούργημα του Τζάκομο Πουτσίνι, που σηματοδοτεί την πολυαναμενόμενη επανεκκίνηση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, μιλά στην Athens Voice για το πάθος της με την όπερα, την ταύτισή της με τις ηρωίδες που ενσαρκώνει και τα όνειρά της που ζωντανεύουν επί σκηνής.

Η διάσημη Αλβανίδα υψίφωνος, Ερμονέλα Γιάχο, μιλάει στην Athens Voice
Ερμονέλα Γιάχο © Valeria Isaeva

Πώς αισθάνεστε που τραγουδάτε μετά από τόσο καιρό;
Απίστευτα ωραία, και χαίρομαι ακόμα πιο πολύ γιατί συμβαίνει εδώ, στην Ελλάδα. Mου είναι τόσο οικεία η ελληνική ιδιοσυγκρασία… Μιλάμε την ίδια γλώσσα, της ψυχής. Είμαστε Βαλκάνιοι, ξέρουμε τι θα πει συναίσθημα, τι θα πει να παθιάζεσαι, να φλέγεσαι, κάτι που αρχίζει να λείπει από την όπερα. Εγώ όμως έχω ανάγκη το πάθος – και όχι μόνο όταν βρίσκομαι στη σκηνή. Στην πρώτη πρόβα έπειτα από 7 μήνες σιγής, αισθάνθηκα σαν μικρό κοριτσάκι, ανατρίχιασα, μου είχαν λείψει όλα τόσο πολύ! Η ορχήστρα, ο Λουκάς (Καρυτινός), αυτός ο υπέροχος μαέστρος… Αυτή η παραγωγή θα πρέπει να γίνει παράδειγμα προς μίμηση για το λυρικό θέατρο. Τώρα που οι μεγάλες σκηνές σε όλο τον κόσμο, επιλέγουν την ασφάλεια των οπερατικών έργων σε μορφή κονσερτάντε, η απόφαση του Γιώργου Κουμεντάκη να ανεβάσει μια υψηλής ποιότητας όπερα, κανονικά σκηνοθετημένη, κρύβει πολύ θάρρος. Ειλικρινά, ακόμα και αν ανακοινωθούν νέα περιοριστικά μέτρα και δεν καταφέρουμε να κάνουμε πρεμιέρα, εγώ και πάλι θα αισθάνομαι ευγνώμων γι’ αυτή την πρόβα, για την ευκαιρία που μου δόθηκε να βρεθώ στη σκηνή, έστω και για ένα λεπτό…

Τη σκηνοθεσία της «Μαντάμα Μπατερφλάι» που θα παρακολουθήσουμε  υπογράφει ο Ούγκο ντε Άνα. Είναι αναβίωση μιας παλιότερης σκηνοθεσίας του για τη Λυρική, προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα. Τι να περιμένουμε;
Καταρχάς, νιώθω τυχερή που συνεργάζομαι με τον Ούγκο ντε Άνα, έναν από τους καλύτερους σκηνοθέτες όπερας. Είχα δουλέψει ξανά μαζί του πριν από 10 περίπου χρόνια. Ο Ούγκο, για να αναδείξει το δράμα, δίνει τρομακτική σημασία στις λεπτομέρειες. Όντως έχουν γίνει ορισμένες αλλαγές, τέθηκαν αναγκαστικοί περιορισμοί τους οποίους οφείλουμε να σεβαστούμε. Η χορωδία τραγουδά εκτός σκηνής, στο ερωτικό ντουέτο με τον Πίνκερτον δεν φιλιόμαστε, ούτε αγκαλιαζόμαστε… Όμως οι δυσκολίες αυτές έχουν μια ομορφιά, είναι μια πρόκληση. Για να είμαστε πειστικοί, πρέπει όλοι μας να σκάψουμε πιο βαθιά στο συναίσθημά μας. Για να βρούμε αντιστάθμισμα στα αγγίγματα και τα φιλιά θα πρέπει να δουλέψουμε την υποκριτική μας όσο και τη φωνή μας. 

Σχετικα
Ο «Βότσεκ» της ΕΛΣ σε πρώτη παγκόσμια μετάδοση στο κανάλι Mezzo
Ο «Βότσεκ» της ΕΛΣ σε πρώτη παγκόσμια μετάδοση στο κανάλι Mezzo

Είναι φανερό ότι για εσάς, πάνω από όλα, μετράει η ζωντανή επαφή… Πώς σας φάνηκαν τα διαδικτυακά ρεσιτάλ και γκαλά όπερας που παρακολουθήσαμε στη διάρκεια του lockdown; Για μένα τέχνη χωρίς κοινό δεν υφίσταται. Μου ζητήθηκε να συμμετάσχω σε live streaming, αλλά ήταν τρομερά δύσκολο, μου έλειπε η δόνηση που αισθάνεσαι σε μια ζωντανή παράσταση να έρχεται από τον κόσμο, αυτή που καθορίζει την ερμηνεία σου, που μπορεί να την αλλάξει, να την κάνει πιο ζωντανή. Εκπέμπεις ενέργεια στο κοινό και δέχεσαι ενέργεια από το κοινό. Σίγουρα το internet ήταν μια λύση, ωστόσο χωρίς τον κόσμο, δεν έχεις τον «θερμοστάτη» που θα σου δείξει αν όλα πηγαίνουν ok. Μόνο σιωπή. 

Η διάσημη Αλβανίδα υψίφωνος, Ερμονέλα Γιάχο, μιλάει στην Athens Voice
© Valeria Isaeva

Μπορεί η ποιότητα μιας ερμηνείας να επηρεάζεται τόσο από τη «θερμοκρασία» της  πλατείας;
Όχι μόνο. Μπορεί για παράδειγμα να τύχει, σε μια καλή παράσταση, με καλούς τραγουδιστές, η ψυχική σύνδεση, η επικοινωνία, να απουσιάζει γιατί ο καθένας ασχολείται μόνο με τον εαυτό του. Όμως, η όπερα δεν είναι ατομικό ρεσιτάλ. Μια ερωτική ιστορία, ένα δράμα, αποκτά δύναμη και ουσία, αν όλοι όσοι βρίσκονται στη σκηνή γίνουν ένα. Μόνη, δεν μπορείς να παλέψεις, να βγάλεις συναίσθημα και να το μεταδώσεις στο κοινό. Γιατί τότε, αυτό που σου επιστρέφεται είναι παγωνιά. Είμαι πια πεισμένη ότι έτσι συμβαίνει.

Σχετικα
Μάικ Βάικινγκ: Ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο;
Μάικ Βάικινγκ: Ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο;

Παίρνετε ρίσκα με τη φωνή σας;
Λατρεύω το ρίσκο. Μόνο όταν φτάνεις στα άκρα, όταν πατάς στην κόψη του ξυραφιού, τότε μόνο βρίσκεις τη σύνδεση με το κοινό. Κάθε φορά που βρίσκομαι στη σκηνή νιώθω σαν να είναι η πρώτη και η τελευταία στιγμή της ζωής μου. Δεν σκέφτομαι το αύριο. Στην αρχή φοβόμουν, όμως τώρα πια αισθάνομαι απλά τυχερή που κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα. Λέω, τα κατάφερα! Βέβαια έπειτα από 26 χρόνια καριέρας, ξέρω μέχρι πού μπορώ να φτάσω. Ναι, ρισκάρω, αλλά με ταπεινότητα. Δεν θα αποδεχτώ ρόλους που δυσκολεύεται να χειριστεί η φωνή μου, απλά για να κερδίσω μια πρόσκαιρη φήμη που θα ικανοποιήσει τη ματαιοδοξία μου. Έμαθα να αποδέχομαι τα όριά μου.

Η διάσημη Αλβανίδα υψίφωνος, Ερμονέλα Γιάχο, μιλάει στην Athens Voice
© Valeria Isaeva

Θεωρείστε μία από τις σημαντικότερες ερμηνεύτριες του βεριστικού ρεπερτορίου. Σύμφωνα με τον Guardian, έχετε μια σπάνια ικανότητα να μπαίνετε στο μυαλό κάθε χαρακτήρα που ερμηνεύετε. Πώς το καταφέρνετε; 
Σε κάθε χαρακτήρα βρίσκουμε κάτι από τον εαυτό μας. Η Βιολέτα στην «Τραβιάτα» είναι μια τυραννισμένη ψυχή, μια γυναίκα που υποφέρει εξαιτίας της κοινωνίας, θυσιάζεται για τον έρωτα. Ανθρώπινα συναισθήματα, που όλοι μας έχουμε νιώσει, έστω και αν ζούμε σε άλλη εποχή. Οι όπερες του βερισμού μού αρέσουν γιατί οι ιστορίες τους είναι πιο μοντέρνες, πιο αληθινές, πιο κοντά σε μας. Η Τσο-Τσο-Σαν πιστεύει στον έρωτα άνευ όρων. Το ίδιο κι εγώ. Από το ξεκίνημά μου ονειρευόμουν να τραγουδήσω «Μπατερφλάι», γιατί ταυτιζόμουν με το άπιαστο όνειρο της ηρωίδας. Ένα όνειρο που απαιτεί θυσία, απόλυτη δέσμευση και πολλή τύχη για να γίνει πραγματικότητα. Βλέπετε, εκείνη την εποχή στην Αλβανία, προτεραιότητα ήταν να επιβιώσεις, όχι να κάνεις καριέρα στο τραγούδι. Εγώ όμως μόνο αυτό είχα στο μυαλό μου. Ήταν σαν να ζω διπλή ζωή. Κατάφερα λοιπόν να βρω ένα τρόπο, ένα κανάλι, και διοχετεύω τα όνειρα και τα συναισθήματά μου στη σκηνή. Ανοίγω την ψυχή μου στους άλλους ανθρώπους. Δεν είναι τεχνική, είναι ειλικρίνεια και ίσως αυτό με κάνει πιστευτή. Αγαπάω, υποφέρω, βασανίζομαι, ζω το δράμα, κάνω όσα ονειρεύομαι αλλά δεν τα τολμώ στην καθημερινή μου ζωή. Η σκηνή είναι η θεραπεία μου. Αλλά αυτό εσείς το ξέρετε καλά. Η Ελλάδα έμαθε στο παγκόσμιο θέατρο τη σημασία της κάθαρσης.

Η διάσημη Αλβανίδα υψίφωνος, Ερμονέλα Γιάχο, μιλάει στην Athens Voice
© Valeria Isaeva

Έχετε τραγουδήσει «Μαντάμα Μπατερφλάι» αμέτρητες φορές. Πώς προσεγγίζετε το ρόλο; Έχω τραγουδήσει Μαντάμα Μπατερφλάι πάνω από 145 φορές και κάθε φορά νιώθω σαν να είναι η πρώτη μου φορά. Η προσέγγισή μου είναι συναισθηματική, επηρεάζεται από τις εμπειρίες μου, από τις αλλαγές που βιώνω στη ζωή μου. Αυτόν τον καιρό, έπειτα από 7 μήνες εγκλεισμού, αισθάνομαι ευάλωτη. Ήθελα απεγνωσμένα να τραγουδήσω, ήταν σαν να μου έλειπε το οξυγόνο, σαν να με είχαν φυλακισμένη. Και πραγματικά εκπλήσσομαι γιατί σε κάθε πρόβα ανακαλύπτω στη φωνή μου διαφορετικές αποχρώσεις, μια άλλη δυναμική που δεν είχα ξαναδεί. Η Τσο-Τσο-Σαν είναι ένα αθώο, δεκαπεντάχρονο κορίτσι με όλη την εφηβική φρεσκάδα αλλά και την ευθραυστότητά της, που πιστεύει σε κάτι, που κανείς άλλος δεν πιστεύει! Αυτό λοιπόν που προσπαθώ μέσα από τη φωνή, το σώμα, το βλέμμα, την ερμηνεία μου, είναι, τραγουδώντας το «Un bel di vedremo», η Ερμονέλα να γίνει κι αυτή το δεκαπεντάχρονο κορίτσι που επιμένει να ελπίζει… Σε αυτή τη δύσκολη περίοδο, η ελπίδα για το αύριο της Τσο-Τσο-Σαν θα είναι το δικό μου μήνυμα στον κόσμο. 

Η διάσημη Αλβανίδα υψίφωνος, Ερμονέλα Γιάχο, μιλάει στην Athens Voice
© Valeria Isaeva

Περάσατε τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία σας στην Αλβανία, μια εποχή που η χώρα ήταν απομονωμένη και εντελώς αποκομμένη από τη δυτική κουλτούρα. Πώς σας μπήκε το μικρόβιο της όπερας;
Πράγματι ήμασταν αποκλεισμένοι. Υπήρχε η Όπερα των Τιράνων αλλά οι δυτικές παραστάσεις που ανέβαιναν ήταν λιγοστές και στα αλβανικά. Οι πολιτιστικές επιρροές μας ήταν κατά βάση από την τότε Σοβιετική Ένωση. Ήμασταν οι δύο χώρες σαν αδέλφια, όταν βέβαια δεν ήμασταν εχθροί. (γέλια…) Το θετικό από αυτή την αλληλεπίδραση ήταν πως πολλοί μουσικοί και τραγουδιστές σπούδασαν στη Ρωσία και απέκτησαν στέρεες βάσεις. Ξεκίνησα πολύ μικρή να τραγουδώ, 6 χρονών. Ήμουν πολύ ντροπαλή και μόνο όταν τραγουδούσα απελευθερωνόμουν. Οι γονείς μου το αντιλήφθηκαν και ο πατέρας μου με πήγε αρχικά σε ένα μουσικό φεστιβάλ. Όπως όλα τα μικρά κορίτσια, τότε και τώρα, ονειρευόμουν να γίνω pop τραγουδίστρια. Έχοντας πλέον αποφασίσει στα 13 μου ότι ήθελα να ασχοληθώ επαγγελματικά με το τραγούδι, γράφτηκα στο Liceu Artistik, το καλλιτεχνικό σχολείο των Τιράνων. Για να περάσω τις εξετάσεις έπρεπε να τραγουδήσω μια οπερατική ρομάντσα, ώστε να διαπιστώσουν το επίπεδο της φωνής μου. Παρακάλεσα τότε τον πατέρα μου να πάμε στην Όπερα για να καταλάβω τι ακριβώς μου ζητούσαν. Δεν είχα ιδέα! Τα ακούσματά μου στο σπίτι ήταν μόνο λαϊκή μουσική της Αλβανίας… Βρέθηκα έτσι να παρακολουθώ, παρέα με τον μεγάλο μου αδερφό, την πρώτη μου όπερα. «Τραβιάτα». Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά! Στο τέλος της παράστασης δήλωσα στον αδελφό μου ότι θα γίνω τραγουδίστρια όπερας και πως αν δεν κάνω «Τραβιάτα» έστω και για μια φορά στη ζωή μου, θα πεθάνω – τελικά από τότε την τραγούδησα 300 φορές! Συνάντησα πολλές δυσκολίες μέχρι να βρω τον δρόμο μου. Άρχισα να δοκιμάζω τη φωνή μου, να πειραματίζομαι πότε σαν σοπράνο και πότε σαν μέτζο σοπράνο – ήθελα να τραγουδήσω τα πάντα! Η τύχη μου χαμογέλασε όταν κέρδισα σε ένα διαγωνισμό Masterclass που οργάνωνε η κορυφαία ιταλίδα υψίφωνος Κάτια Ριτσιαρέλι και βρέθηκα για μουσικές σπουδές στην Ιταλία. Τότε ήταν που για πρώτη μου φορά είδα και άκουσα από μια βιντεοκασέτα τη Μαρία Κάλλας. Μαγεύτηκα με τον τρόπο που χρησιμοποιούσε τη φωνή της – σαν μια γέφυρα που ενώνει την ψυχή της με τον κόσμο– και έγινε το ίνδαλμά μου. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα… 

Η διάσημη Αλβανίδα υψίφωνος, Ερμονέλα Γιάχο, μιλάει στην Athens Voice
© Valeria Isaeva

Επιστρέφετε συχνά στην Αλβανία;
Ναι, κάθε χρόνο, και τελευταία οργανώνω masterclasses για νέους τραγουδιστές. Αυτό κυρίως που προσπαθώ να τους δώσω να καταλάβουν είναι ότι ο δρόμος που διάλεξαν είναι αφάνταστα δύσκολος και αβέβαιος. Μόνο αν αγαπούν παθολογικά αυτό που κάνουν, μόνο αν δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να τραγουδούν, αξίζει να το προσπαθήσουν. Διαφορετικά τους περιμένουν απογοητεύσεις, απορρίψεις, χαμένες ευκαιρίες…

Υπάρχει κάτι που σας στέρησε η καριέρα σας;
Λυπάμαι που στερήθηκα την οικογένειά μου. Έχασα τους γονείς μου ενώ βρισκόμουν στο εξωτερικό, γύρισα για την κηδεία και την επομένη επέστρεψα στη σκηνή. Γι’ αυτό όμως που λυπάμαι πιο πολύ είναι που η μητέρα μου δεν με είδε ποτέ live στην όπερα. Χαιρόταν να με ακούει να της διηγούμαι τα πάντα, με κάθε λεπτομέρεια. Μου έλεγε, «δεν θέλω να πεθάνω και να μη σε έχω δει να τραγουδάς “Μπατερφλάι”». Ήταν η αγαπημένη της όπερα. Όμως δεν πρόλαβε. Έφυγε πολύ νέα, όταν δεν ήμουν ακόμα φωνητικά έτοιμη – έκανα ντεμπούτο στον ρόλο ένα χρόνο μετά τοn θάνατό της. Από τότε, κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή να τραγουδήσω «Μαντάμα Μπατερφλάι», αισθάνομαι ότι με παρακολουθεί και μου δίνει δύναμη.

Η διάσημη Αλβανίδα υψίφωνος, Ερμονέλα Γιάχο, μιλάει στην Athens Voice
© Valeria Isaeva

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για τη «Μαντάμα Μπάτερφλάι» στην Εθνική Λυρική Σκηνή στο Guide της Athens Voice

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5