Βιβλιο

«Ξένο χώμα»: Μια συνταρακτική Οδύσσεια πένθους και μετανάστευσης

Ένα βιβλίο που διαβάζεται με κομμένη την ανάσα: τρόμος και αγωνία στο Μεξικό, με ανατριχιαστικά ρεαλιστικό υπόβαθρο

kyriakos_1.jpg
Κυριάκος Αθανασιάδης
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ξένο χώμα, Cammins
Γυναίκα που δίνει φαγητό σε μετανάστες. «La Bestia«, του Claudio Talavera Ballón

Για το μυθιστόρημα της Jeanine Cummins, «Ξένο χώμα» (μετάφραση Ρηγούλα Γεωργιάδου, Εκδόσεις Δώμα)

Είχαμε πολύ καιρό να σοκαριστούμε από ένα βιβλίο. Και δεν θυμόμαστε πότε πριν διαβάσαμε ξανά ένα μυθιστόρημα άγνωστού μας συγγραφέα με τέτοια βουλιμία, και με τόσο αυξανόμενη όρεξη. Ακόμη περισσότερο: το «Ξένο χώμα» της Jeanine Cummins δεν έχει μία, δύο ή τρεις μεγάλες σκηνές, σοκαριστικά στοιχεία, στιγμές έντασης που να σου πιάνουν την ανάσα. Είναι ΟΛΟ έτσι, από την αρχή μέχρι το τέλος. Για να το πούμε αλλιώς: από ένα σημείο και μετά, παρακαλάςνα κάνει κάποια κοιλιά. Αλλά δεν κάνει.

Το «Ξένο χώμα» είναι το αναγνωστικό ισοδύναμο μιας κούρσας με ρόλερ-κόστερ, αλλά χωρίς τις ανηφόρες: αυτό το τρενάκι του τρόμου πάει συνέχεια προς τα κάτω, και με όλη του την ταχύτητα. Κι εμείς ουρλιάζουμε.

Υπερβολές; Ναι. Δεν κάνει να μιλήσεις χωρίς υπερβολές γι’ αυτό το βιβλίο, όπως θα διαπιστώνουν όλοι ανεξαιρέτως οι αναγνώστες του. Όλοι ανεξαιρέτως: άλλη μία υπερβολή; Όχι. Και υπάρχουν διάφοροι πολύ συγκεκριμένοι λόγοι γι’ αυτό. Ο πρώτος (αλλά όχι ο κύριος) είναι η ιστορία του:

Μία μητέρα και ο οχτάχρονος γιος της τρέχουν να ξεφύγουν από τη μαφία του Μεξικού για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Το καρτέλ που τους καταδιώκει είναι από τα πιο σκληρά της χώρας, και ήδη στις πρώτες σελίδες του βιβλίου έχει ήδη δολοφονήσει δεκαέξι (16) μέλη της οικογένειάς τους. Δεκάξι. Όλους, με τη μία, την ώρα που κάνουν μπάρμπεκιου στον κήπο. Και η μαμά με το αγοράκι —που σώθηκαν από τύχη— από εκείνη τη στιγμή τρέχουν, και τρέχουν, για να σωθούν. Αλλά όχι στην τύχη.

Τρέχουν με σκοπό να διασχίσουν πάνω από δυόμισι χιλιάδες χιλιόμετρα σκαρφαλωμένοι πάνω σε βαγόνια εμπορικών αμαξοστοιχιών (δεν υπάρχουν επιβατικά τρένα στο Μεξικό), από όπου κάθε μέρα γλιστρούν και πέφτουν και σκοτώνονται εκατοντάδες άνθρωποι. Προορισμός όλων αυτών των παρανόμων μεταναστών: η Αμερική. Αλλά η Αμερική, ΑΦΟΥ πρώτα φτάσουν στα σύνορα, και ΑΦΟΥ εν συνεχεία διασχίσουν την καλά φυλασσόμενη μεθόριο, εκείνη την έρημο του θανάτου, που είναι σπαρμένη με χιλιάδες σκελετούς.

Χιλιάδες Μεξικανοί το επιχειρούν, καθημερινά. Ένα ποσοστό τους μόνο τα καταφέρνει. Οι άλλοι είτε σκοτώνονται, είτε συλλαμβάνονται, είτε τους βρίσκουν οι συμμορίες, είτε τους γυρίζουν πίσω η υπηρεσία ελέγχου της μετανάστευσης, είτε μπαίνουν φυλακή, είτε τους πυροβολούν οι πολιτοφύλακες στα σύνορα σαν λυσσασμένα σκυλιά, είτε κυλάνε στην τρέλα. Η διαδρομή αυτή κρατά μέρες, μερόνυχτα και μερόνυχτα, εβδομάδες ολόκληρες, είναι αδιανόητα επικίνδυνη και απάνθρωπα εξουθενωτική, γίνεται μια βρομερή συνήθεια για τους αθλίους αυτούς, που αλλάζουν κάθε μέρα τρένο σκαρφαλώνοντας επάνω του από μια σκαλίτσα καθώς εκείνο τρέχει, ή πέφτοντας από γέφυρες στην οροφή του, ή γλιστρώντας σαν τα φαντάσματα σε ένα βαγόνι την ώρα που οι εργάτες το φορτώνουν, κάνοντας τα στραβά μάτια.

Αυτό είναι το στόρι. Η οδύσσεια αυτής της μητέρας —μιας καλλιεργημένης βιβλιοπώλισσας από το Ακαπούλκο, πρώην παγκόσμιο τουριστικό θέρετρο μα πλέον μια Κόλαση αίματος εξαιτίας των καρτέλ— και του γιου της. Και η συνάντηση, και γνωριμία της, με μερικούς ακόμη που θέλουν να πάνε στην Αμερική για να σωθούν, ανθρώπους με τους οποίους ενώνουν την απελπισία τους.

Ξένο χώμα, Cammins
Ο δεύτερος λόγος που το βιβλίο ξεχωρίζει και δεν μπορείς παρά να μιλάς με μεγάλα λόγια γι’ αυτό είναι ότι η ιστορία του είναι πέρα για πέρα ΑΛΗΘΙΝΗ. Όλο αυτό το δράμα που διαβάζουμε, η αδιανόητη —ξαναλέμε— οδύσσεια, της μάνας, του παιδιού, και των ανθρώπων που συναντούν, είναι πέντ’-έξι μόνο από τις δεκάδεςχιλιάδες παρόμοιες ιστορίες που συμβαίνουν καθημερινά στο Μεξικό. Αυτή τη χώρα των καρτέλ, των χιλιάδων άγριων φόνων, των πολύ περισσότερων εξαφανίσεων, των ομαδικών τάφων, και της απόλυτης διαφθοράς των πάντων εκεί πέρα.

Η συγγραφέας έκανε πελώρια και επιτόπια έρευνα πριν ξεκινήσει να γράφει, πήρε πολλές συνεντεύξεις, έκανε δουλειά τέτοια που δεν μπορείς παρά να της βγάλεις το καπέλο. Πήρε τις ιστορίες των ανθρώπων αυτών και τις έκανε ένα τρομερά δυνατό μυθιστόρημα, μια γροθιά στο στομάχι. Ψέματα: μιλάμε για απανωτές γροθιές στο στομάχι. Μερικά κεφάλαια (αίφνης: το 14) σχεδόν δεν μπορείς να τα διαβάσεις καθιστός, είναι καλύτερα να κρατάς το βιβλίο και να περπατάς πάνω-κάτω στο δωμάτιο, σαν τον τρελό. Και σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα λοξοκοιτάς επίτηδες μια σελίδα μετά για να δεις τι απέγινε αυτός: πέθανε; σώθηκε; τι;

Ένα από το πιο αγωνιώδη μυθιστορήματα της χρονιάς (πιθανώς το πιο αγωνιώδες) δεν είναι ένα μυθιστόρημα φαντασίας ή τρόμου, είναι ένα μυθιστόρημα σκληρού, αδυσώπητα σκληρού ρεαλισμού.

Πάρτε το και διαβάστε το. Το έκαναν πάνω από 2.000.000 αναγνώστες ήδη. Ενώ βέβαια το «Ξένο χώμα» έχει και υψηλότατη βαθμολογία στο Goodreads: Jeanine Cummins, «American Dirt», 4,36(!) μετά από 437.000 βαθμολογήσεις (και με 36.000 κριτικές). Τρομερά υψηλά νούμερα.

Η ελληνική έκδοση είναι σπουδαία. Για να το πούμε απλά, η νέα σπαρτιάτικη, κόμπακτ εμφάνιση της ξένης πεζογραφίας στο Δώμα τα σπάει. Από τα καλύτερα βιβλία τσέπης που έχουμε δει ποτέ. Η δε μετάφραση, είναι όνειρο. Αν τα αγγλικά της Κάμμινς είναι εξίσου καλά με τα ελληνικά της Ρηγούλας Γεωργιάδου, τότε είναι ακόμη καλύτερη συγγραφέας από όσο νομίζουμε.

Κλείνουμε με δύο μικρά αποσπάσματα του βιβλίου. Δείτε τον στακάτο αλλά και πλούσιο αφηγηματικό τρόπο της συγγραφέως, και την εξαιρετικά ωραία μετάφραση. Αλλά μετά από τα αποσπάσματα έχουμε και ένα υστερόγραφο:

* * *

Για το μυθιστόρημα της Jeanine Cummins, «Ξένο χώμα» (μετάφραση Ρηγούλα Γεωργιάδου, Εκδόσεις Δώμα)
Jeanine Cummins

ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Ο σταθμός του προαστιακού βρίσκεται στην άκρη ενός αχανούς εμπορικού κέντρου με κατάστημα Sephora και Panda Express, ακόμα και παγοδρόμιο. Ο δρόμος απ’ έξω είναι γεμάτος ροζ ταξί και κόκκινα λεωφορεία. Οι πελάτες και οι μαγαζάτορες του εμπορικού κέντρου φοράνε πιο ακριβά ρούχα απ’ αυτά που βλέπεις συνήθως στο Ακαπούλκο. Τα αθλητικά παπούτσια όλων είναι πεντακάθαρα. Η Λύδια κοντοστέκεται μπροστά στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου και χαζεύει για λίγο το ουράνιο τόξο που σχηματίζουν τα γυαλιστερά εξώφυλλα των βιβλίων έτσι όπως είναι τοποθετημένα σε σειρές: οι νέες κυκλοφορίες της σεζόν· κάποια φιγουράρουν και στη δική της βιτρίνα. Φαντάζεται τον οδηγό που της φέρνει τις παραγγελίες να σταματάει έξω απ’ το βιβλιοπωλείο της, να σκιάζει τα μάτια του και να κοιτάζει το σκοτεινό εσωτερικό του μαγαζιού μέσα από το τζάμι και το διχτυωτό ρολό. Σκέφτεται τις δύο υπαλλήλους της: τη διοπτροφόρο Κίκι, που δεν βάζει βιβλίο στο ράφι αν δεν το διαβάσει πρώτα, και την εργατική Γκλόρια, που δεν έχει διαβάσει στη ζωή της ούτε ένα βιβλίο για μεγάλους αλλά έχει έξοχο γούστο στην παιδική λογοτεχνία. Αναρωτιέται πώς θα τα βγάλουν πέρα οι οικογένειές τους χωρίς το εισόδημα από τη μερική απασχόλησή τους στο βιβλιοπωλείο. Σκέφτεται την αποθήκη της που μαζεύει σκόνη, τα πακέτα που δεν παραδόθηκαν ποτέ. Απομακρύνεται απ’ τη βιτρίνα, αλλά τα χέρια της αφήνουν ένα φευγαλέο αποτύπωμα στο τζάμι, που εξατμίζεται και σβήνει.

Στο υποκατάστημα της τράπεζας Banamex, που βρίσκεται στον τρίτο όροφο, η Λύδια και ο Λούκα περιμένουν στη σειρά. Λίγο πιο πέρα, μια κοπέλα πουλάει καρτ-ποστάλ από μια πάνινη τσάντα ― ένα ηλιοβασίλεμα στο Σόκαλο ή το Κέντρο Καλών Τεχνών φωταγωγημένο σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η Λύδια σκέφτεται ν’ αγοράσει μία και να τη στείλει στον Χαβιέρ. Τι θα ήταν όμως το κείμενο; Μια έκκληση στην ξεχασμένη ανθρωπιά του; Μια απάντηση στο αλλόκοτο συλλυπητήριο μήνυμά του; Θα τον εκλιπαρούσε να δείξει οίκτο; Ή μήπως θα έκανε μια μάταιη προσπάθεια να εκφράσει το μίσος και την οδύνη της; Όσο κι αν αγαπάει τις λέξεις, ξέρει πως κάποιες φορές είναι πέρα για πέρα άχρηστες.

Στον πάτο του σακιδίου της, διπλωμένο προσεκτικά μέσα σε μια θήκη που δεν την έχει ανοίξει από τότε που έφυγαν από το Ακαπούλκο, είναι το πορτοφόλι της μητέρας της. Μέσα στο πορτοφόλι, χωμένη σε μια τσεπούλα, η τραπεζική της κάρτα. Η Λύδια ξέρει το ΡΙΝ της μητέρας της, αφού εκείνη τη βοήθησε να το ορίσει και της έδειξε πώς να το χρησιμοποιεί. Από τότε που θυμάται τον εαυτό της η Λύδια, η μητέρα της είχε αυτό το μικρό καφετί πορτοφόλι. Όταν η Λύδια ήταν πιο μικρή, το χοντρό του δέρμα ήταν σκληρό, αλλά έπειτα από τόσα χρόνια έχει μαλακώσει απ’ τη χρήση. Το κούμπωμα έχει σπάσει εδώ και καιρό και το μόνο που εμποδίζει τα περιεχόμενά του να χυθούν έξω είναι το φύλλο που διπλώνει από πάνω. Η Λύδια δεν κάνει διάλειμμα για αναπολήσεις. Ακουμπάει το σακίδιό της δίπλα στην τζαμαρία και ανοίγει το πορτοφόλι της μητέρας της. Ο Λούκα δεν κοιτάζει. Στέκεται δίπλα της και σκαλίζει την άκρη ενός μεγάλου αυτοκόλλητου που είναι κολλημένο στο τζάμι και διαφημίζει δάνεια με χαμηλό επιτόκιο. Δεν πάει πολύς καιρός που η Λύδια θα τον μάλωνε, θα του έλεγε ότι κάποιος είχε δώσει χρήματα γι’ αυτό το αυτοκόλλητο και ότι δεν ήταν σωστό να το ξεκολλάει από το τζάμι. Όχι πια. Η Λύδια κοιτάζει πορτοφόλι της μητέρας της. Έχει μια συγκεκριμένη μυρωδιά ή μάλλον ένα συνονθύλευμα από μυρωδιές. Την τυλίγουν ακόμα και τώρα που βρίσκεται ανάμεσα σ’ ένα McDonalds κι ένα Crepe Factory. Η μυρωδιά ξυπνάει αυτόματα αναμνήσεις αλλά η Λύδια τους απαγορεύει την είσοδο. Παλιό δέρμα και χαρτομάντιλα (χρησιμοποιημένα κι αχρησιμοποίητα) και η τσίχλα κανέλα που πάντα αγόραζε η μητέρα της και οι μαύρες καραμελίτσες γλυκόριζας στο άσπρο χάρτινο σακουλάκι τους κι ένα δείγμα λοσιόν για τα χέρια με εκχύλισμα βερίκοκου και η παστρική, μωρουδίσια μυρωδιά από την πουδριέρα της, όλα μαζί ενωμένα ― το γνώριμο, χαρακτηριστικό άρωμα της παιδικής της ηλικίας. Μαμά.

Το μυρίζει και ο Λούκα, και το στόμα του σχηματίζει τη λέξη χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από το τζάμι. «Γιαγιά». Και ξαναρχίζει την επίθεσή του στο αυτοκόλλητο. Η Λύδια ανασαίνει από το στόμα. Όταν έρχεται η σειρά τους, στέκεται στο ΑΤΜ με τα συντρίμμια της ζωής της να ξεχειλίζουν από το σακίδιο στα πόδια της. Μια κοπέλα που χρησιμοποιεί το διπλανό ΑΤΜ αποφεύγει επιμελώς να τους κοιτάξει. Η Λύδια αισθάνεται αμηχανία μπροστά στη διακριτικότητά της. Δεν είναι μόνο η προσπάθεια να κρατήσει μακριά τις αναμνήσεις· είναι και ο φόβος. Η Λύδια ανησυχεί μήπως αυτή η μία και μοναδική ηλεκτρονική συναλλαγή λειτουργήσει σαν φωτοβολίδα και προδώσει τη θέση της. Το χέρι της τρέμει καθώς βάζει την κάρτα της μητέρας της στο μηχάνημα και πατάει τον κωδικό. Το μηχάνημα κάνει ένα δυνατό μπιπ και πετάει την κάρτα έξω.

«Να πάρει η οργή!» Ο Λούκα γυρίζει και την κοιτάζει. «Όλα καλά» τον καθησυχάζει. Βάζει την κάρτα στο μηχάνημα δεύτερη φορά. Τώρα είναι πιο προσεκτική, βλέπει τα δάχτυλά της που τρέμουν καθώς πληκτρολογεί τον κωδικό. Τον ξέρει τον κωδικό. Είναι τα γενέθλια του Λούκα. Πρέπει να τον δεχτεί το μηχάνημα.

Τον δέχεται. Δόξα τω Θεώ.

                                                          * * *

ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

Τόσο η Λύδια όσο και οι δύο αδελφές παλεύουν με δύο αντικρουόμενες παρορμήσεις μέσα τους: από τη μια την αίσθηση ότι κάτι τις κυνηγάει, ότι πρέπει να απομακρυνθούν γρήγορα, κι από την άλλη μια σωματική απροθυμία, ένα δισταγμό να προχωρήσουν στα τυφλά προς τους άγνωστους δαίμονες που καιροφυλακτούν πιο κάτω. Η CasadelMigrante που βρίσκουν στη Σελάγια είναι μια ανάπαυλα απ’ αυτήν τη διελκυστίνδα, και για τη Λύδια, που έχει περάσει τη νύχτα έξω στο δρόμο, ξάγρυπνη, πραγματική ευλογία.

Είναι μεσημέρι όταν φτάνουν. Ο Λούκα και η Ρεβέκα παίζουν μπάσκετ στην αυλή και δεν θέλουν κανέναν άλλο στο παιχνίδι τους, ένα παιχνίδι με αλλοπρόσαλλους κανόνες δικής τους επινόησης. Η Λύδια και η Σολεδάδ κάθονται σιωπηλές σ’ ένα παγκάκι πιο πέρα και τους παρακολουθούν. Βοηθούν στην κουζίνα ακούγοντας τις ειδήσεις στην τηλεόραση και μετά η Λύδια πέφτει για ύπνο. Όταν ξυπνάει, βλέπει τον γιο της να παίζει ντόμινο με τη Ρεβέκα. Διαπιστώνει ότι αυτοί οι δύο έχουν γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στα οχτώ και στα δεκατέσσερα χρόνια —ο Λούκα φαίνεται σαν να έχει μεγαλώσει και η Ρεβέκα σαν να έχει γίνει πιο απλή— και έχουν συναντηθεί αβίαστα κάπου στη μέση. Θα πίστευε κανείς ότι γνωρίζονται από πάντα, λες και αυτά τα κορίτσια ήταν πάντα εκεί και περίμεναν να γίνουν κομμάτι της ζωής τους. Το βράδυ ο Λούκα ρωτάει αν μπορεί να κοιμηθεί με τη Ρεβέκα στην κουκέτα της.

«Όχι, αυτό δεν γίνεται». Η Λύδια βάζει όρια.

Ο Λούκα ήξερε ότι έτσι κι αλλιώς ήταν μάλλον απίθανο, αλλά από τη στιγμή που κανένας απ’ τους κανόνες της παλιάς του ζωής δεν μοιάζει να ισχύει πια σκέφτηκε ότι δεν έχανε τίποτα να ρωτήσει. Σκαρφαλώνει στο κρεβάτι του αδιαμαρτύρητα. Η Λύδια τραβάει το σακίδιό της κάτω απ’ το σεντόνι, κοντά στο πόδι της, και τυλίγει τον ιμάντα δύο φορές γύρω από τον αστράγαλό της. Όλοι κοιμούνται βαθιά. Τι ευλογία, μια πόρτα με κλειδαριά!

Η Σολεδάδ δεν έχει πει στη Λύδια ούτε από πού έρχονται ούτε τι έχουν περάσει. Αλλά κι η Λύδια δεν έχει πει τίποτα για την ιστορία της οικογένειάς της, και παρ’ όλα αυτά ανάμεσά τους υπάρχει ο σιωπηρός δεσμός της κατανόησης, μια μαγεία στα όρια της μητρικής στοργής, και σίγουρα θηλυκή. Γι’ αυτό η Λύδια δεν παραξενεύεται όταν η κοπέλα, που δείχνει πολύ μεγαλύτερη απ’ τους 18 μήνες που τη χωρίζουν από την αδελφή της και κατά κανόνα δεν μιλάει ανοιχτά για πράγματα που αφορούν το σώμα της, της εκμυστηρεύεται το πρωί ότι είναι έγκυος. Ακολουθώντας το παράδειγμά της, η Λύδια προσπαθεί ν’ απαντήσει σε αυτή την ανακοίνωση με τρόπο ήρεμο και χωρίς περιττά σχόλια.

«Το μωρό σου θα είναι πολίτης των ΗΠΑ» της ψιθυρίζει κρατώντας το φλιτζάνι με τον καφέ μπροστά στο στόμα της.

Η Σολεδάδ κουνάει το κεφάλι της αρνητικά και σηκώνεται απ’ το τραπέζι για να πλύνει το πιάτο της. «Δεν είναι δικό μου» λέει.

                                                           * * *

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Όταν κυκλοφόρησε πρόπερσι αυτό το βιβλίο στην Αμερική, ή μάλλον: ΠΡΙΝ ΚΑΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕΙ, ξεσήκωσε σε κάποιους κύκλους μια «θύελλα αντιδράσεων», επειδή η συγγραφέας, λέει, τόλμησε να γράψει ένα βιβλίο για το Μεξικό χωρίς να είναι Μεξικανή. Και όχι μόνο: πήρε και μεγάλη προκαταβολή από τον εκδοτικό. Άρα; Άρα έγκλημα, να μη βγει το βιβλίο, για τα καρτέλ θα γράφουν μόνο οι ντόπιοι και μόνο όσοι έχασαν συγγενείς από τους μαφιόζους και όσοι είδαν μέλη της οικογένειάς τους να σκαρφαλώνουν στα τρένα για να το σκάσουν στην Αμερική… Αμέσως η «θύελλα» έγινε ένα σύννεφο παράνοιας που κάλυψε τη χώρα, μονοπώλησε τις συζητήσεις περί τα λογοτεχνικά, έβγαλε ανθρώπους στους δρόμους, ακύρωσε εμφανίσεις της Κάμμινς, και γενικώς έγινε τόσος και τέτοιος προφανώς άνευ λόγου σαματάς που ήταν να τραβάς τα μαλλιά σου. Ο ταυτοτισμός είναι μεγάλο πρόβλημα. Και όχι μόνο για τη λογοτεχνία. Αλλά για τη Δημοκρατία.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ