- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Νίκος Ζερβός: «Το "καλτ", κατά τη γνώμη μου, δεν προβλέπεται»
Ο πιο καλτ Έλληνας σκηνοθέτης μιλάει στην ATHENS VOICE σε μια πλούσια αναδρομή στην καριέρα του
Νίκος Ζερβός: Ο δημιουργός των πιο ανατρεπτικών ελληνικών ταινιών εξηγεί στην ATHENS VOICE πώς γεννήθηκαν έργα που παραμένουν ζωντανά δεκαετίες μετά
Αν μιλήσεις για καλτ ελληνικό κινηματογράφο, είναι αδύνατον να μην αναφέρεις το όνομα του σκηνοθέτη Νίκου Ζερβού. Από την πρώτη κιόλας ταινία του, «Μαύρο+Άσπρο» (1973), την οποία συν-σκηνοθέτησε με τον Θανάση Ρεντζή μέσα στα χρόνια της δικτατορίας –και σήμερα είναι γνωστή μόνο σε μια μικρή ομάδα σκληροπυρηνικών σινεφίλ– μέχρι τη ροκ ταινία του «Εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο» (1979), με πρωταγωνιστή τον Κώστα Φέρρη, και βέβαια τις καλτ επιτυχίες του «Ο Δράκουλας των Εξαρχείων» (1983), «Τηλεκαννίβαλοι» (1987) και «Γυναίκες δηλητήριο» (1993), που έχουν αφήσει εποχή, ο Ζερβός έχει αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, κινούμενος συνήθως μακριά από τα μεγάλα φώτα των φεστιβάλ και των βραβείων.
Ο Νίκος Ζερβός, ύστερα από μια μεγάλη απουσία από το σινεμά, που ακολούθησε την ταινία του «Λύσσα κακιά» (2015), μίλησε στην ATHENS VOICE για τις ταινίες του και τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας του.
― Με τις ταινίες σας «Εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο», «Σουβλίστε τους!» και «Ο Δράκουλας των Εξαρχείων» ξεκινάει, στην ουσία, ο καλτ ελληνικός κινηματογράφος. Ήταν μια συνειδητή απόφαση αυτή εκ μέρους σας; Τι κάνει μια ταινία «καλτ», κατά τη γνώμη σας;
Το «καλτ», κατά τη γνώμη μου, δεν προβλέπεται. Μια ταινία γίνεται καλτ με τον καιρό. Εγώ, όταν ξεκίνησα κι έκανα τις πρώτες ταινίες, το «Μαύρο+Άσπρο» με τον Θανάση Ρεντζή και ύστερα τον «Εξόριστο», πίστευα απλώς ότι κάναμε κάτι διαφορετικό. Τότε, ήταν της μόδας ένα σινεμά «αριστερό». Μάλιστα, όχι απλά «αριστερό», αλλά χοντρά «αριστερό». Δεν έχω πρόβλημα με την αριστερά, απλώς ήταν μια μόδα της εποχής στα φεστιβάλ κινηματογράφου, και δεν υπήρχε ταινία που να μην είχε συνθηματολογία, σημαίες κ.λπ. Έτσι, όταν βγήκαν ο «Εξόριστος» και το «Σουβλίστε τους!» και παράλληλα τα «Κουρέλια» του Νίκου Νικολαΐδη, σπάσαμε, στην ουσία, ένα «κατεστημένο». Η νοοτροπία των φεστιβάλ ως τότε ήταν ότι, αν μια ταινία δεν ήταν αριστερή, ήταν δεξιά ή φασιστική. Εμείς, με τις ταινίες αυτές, προτείναμε ένα εναλλακτικό σινεμά, που στην αρχή χαρακτηρίστηκε «αναρχικό».
― Οπότε, όλα ξεκίνησαν με την ταινία «Μαύρο+Άσπρο», που σκηνοθετήσατε μαζί με τον Θανάση Ρεντζή, μέσα στο καθεστώς της δικτατορίας. Ήταν μια «αντιδικτατορική» ταινία ή ένας τέτοιος ορισμός θα ήταν πολύ περιοριστικός;
Με μία έννοια, μπορεί να θεωρηθεί «αντιδικτατορική». Δεν ήταν κραυγαλέα ενάντια του καθεστώτος, αλλά με τον τρόπο της δήλωνε μια διαμαρτυρία. Ο σκηνοθέτης σήμερα (και πολύ γνωστός) Γιώργος Τσεμπερόπουλος παίζει τον πρώτο ρόλο, υποδυόμενος έναν φοιτητή που έχει έρθει από τη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει στην Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Βρίσκει, λοιπόν, εδώ αυτά που έβρισκε κανείς το 1973, δηλαδή, λίγο πριν πέσει η χούντα. Ομάδες φοιτητών αγωνίζονται, συνδικαλίζονται, συναντιούνται κ.λπ. Στην αρχή πηγαίνει σ’ αυτές τις συναντήσεις, αλλά σιγά σιγά αρχίζει να αποτραβιέται. Αυτό, βέβαια (προς Θεού), δεν σημαίνει ότι υποστηρίζει τη χούντα. Απλώς κλείνεται στον εαυτό του κι αρχίζει να ζωγραφίζει, προσπαθώντας να χτίσει μια καριέρα. Από τη ζωγραφική μπαίνει –πού αλλού;– στη διαφήμιση, ενώ παράλληλα οι συμφοιτητές του συνεχίζουν τον αγώνα τους. Το φινάλε της ταινίας τούς «ξένισε» όλους, γιατί ο χαρακτήρας παίρνει μια εφημερίδα, την κοιτάζει και φεύγει, χάνεται στον κόσμο. Είναι λίγο διφορούμενο. Σίγουρα δεν ήταν μια ταινία του συστήματος.
Το «Μαύρο+Άσπρο» γυρίστηκε μέσα στη χούντα και απαγορεύτηκε αρχικά, μέχρι που κυκλοφόρησε ξανά με μερικές «κομμένες» σκηνές. Κανονικά κυκλοφόρησε ξανά το ’74, όταν έπεσε το καθεστώς. Μαζί, ίσως, με το «Κιέριον» του Δήμου Θέου, ήταν οι μόνες φανερά «αντιδικτατορικές» ταινίες που μπορώ να σκεφτώ από την εποχή εκείνη.
Όταν είχε βγει η ταινία –το συζητούσαμε αυτό και με τον Θανάση, πριν πεθάνει– είχε περάσει απαρατήρητη. Δεν είχε πάρει κακές κριτικές: Μάλιστα, είχε αρέσει σε ορισμένους σημαντικούς κριτικούς της εποχής, όπως η Ροζίτα Σώκου και ο Νίνος Μικελίδης. Άλλοι, βέβαια, την απέρριψαν, όπως, για παράδειγμα, ο Δανίκας, που είχε γράψει ότι ήταν «Μια ταινία που υμνεί τη χούντα» – πράγμα εντελώς άσχετο με αυτό που θέλαμε να κάνουμε. Τώρα, ύστερα από δεκαετίες, την ανακάλυψαν κάποια site κριτικών κινηματογράφου, κάνοντας μια ανάλυση που αποδεικνύει όχι μόνο ότι ήταν μια «αντιδικτατορική» ταινία, αλλά και μια ταινία που σου δίνει το στίγμα μιας εποχής. Το Pop Eleven, για παράδειγμα, που υπάρχει μέσα στην ταινία, ήταν ένα υπόγειο κατάστημα στη Σκουφά, όπου έβρισκες δίσκους του Φρανκ Ζάπα κι άλλα τέτοια «ψαγμένα». Αυτό μας δείχνει ότι ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Τσεμπερόπουλος είναι πιο εναλλακτικός και τον έλκει η underground ροκ μουσική.
― Ο «Εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο» έχει προφανώς εμπνευστεί τον τίτλο του από τον διάσημο δίσκο των Rolling Stones και είναι αυτό που θα λέγαμε μια «ροκ ταινία». Πώς προέκυψε η ιδέα; Τη σκεφτήκατε μαζί με τον Κώστα Φέρρη, που είχε ήδη σκηνοθετήσει μια σειρά από βραβευμένες ταινίες μέχρι το 1979;
Ο «Εξόριστος» θεωρείται από πολλούς η καλύτερή μου ταινία. Το σενάριο το γράψαμε μαζί με τον Κώστα Φέρρη, με τον οποίο είχαμε πάρα πολύ καλή σχέση από τότε. Εγώ είχα κάνει μόνο το «Μαύρο+Άσπρο», μαζί με τον Ρεντζή, ενώ ο Φέρρης είχε ήδη κάνει μια κωμωδία, το «Μερικές το προτιμούν χακί», τη «Φόνισσα» –για μένα η καλύτερη διασκευή του έργου του Παπαδιαμάντη– και το «Δύο φεγγάρια τον Αύγουστο», που είναι και η αγαπημένη μου ταινία του. Είχα πάει και τον είχα βρει, λοιπόν, σε ένα εστιατόριο όπου συχνάζαμε εκείνη την εποχή οι καλλιτέχνες, το La Minute, σε ένα υπόγειο στη Σκουφά, και με το θράσος της ηλικίας μου τότε (καθώς δεν κάναμε παρέα), του ζήτησα να παίξει στην ταινία μου. Εκείνος έμεινε άναυδος, αλλά δέχτηκε τελικά, υπό τον όρο να δουλέψουμε ξανά μαζί το σενάριο.
Ο «Εξόριστος» ήταν μία κατ’ αρχήν ροκ ταινία. Ο ήρωας που υποδύεται ο Φέρρης είναι ένας απογοητευμένος τύπος, που έχει ζήσει τον Μάη του ’68 και μονολογεί πολλές φορές γι’ αυτό. Από αυτή την άποψη είναι και μια πολιτική ταινία.
― Το «Σουβλίστε τους!», με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «Έτσι θα πάρουμε το κουραδόκαστρο», από τον τίτλο και μόνο σού μένει στο μυαλό, όπως ας πούμε «Ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι». Ποιες ήταν οι πηγές έμπνευσής σας, ειδικά όσον αφορά την συμμορία των περιθωριακών, που υποδύονται ο Δημήτρης Πουλικάκος, η Θέκλα Τσελεπή και ο Κωνσταντίνος Χριστίδης;
Το σενάριο για το «Σουβλίστε τους!» το γράψαμε μαζί με τον Δημήτρη Πουλικάκο, που, εκτός από ευρύτατες γνώσεις επάνω στη ροκ μουσική, θέλω να πω ότι έχει και πολύ χιούμορ. Ο τίτλος και ο υπότιτλος της ταινίας, «Έτσι θα πάρουμε το κουραδόκαστρο», ήταν δική του ιδέα. Ο διανομέας τότε, όταν η ταινία κυκλοφόρησε σε βιντεοκασέτα, είχε δώσει και έναν εναλλακτικό υπότιτλο: «Τρεις κι ο κούκος», που όμως δεν μας άρεσε.
Η ταινία αυτή έμεινε στην ιστορία για πολλούς λόγους, αλλά ειδικά επειδή στο φινάλε οι τρεις (λίγο σαλταρισμένοι) χαρακτήρες, σκαρφαλώνουν στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη στο Πεδίον του Άρεως – κάτι που ήταν δύσκολο να γυριστεί εκείνη την εποχή. Αυτή η σκηνή εντυπωσίασε. Κατά τα άλλα, η ταινία έχει πολλές αναφορές: Οι χαρακτήρες κλέβουν για να ζούνε, χρησιμοποιώντας πολλές φορές και τη βία. Όταν ένας ψυχίατρος απαγάγει την κοπέλα για να τη θεραπεύσει, οι υπόλοιποι μπουκάρουν στην κλινική για να την απελευθερώσουν, τραγουδώντας το «Singin’ in the Rain», όπως στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι». Ακόμα, όμως, και η βία αποδίδεται εδώ με χιούμορ. Είναι, ίσως, η πρώτη φορά που μπαίνει αυτό το στοιχείο του σαρκασμού. Ο «Εξόριστος», για παράδειγμα, είναι μια πιο σοβαρή ταινία. Το «Σουβλίστε τους!» έχει πιο αναρχική και σαρκαστική διάθεση.
— Η «κόντρα» σας με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο πώς ξεκίνησε;
Με έχουν ξαναρωτήσει. Δεν ήταν κόντρα. Μάλιστα, μια μέρα τον συνάντησα τον άνθρωπο στο Σωματείο Σκηνοθετών, λίγο πριν σκοτωθεί. Συναντηθήκαμε κατά τύχη, μπροστά σ’ ένα ασανσέρ, και μου λέει: «Δηλαδή, τώρα θα μπούμε στο ίδιο ασανσέρ;» Αρχίσαμε να γελάμε και οι δύο. Δεν υπήρχε προσωπική κόντρα. Ως άνθρωπο, μάλιστα, τον βρήκα συμπαθέστατο. Απλά, είχα γράψει κάποτε ότι δεν μου αρέσουν οι ταινίες του και το είχα δικαιολογήσει. Ήρεμα, όχι επιθετικά. Εκείνο που είχα πει είναι ότι ήταν «κλεμμένες» –ή τέλος πάντων πολύ επηρεασμένες– από εκείνες του Μίκλος Γιάνσκο, και άλλων εκείνης της εποχής. Δεν μου αρέσει το σινεμά του, ακόμα και τώρα. Απλώς, μετά σταμάτησα να μιλάω, γιατί στεναχωρήθηκα με τον άνθρωπο, που έφυγε τόσο άδικα ενώ έστηνε ένα πλάνο. Πάντως, οφείλουμε να πούμε ότι ήταν ένας από τους λίγους Έλληνες σκηνοθέτες που πίστευε σε ένα στιλ κινηματογράφου –με τεράστια πλάνα– και το τηρούσε. Περίμενε, δηλαδή, τρεις μέρες να βγει ο ήλιος για να ξεκινήσει γυρίσματα. Αυτό είναι υπέρ του, όχι εναντίον του.
― Ίσως ο «Δράκουλας των Εξαρχείων» να είναι κατά το ήμισυ ταινία, ενώ το δεύτερο μισό εξελίσσεται σε συναυλία με τον Τζίμη Πανούση και τις Μουσικές Ταξιαρχίες. Η παρουσία του Κωνσταντίνου Τζούμα, στον ρόλο του «Δράκουλα», σχεδόν παίρνει στους ώμους της όλη την πλοκή και το υποκριτικό βάρος της ταινίας. Πώς προέκυψε η ιδέα;
Ο «Δράκουλας» είναι μια ταινία που έχει κεντρικό θέμα. Φυσικά, έχει μείνει στην ιστορία για τα τραγούδια του Τζίμη Πανούση που ακούγονται σ’ αυτήν, και την παρουσία του Δημήτρη Πουλικάκου που, ως ζόμπι, ερμηνεύει με ευρηματικό τρόπο το «Υπάρχω» του Στέλιου Καζαντζίδη. Η πλοκή της ταινίας, ουσιαστικά, περιστρέφεται γύρω από τον ρόλο του Τζούμα ως «Δράκουλα». Ο Τζούμας ήταν ένας από τους αγαπημένους μου φίλους μέχρι το τέλος. Εξαιρετικός ηθοποιός και πραγματικός διανοούμενος! Ο «Δράκουλας των Εξαρχείων», λοιπόν, τον οποίο υποδύεται με μοναδικό τρόπο, είναι ένας επιστήμονας –ένα είδος Φρανκενστάιν– που προσπαθεί να φτιάξει από πτώματα το τέλειο μουσικό γκρουπ. Ο τίτλος της ταινίας πρέπει να ήταν ιδέα του Τζίμη Πανούση.
― Οι «Τηλεκαννίβαλοι» είναι στην ουσία μια σειρά από σκετς, με ατάκες που έχουν γράψει ιστορία (πρόσφατα ο Δημήτρης Κουτσούμπας αναπαρήγαγε την ατάκα «This is a pipe = Αυτό είναι μια πίπα»). Η ταινία φαίνεται να ασκεί αυστηρή κριτική στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν τα τηλεοπτικά κανάλια τότε και τον ρόλο των media στην κοινωνία γενικότερα. Παραμένει επίκαιρη σήμερα, σχεδόν 40 χρόνια μετά;
Όταν κυκλοφόρησαν οι «Τηλεκαννίβαλοι», από την Σπέντζος Φιλμ, έγινε ένα μικρό «μπαμ». Πήγε πολύ καλά από πλευράς εισιτηρίων –με τα δεδομένα της εποχής, όχι με τα σημερινά– και είχε πολύ ωραίο καστ. Το χιούμορ της «ξένισε» αρχικά, αλλά μετά συζητήθηκε και κάποιες από τις ατάκες, όπως αυτή που αναφέρατε, έχουν μείνει μέχρι και σήμερα. Ουσιαστικά, σατιρίζαμε την ΕΡΤ, που τότε άλλαζε διευθυντές κάθε βδομάδα. Έτυχε η ταινία να έχει κοινή θεματολογία με το «BIOS + πολιτεία», του Νίκου Περάκη, που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, και που για μένα είναι η καλύτερή του ταινία. Στους «Τηλεκαννίβαλους», ο χαρακτήρας του Πουλικάκου μπαίνει ένα βράδυ να κλέψει και κοιμάται σε μια καρέκλα, οπότε το πρωί τον περνάνε για τον νέο Γενικό Διευθυντή. Για να είμαι δίκαιος, η ΕΡΤ σήμερα είναι πολύ καλύτερη απ’ ό,τι ήταν τότε. Μάλιστα, εγώ που δεν βλέπω πολύ τηλεόραση, παρακολουθώ σίριαλ της ΕΡΤ.
― Πολύ πριν από το «Safe Sex» των Ρέππα-Παπαθανασίου, γυρίσατε το «Γυναίκες δηλητήριο». Αν και το σενάριο είναι αρκετά διαφορετικό, φαίνεται πως το σινεμά αυτό, με επιρροές από τον Πέδρο Αλμοδόβαρ, έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές στην Ελλάδα μέσα στην ίδια και την επόμενη δεκαετία («Θηλυκή εταιρεία», «Safe Sex», «Η διακριτική γοητεία των αρσενικών», «Ο καλύτερός μου φίλος» κ.λπ.). Αναγνωρίστηκε αρκετά, κατά τη γνώμη σας, ως η πρώτη του είδους της;
Σε πολλούς θύμισε Αλμοδόβαρ και συμφωνώ πως υπήρχαν επιρροές. Κάποιοι αναγνώρισαν τις «Γυναίκες δηλητήριο» ως την πρώτη του είδους της, κάποιοι άλλοι όχι. Συζητήθηκε, ωστόσο, αρκετά το γεγονός ότι εισήγαγε ένα νέο είδος χιούμορ στον ελληνικό κινηματογράφο. Το σενάριο της ταινίας ήταν του Χάρη Ρώμα και της Άννας Χατζησοφιά, με κάποιες δικές μου ιδέες που προστέθηκαν στην πορεία. Θεωρείται η καλύτερή μου ταινία, εμπορικά μιλώντας. Είναι, άλλωστε η πιο νορμάλ, όσον αφορά το σενάριο. Για μένα είναι μια καλοστημένη κωμωδία, με εξαιρετικούς ηθοποιούς: Τον Ηλία Λογοθέτη, τον Σπύρο Παπαδόπουλο, τη Νάντια Μουρούζη, τον Κώστα Ρηγόπουλο, τον Βλάση Μπονάτσο κ.ά.
―Το 1995 γυρίσατε την ταινία «Σαπουνόπετρα: Το χρήμα στο λαιμό σας», σε σενάριο Ανδρέα Μαριανού, Δημήτρη Πουλικάκου και Μάρκου Σεφερλή. Το χιούμορ της ταινίας αυτής σήμερα θα καταδικαζόταν ως «politically incorrect». Έχει αλλάξει τόσο πολύ ο κόσμος, ή απλά είμαστε λιγότερο ειλικρινείς σήμερα;
Το σενάριο της ταινίας ήταν γραμμένο από τον Μάρκο Σεφερλή, όμως τότε το χιούμορ του ήταν λιγάκι διαφορετικό – πιο σουρεαλιστικό. Νομίζω πως τελικά είμαστε λιγότερο ειλικρινείς σήμερα. Όταν κυκλοφόρησε η ταινία, οι νέοι διασκέδασαν πολύ με το χιούμορ της. Έχει, για παράδειγμα, μια σκηνή με τον Άλκη Παναγιωτίδη, που ο χαρακτήρας του είναι τόσο εγωιστής, που παίζει τένις μόνος του – για να καταλάβεις το είδος του χιούμορ που διαθέτει.
― Η τελευταία σας ταινία που έχει αποκτήσει αυτό που θα λέγαμε «καλτ φήμη» είναι το «Βίτσια γυναικών», όπου ο Βλάσσης Μπονάτσος, σε μια σπάνια κινηματογραφική στιγμή του, υποδύεται τον ομοφυλόφιλο. Πώς γυρίστηκε η ταινία και πώς πήγε εμπορικά;
Η ταινία αυτή δεν πήγε καθόλου καλά τότε. Πιθανώς να γνώρισε μια δεύτερη «ζωή» αργότερα, όμως τα δικαιώματα δεν τα έχω εγώ σήμερα, αλλά ο παραγωγός της, ο Βασίλης Αλατάς. Δεν την απαρνούμαι. Είχε εξαιρετικές ερμηνείες, από τον Μιχάλη Ιατρόπουλο, για παράδειγμα, που τον απαγάγουν και τον βασανίζουν οι γυναίκες. Επίσης, ο Βλάσσης παίζει πολύ ωραία τον ομοφυλόφιλο, χωρίς να κοροϊδεύει. Μάλιστα παίζει έως και τρυφερά. Ήταν μια πάρα πολύ φτηνή ταινία και οι περισσότεροι δούλεψαν χωρίς λεφτά. Σήμερα δεν νοείται κάτι τέτοιο, όμως τότε ακόμα γινόταν.
― Τι κάνετε αυτή την εποχή; Μετά το «Λύσσα κακιά» (2015) φαίνεται να έχετε πάρει μια σχετική απόσταση από τον κινηματογράφο. Πρόκειται για μια προσωπική απόφαση, ή απλά δεν έχει προκύψει κάτι ενδιαφέρον τελευταία;
Η «Λύσσα κακιά» δεν είναι μια ιδιαίτερα καλή ταινία μου. Θέλησα να κάνω μια ανάλαφρη ταινία για το πώς ζουν σήμερα τα παιδιά που σπουδάζουν για να γίνουν ηθοποιοί. Δεν βγήκε ακριβώς όπως την είχα στο μυαλό μου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει καμία απολύτως αξία ή ότι την απαρνούμαι. Μετά από αυτήν την ταινία έκανα ένα τεράστιο διάλειμμα. Υπήρξαν σενάρια κατά καιρούς. Ένα από αυτά είχε τον τίτλο: «Θα σας δω όλους στην κηδεία μου». Αυτό το έγραψε ο Γιώργος Χειμωνάς μαζί με τον Πάνο Κοκκίδη. Το δώσαμε στο Κέντρο Κινηματογράφου, αλλά απερρίφθη ως «κακό», περισσότερο εξαιτίας συγκεκριμένων προσώπων και προσωπικών αντιπαθειών εκείνη την εποχή, παρά λόγω της ποιότητάς του. Τελικά το ξαναγράψαμε και περιμένω απάντηση εδώ και πολύ καιρό. Εμείς που δεν έχουμε την εμπορικότητα και την αναγνωσιμότητα του Γιώργου Λάνθιμου, για παράδειγμα, δεν μπορούμε να κάνουμε ταινία χωρίς την υποστήριξη του Κέντρου Κινηματογράφου ή χωρίς συγκεκριμένους δυνατούς παραγωγούς.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η πρώτη προσέγγιση έγινε μετά την τεράστια επιτυχία του «Jaws» το 1975
Πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες στις 9 Ιουλίου
Ο πιο καλτ Έλληνας σκηνοθέτης μιλάει στην ATHENS VOICE σε μια πλούσια αναδρομή στην καριέρα του
Η νέα ταινία εστιάζει στις αποκαλύψεις - Με τον Τζέρεμι Στρονγκ στον ρόλο του Μαρκ Ζάκερμπεργκ
Η προτίμηση του έχει... ονοματεπώνυμο
Ενισχύει τον ελληνικό κινηματογράφο μέσω του προγράμματος 1,5% - Οι ταινίες που εγκρίθηκαν
Ο ηθοποιός θα παρουσιάσει «Το Βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου όπου πρωταγωνιστεί
Η Νικόλ Κίντμαν σ' έναν ρόλο ζωής
Αυτό που στην αρχή μοιάζει σαν μια ενδιαφέρουσα μελέτη πάνω στο μεταφυσικό μεταμφιέζεται σε ένα μεγαλόσχημο και φλύαρο θρησκευτικό θρίλερ
Η παράσταση της Έμιλι Μπλαντ είναι ίσως το μεγαλύτερο ατού της ταινίας.
Μια μελετημένη διασκευή μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, με οξυδέρκεια που εντυπωσιάζει.
Η γοητεία του τσιγάρου στην οθόνη δεν είναι χημική αλλά τελετουργική
Ο ηθοποιός θέλει να καταγράψει την πορεία της θεραπείας του για να ευαισθητοποιήσει το κοινό
Ο Βρετανός ηθοποιός εξηγεί γιατί το κοινό δεν είναι έτοιμο για έναν μαύρο πράκτορα 007
Η νέα animated επιτυχία των Universal-Nintendo σαρώνει στα ταμεία παγκοσμίως
Ταινίες είδους από το δεύτερο μισό τού 20ού αιώνα, που άλλαξαν τους κανόνες του genre τους και προβάλλονται ακόμα με πάθος, παντού
Από τις πρώτες υπαίθριες προβολές στις αρχές του 20ού αιώνα έως τη χρυσή εποχή των θερινών σινεμά, η διαδρομή ενός αθηναϊκού συμβόλου.
Ανακοινώθηκαν οι προεγκρίσεις και εγκρίσεις για το πρόγραμμα «Πρώτη Ταινία»
Ο διάσημος σκηνοθέτης επιστρέφει στο αγαπημένο του θέμα με τη νέα ταινία επιστημονικής φαντασίας «Disclosure Day»
Ο κορυφαίος σκηνοθέτης εκφράζει την απογοήτευσή του για το επίπεδο των νέων ταινιών
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.