Ο άνθρωπος που εφηύρε το νέο κόκκινο και αποθέωσε την απόλυτη ομορφιά
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
12°
Μίλτος Γκολέμας: «Είναι ωραία να γουστάρεις το έργο την ώρα που το δουλεύεις»
Τα μαγευτικά Οροπέδια του καταξιωμένου ζωγράφου, κόσμοι ζωντανοί, χρωματιστοί, γεμάτοι βουητά και βουίσματα, θα εκτεθούν στις 22 Ιανουαρίου στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη
Ένας ορίζοντας μακρινός, να φεύγει το μάτι προς τον ουρανό, το ζωντανό επέκεινα. Ένας ορίζοντας-παράθυρο, να τον κοιτάς και να ονειρεύεσαι, να δίνει νόημα στο τώρα και στο γύρω σου, να σου υπόσχεται πως, όποτε θελήσεις, μπορείς να φύγεις και να κατακτήσεις τον κόσμο. Και από κάτω, τα σπαρτά, τα λουλούδια, τα μονοπάτια, τα ποτιστικά· ένα κορίτσι κι ένα δέντρο· ευτυχισμένες κατσίκες που βοσκούν μες στο κίτρινο: ένας κόσμος ζωντανός, γεμάτος βουητά και βουίσματα, μια υπόκωφη συμφωνία της φύσης σε μπάσες κι υψηλές συχνότητες να συνοδεύει, σαν χαλί, το αιώνιο τώρα.
Έξι-επτά καμβάδες 1,80x2 με 2,25 μέχρι 2,40. Δύο-τρία έργα μεσαίου μεγέθους κι ελάχιστα μικρά: η νέα σοδειά του σπουδαίου ζωγράφου Μίλτου Γκολέμα στην έκθεση «Οροπέδια» στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Ακόμα και οι καταιγίδες του μοιάζουν διαχειρίσιμες, σαν μέσα απ’ το βλέμμα ενός παιδιού που νιώθει ασφαλές στο καταφύγιό του. Η κάψα του κίτρινου καλοκαιριού, τα πράσινα του φθινοπώρου και του χειμώνα, η ανθοφορία της άνοιξης: όλα εικόνες μιας ιδεατής συνθήκης αθωότητας.
Ο Μίλτος Γκολέμας μιλάει για τη ζωή του με αφορμή την έκθεση «Οροπέδια» στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη
Ο Μίλτος Γκολέμας ζωγράφιζε από πολύ μικρός· προτιμούσε να σχεδιάζει παρά να εξηγεί με λόγια. Ίσως να φταίνε και τα εικονογραφημένα βιβλία που χάζευε για ώρες ως παιδί, ίσως το γεγονός ότι οι συγκρατούμενες της μητέρας του, με τις οποίες πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, του έδειχναν έμπρακτα την αγάπη τους με αγκαλιές και ζωγραφιές (η ιστορία των γονιών του, πολιτικών κρατουμένων, έχει γίνει ταινία από τον Παντελή Βούλγαρη: τα περίφημα «Πέτρινα χρόνια»). Στη Δ’ δημοτικού ανακάλυψε ότι έπιανε το χέρι του: ζωγράφισε τον διπλανό του μ’ ένα στιλό Bic και εξεπλάγη κι ο ίδιος με το αποτέλεσμα. Μετά από χρόνια ο πατέρας του τον προέτρεψε να δώσει εξετάσεις για τη Σχολή Καλών Τεχνών και, έπειτα από κάποιες μικρές λοξοδρομήσεις, τα κατάφερε.
«Τότε άρχισα να ψυλλιάζομαι τι πραγματικά είναι η ζωγραφική», μου λέει στο εργαστήρι του, στο Μαρούσι, με όλους αυτούς τους υπέροχους καμβάδες στερεωμένους στον τοίχο, να περιμένει το λάδι να στεγνώσει για να τους προχωρήσει. «Καταρχάς, υπήρχε συναναστροφή με τους συμφοιτητές μου στα ανοιχτά εργαστήρια όπου δουλεύαμε – κοιτούσαμε και βελτιώναμε ο ένας τη δουλειά του άλλου. Μετά, ο δάσκαλός μου, Παναγιώτης Τέτσης, με την ανελλιπή παρουσία του, μου έμαθε την αυτοπειθαρχία. Απαιτούσε να δουλεύεις καθημερινά στο εργαστήριο. Ο Τέτσης εξάσκησε το μάτι μου στο να ξεχωρίζω τι είναι ζωγραφική, στο πώς ν’ αναγνωρίζω ενστικτωδώς ένα καλό έργο από ένα μέτριο. Ήταν λακωνικός και δεν έκανε μεγάλες αναλύσεις: σου έλεγε απλώς “αυτό είναι καλό, κράτησέ το· αυτό είναι άσχημο, πέταξέ το”».
Αποφάσισε ότι η ζωγραφική είναι η διαδικασία: η πορεία από το λευκό καμβά στο ολοκληρωμένο έργο. Η πράξη της δημιουργίας, η αναμέτρηση με τους κολοσσούς της τέχνης, η προσπάθεια να καταλάβεις τι έχεις στα χέρια σου και πώς μπορείς να το κάνεις καλύτερο, να το μετουσιώσεις σε συναίσθημα, όπως έκαναν κι εκείνοι. Η πάλη να φτάσεις στην ουσία των πραγμάτων και να τη μοιραστείς με άλλους. Πριν τα ζωηρά λιβάδια, ο Γκολέμας αγάπησε τα ηλιοτρόπια. Και πριν από αυτά τα οργωμένα χώματα, τους ξυλότυπους των οικοδομών, τις δεξαμενές, τη σκουριά: κάθε αγάπη και μια έκθεση στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη, 20 χρόνια τώρα.
«Η οικογένειά μου ήταν πολιτικοποιημένη, η ζωή μας ήταν φορτισμένη από τους αγώνες του Πολυτεχνείου, την πτώση της χούντας, τους αγώνες της εργατικής τάξης. Με έπαιρναν οι γονείς μου μαζί στα γραφεία κι έβλεπα επαναστατικές, φοιτητικές, εργατικές αφίσες. Πιθανόν από εκεί να έχω αντλήσει τα θέματά μου: τις δεξαμενές, τις οικοδομές. Μου άρεσαν οι βιομηχανικοί χώροι και τα αγροτικά τοπία, γιατί εκεί μεγάλωσα, με τα τρακτέρ να είναι τα παιδικά μας παιχνίδια. Μου άρεσε που παλιά στην Αθήνα οι οικοδομές ήταν ακάλυπτες, φώναζαν οι εργάτες, σφύριζαν στα κορίτσια, ακουγόταν ο ήχος των σφυριών, γινόταν χαμός.
Επίσης μου άρεσε πάντα το αποτύπωμα της φθοράς στους βιωμένους χώρους. Οι ταλαιπωρημένοι χώροι. Οι χώροι που μαρτυρούν ζωή. Και μετά, πάλι στις οικοδομές, δούλευαν άνθρωποι απλοί που έφτιαχναν όλον αυτόν τον υπέροχο, περίτεχνο ξυλότυπο, τα καλούπια, που είναι σαν σύγχρονο έργο τέχνης. Οι εργάτες δεν το κατανοούν αυτό εκείνη την ώρα, ακολουθούν τα σχέδια. Ύστερα πέφτουν τα μπετά, τα καλούπια αφαιρούνται, πετιούνται, καταστρέφονται. Εμένα με συγκλόνισε η εφήμερη αυτή μαγεία, γι’ αυτό ζωγράφισα τόσες οικοδομές».
Πάντα του άρεσαν οι δουλειές που γίνονται με τα χέρια. «Θεωρώ τον εαυτό μου χειρώνακτα», λέει χαμογελώντας. Και συμπληρώνει: «θα μπορούσα να ήμουν αγρότης ή γεωπόνος, ας πούμε». Ίσως και να είχε γίνει, αν είχε παραμείνει στο χωριό όπου έζησε από τα τρεισήμισι ως τα εξίμισι του χρόνια. «Φτωχικό χωριό, άνθρωποι φτωχοί· μόλις είχε έρθει το ρεύμα. Τα σπίτια ήταν πέτρινα, φθαρμένα, κάποια καμένα από τους Γερμανούς. Χώμα παντού. Όμως για μένα όλη αυτή η εικόνα δεν είχε καμία αρνητική αίσθηση: ήταν απλώς η ζωή μου. Δεν φοβόμουν μη λερωθώ. Υπήρχε ελευθερία και παιχνίδι εκεί». Το χωριό αυτό, τα σπαρτά του, οι πεδιάδες του, το οροπέδιό του, τα γύρω του βουνά επιστρέφουν στη δουλειά του. Έτσι και τώρα: ο αέρας που γλυκοφυλάει τα χορτάρια, τα ποτιστικά που ξεδιψούν τα σπαρτά, τα πουλιά που σπαθίζουν τον αέρα. Κι ο ορίζοντας, ο γλυκός κι απόμακρος ορίζοντας που κλείνει το προσκήνιο στην ασφαλή αγκαλιά του.
«Όλα ξεκίνησαν από τον ορίζοντα. Αυτόν ήθελα να αποτυπώσω πρώτα. Ο ορίζοντας λειτουργεί σαν όριο, σαν παράθυρο για να ονειρεύεσαι. Μου αρέσει να ονειρεύομαι, να φεύγω νοερά, να παίρνω ανάσες. Αλλά μου αρέσει κι η απομόνωση. Στο εργαστήριό μου μπορώ να κάτσω από το πρωί μέχρι το βράδυ. Το οροπέδιο λειτουργεί σαν το δωμάτιό μου. Δίνει ζωή στο κάτω μέρος του πίνακα, στα δέντρα, τα ηλιοτρόπια, τα γίδια, τα ποτιστικά, που χωρίς αυτό μπορεί και να ήταν αδιάφορα».
Κάνω ένα βήμα πιο κοντά και παρατηρώ τα σημάδια από τις σπάτουλες, τα απείρως λεπτά σταξίματα της μπογιάς, το πώς ο Γκολέμας χτίζει εντυπωσιακά την ψευδαίσθηση της κίνησης και του βουίσματος της φύσης με το ιμπάστο. Τον ρωτάω γι’ αυτήν την τεχνική. «Υπάρχει συγκεκριμένη τεχνική, αυτές οι απειροελάχιστες ίνες αποτυπώνουν τους βλαστούς και προστίθενται η μία πάνω στην άλλη, δίνοντας πάχος και ζωή στο έργο. Όλα αυτά τα είχα ξεκινήσει από παλιά βεβαίως, από τις δεξαμενές ακόμα· έχει πολλά επεισόδια πίσω της αυτή η τεχνική», μου λέει και χαμογελά. «Αλλά ας πούμε ότι οι βλαστοί ήταν ένα τυχαίο γεγονός στην παλέτα: παίζοντας με τη σπάτουλα, είδα κάποιες ίνες να προσγειώνονται στον καμβά κι ήθελα να δοκιμάσω τι μπορώ να κάνω με αυτές.
»Πάντα με ενδιέφερε η υφή των έργων, να μην είναι ο καμβάς επίπεδος, να έχει ζωή και παλμό πάνω του. Κι έτσι, από ένα τυχαίο γεγονός, εξελίσσοντάς το, ξοδεύοντας πάρα πολύ χρόνο, χρησιμοποιώντας διαφορετικά διαλυτικά, το καθένα με άλλη πυκνότητα, προχωρούσα. Έφτανα σε αδιέξοδο και ξανάρχιζα από την αρχή. Έκανα μικρά σχέδια, σαν εισπνοές, πειράματα τεχνικής, για να μάθω πώς μπορώ να επιλύσω την εξίσωση της σύνθεσης: πόσο βαριές πρέπει να είναι οι γραμμές, πόσο περισσότερο μπορούν να λεπτύνουν, μέχρι που έγιναν ίνες σχεδόν ανεπαίσθητες. Και τελικά, μετά από πολλή δουλειά, έφτασα σε ένα επίπεδο να μπορώ να ελέγχω πλήρως την μπογιά και να μην είναι διόλου τυχαίο το αποτέλεσμα».
Με προτρέπει να αγγίξω την επιφάνεια των πινάκων, αυτή την τραχιά, παχιά και λεπτή συνάμα υφή, που έχει σφυγμό σαν να βγαίνει από την ίδια τη ζωή. Πόσο τυχερή νιώθω! Κανείς άλλος επισκέπτης στην έκθεση δεν θα μπορεί ν’ αγγίξει τα παιχνίδια που κάνει ο Μίλτος με το ιμπάστο. Τον βλέπω που χαμογελά· χαϊδεύει κι ο ίδιος τον ανάγλυφο καμβά.
«Είναι ωραία να γουστάρεις το έργο την ώρα που το δουλεύεις», λέει αφοπλιστικά. «Πρέπει να σου αρέσει η διαδικασία, να ζεις για τη διαδικασία, ακόμα κι αν δεν μπορείς να δεις καθαρά το τελικό αποτέλεσμα, αφού στην πορεία αυτό αλλάζει διαρκώς, αποκτώντας ολοένα και νέα επίπεδα. Εγώ ξεκινώ σαν να θέτω ένα πρόβλημα που χρειάζεται λύση, όμως η λύση ποτέ δεν είναι εντέλει αυτό που νόμιζα. Ζωγραφίζω και ψάχνω, χωρίς να ξέρω τι ακριβώς, φτάνει να βρω κάτι που να με ευχαριστεί. Ή μάλλον, ψάχνω τη διαδικασία του οράματος, δηλαδή τον τρόπο μέσα από τον οποίο μπορώ να πραγματοποιήσω το όραμα που έχω. Είναι μια πορεία προς την ανακάλυψη, εντελώς προσωπική. Αυτό το παιχνίδι, αυτή η διαδικασία είναι που έχει νόημα για μένα».
Κι έχει γενικούς, έστω, κανόνες αυτό το παιχνίδι; «Σκοπός του παιχνιδιού είναι να φτάσεις να κρατήσεις μόνο τα στοιχειώδη, τα βασικά. Το αποτέλεσμα να αναδίδει τον παλμό του χωραφιού, παραδείγματος χάρη. Είναι μια αφαίρεση διά της προσθέσεως, μέχρι να πετύχω την αίσθηση του χωραφιού. Κοιτώ να αφαιρέσω τα περιττά και να αφήσω όσο πιο λίγα πράγματα μπορώ, που να αποτυπώνουν, όμως, την ουσία του τοπίου. Στο τέλος μπορεί να χρειαστεί να “διαλύσω” κι ολόκληρη τη σύνθεση ώστε να έρθουν τα πράγματα σε μια αρμονία, σε μια πληρότητα που θα την καταλάβω ενστικτωδώς. Μπορεί μια σύνθεση να χάσει εντελώς την αρχική μορφή της, να “ανοίξει” και να διαλυθεί. Δεν με τρομάζει η καταστροφή• από την καταστροφή βγαίνει κάτι νέο».
Την ώρα εκείνη που προσπαθεί, δουλεύοντας, να «διαλύσει», να «ανοίξει», να αποκρυπτογραφήσει έναν πίνακα, «να τον φτάσω όσο πιο κοντά γίνεται σε μένα», αισθάνεται περίφημα. Ομολογεί πως νιώθει ότι κάθε πίνακας είναι μια αυτοπροσωπογραφία. «Πώς βλέπεις κάποια έργα και τα αναγνωρίζεις, σαν να ήταν η μυρωδιά του ζωγράφου; Αυτό θέλω να είναι και οι πίνακές μου: εγώ. Δεν το λέω ναρκισσιστικά. Εννοώ πώς όταν παλεύω με μια σύνθεση, με την μπογιά, με την πινελιά, με την ισορροπία, κι ενστικτωδώς νιώθω ότι έχω πια καταφέρει να αποτυπώσω τον παλμό των πραγμάτων, είναι σαν να νιώθω ότι είμαι εγώ αυτό που έφτιαξα. Τότε καταλαβαίνω ότι τελείωσε ένα έργο».
Ως απλή θεατής, εγώ που δεν μπορώ να βιώσω το έργο ως μέρος του ίδιου του Μίλτου Γκολέμα, μπορώ τουλάχιστον να νιώσω ενστικτωδώς ότι είναι έργο του Γκολέμα (ναι, με αυτή τη χαρακτηριστική του «ζωγραφική μυρωδιά», ας την πούμε). Και σκέφτομαι πως, αν κάποτε έβλεπα –αδαώς– λίγο από τα σκοροφαγωμένα ερείπια και τα σκοτεινά λιβάδια του Άνσελμ Κίφερ στα έργα του, τώρα οι οργιαστικές αυτές καταστάσεις της φύσης που αποτυπώνει ο Μίλτος μού φέρνουν στον νου τα νούφαρα του Μονέ: όχι, φυσικά, για την απουσία εστίασης και προοπτικής (που ήταν η τεχνική του Μονέ για ν’ αποτυπώσει τις φευγαλέες εντυπώσεις του υγρού τοπίου), μα ακριβώς για την ίδια καθηλωτική αίσθηση αγνής, αδιαμεσολάβητης εμπειρίας που προσφέρουν. Τι μαγευτικό οροπέδιο!
Μίλτος Γκολέμας, «Οροπέδιο» | Επιμέλεια: Χριστόφορος Μαρίνος | Γκαλερί Ζουμπουλάκη | Εγκαίνια: Πέμπτη 22/1, 18:00 με 21:00 | Διάρκεια έως 21/2
Δειτε περισσοτερα
Ο γνωστός εικαστικός μας μίλησε για τη ζωή του, με αφορμή τη νέα ατομική έκθεσή του «Οροπέδια»
Όταν ένα χωριό διακοσίων κατοίκων γίνεται πολιτιστικός προορισμός
Από το Παγκράτι στο παγκόσμιο σινεμά και τη διεθνή αναγνώριση
Μια θρυλική πορεία 60 και πλέον ετών στην αρχιτεκτονική, που συνεχίζει να εξελίσσεται σήμερα στο γραφείο Vikelas Architects με τον γιο του, Αλέξη Βικέλα
Μια προσωπική συζήτηση μακριά από την επικαιρότητα για το οικονομικό-πολιτικό σκηνικό της μεταπολεμικής Ελλάδας και το αύριο της χώρας. Αφορμή το νέο του βιβλίο, «Ελλάδα 1953-2024 - Χρόνος και Πολιτική Οικονομία».