Design & Αρχιτεκτονικη

Home Cooking

Η Μανίνα Ζουμπουλάκη βάζει το γλυκό στο φούρνο

Μανίνα Ζουμπουλάκη
Μανίνα Ζουμπουλάκη
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
11044-35423.gif

Στο πιο σκοτεινό κομμάτι του χειμώνα, κανένας δεν είναι τόσο Ούφο ώστε να αρχίσει δίαιτα π.χ., ούτε καν να προσέχει τι τρώει. Αντίθετα, η διάθεση «θα τα χάσω την άνοιξη» συμπληρώνει την τσιριποπό και ελαφρώς γιορταστική διάθεση «ας μαγειρέψουμε παρέα, ή μόνοι έστω». 

Αν υπήρχαν αρωματικά με εσάνς φαγητών, θα τα άπλωνα  τοίχο-τοίχο στο σπίτι τους χειμωνιάτικους μήνες: κέικ σοκολάτας, κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο, ψητό γουρουνόπουλο (με πετσούλα), γιουβέτσι, φασολάδα, φοντί, τάρτα λαχανικών, τυρόπιττα, μηλόπιττα, κεφτεδάκια, οποιοδήποτε φαγητό παραπέμπει σε γιαγιά/παππού (ή μαμά/μπαμπά) μοσχοβολάει υπέροχα. Δηλαδή μυρίζει υπέροχα κι όταν το πετυχαίνεις σε εστιατόριο, απλώς στο σπίτι παίρνει άλλες διαστάσεις. Σημαίνει ότι κάποιος ενδιαφέρεται, κάποιος νοιάζεται τόσο ώστε να μαζέψει τα υλικά, να τα πλύνει, να τα ψιλοκόψει, να τα παντρέψει και να τα βάλει στο φούρνο ή στον τέντζερη…

Αν το σκεφτείτε καλά η ευωδιά του ψητού που σε αρπάζει από τη μύτη μόλις μπαίνεις σε κάποιο σπίτι, αυτό ακριβώς δείχνει την ενεργό παρουσία οικοδέσποινας/οικοδεσπότη. Ο κάποιος που μαγείρεψε έχει αναλάβει οικειοθελώς το ρόλο του «φροντιστή» χωρίς διαμαρτυρίες (οι άνθρωποι που μαγειρεύουν σπάνια γκρινιάζουν γιατί τη βρίσκουν, γκλάνκα-γκλάνκα, με τα τεντζερέδια τους). Ο κάποιος, και πάλι, έχει πιάσει ένα κενό στην όχι πάντα δημοφιλή θέση του caretaker, της μαμάς, γιαγιάς, πεθεράς, τελοσπάντων του Βασιλιά της Κουζίνας. Στην Ελλάδα ο ρόλος είναι της γιαγιάς ή της μαμάς. Τον έχεις δηλαδή άπαξ κι αποκτήσεις ένα κουτσούβελο. Κανένας δεν πρόκειται να τον διεκδικήσει, και κάθε χειμώνα μπορείς να τον κάνεις λάστιχο (το ρόλο, λέμε).

Από Νοέμβρη ως Απρίλιο περίπου, στοκάρω την κουζίνα με αλεύρι τουλάχιστον τριών ειδών (άσπρο, ολικής, καλαμπόκι). Ζάχαρη σε άλλες τόσες εκδοχές (άσπρη, μαύρη, καστανή. Υπάρχει και ξανθή, αλλά ας μη σκοτώνομαι). Ζυμαρικά, από φρέσκα μέχρι θεόκουλα, όσπρια κάθε είδους, πέντε διαφορετικά ρύζια, κι ας μην τρώω ρύζι παρά μόνο σε σπανακόρυζο. Σε περίπτωση που εμφανιστεί ο Γκόρντον Ράμσεϊ και θέλει να φιλέψει δώδεκα πεινασμένους Σκοτσέζους (τζαμπουίτες), θα βρει όλα τα απαραίτητα υλικά για να φτιάξει παπάδες ή έστω πάστορες. Έχω κάπαρη, καλαμπόκι, σάλτσες, πέστο, κουκουνάρια, καρύδια, σταφίδες, όλα τα μπαχαρικά του Τρίτου Κόσμου, κουβερτούρα, οκτώ διαφορετικά λάδια, πέντε διαφορετικά ξύδια, τρία αλάτια, αμέτρητα πιπέρια και πάρα πολλά ληγμένα μπουκαλάκια/βαζάκια/σακουλάκια που τα φυλάω μέχρι την άνοιξη, για περίπτωση λιμού. Κι αν με κόψει ξαφνικά λιγούρα για βιολογική σούπα πράσου με φοινικέλαιο; Για νουντλς πεκινουά; Για παραδοσιακή φανουρόπιτα της λεσβίας, για ταγιατέλες με τακούνια, για ριζότο με ελιά και κότσο βασιλιά, για αποξηραμένα μανιτάρια του βουνού και του λόγγου; Αν μου ’ρθει σφοδρή επιθυμία να φάω κάτι παπαροειδές στις 12 τη νύχτα, και δεν έχω τα υλικά να το φτιάξω; Δεν θα ’ναι κρίμα;

Στην πραγματικότητα τα μόνα πράγματα που ψοφάω να μασουλήσω μέσα στα άγρια μεσάνυχτα είναι τσιπς, σοκολατάκια ή στην ανάγκη, κουβερτούρα ζαχαροπλαστικής. Κι αν έχω τσιγαριστεί δύο ώρες πάνω από την κουζίνα μαγειρεύοντας κάποιο αριστούργημα, επειδή το ’χω «δοκιμάσει» εκατό φορές, όταν πια είναι έτοιμο δεν έχω καμιά όρεξη να το φάω. Ενώ μαγειρεύω «για μένα» τους χειμωνιάτικους μήνες, δεν μαγειρεύω για να στρωθώ μετά σαν τον Οβελίξ να τα χλαπακιάσω: μαγειρεύω για την οικογένεια, για παιδιά, σκυλιά, άντρες, γυναίκες και φίλους. Τα ελαφριά καλοκαιρινά φαγητά (μπριάμι, φασολάκια λαδερά κ.λπ.) δίνουν τη θέση τους από τον Δεκέμβρη σε ταψιά-στούκας, σε πράγματα που μαγειρεύονται γιαχνί, όλα μαζί στο φούρνο, ή σε μεγάλη κατσαρόλα απ’ αυτές με το βαρύ πάτο. Συνήθως ενώ κάτι βράζει στο τσουκάλι, κάτι άλλο ψήνεται στο φούρνο – ακόμα κι αν είναι κατεψυγμένη τυρόπιτα π.χ., ή κρουασανάκια-ρολό.

Εδώ ακριβώς είναι το κλειδί της ιστορίας, μια και δεν είμαι όχι Domestic Goddess, όχι Βέφα, ούτε καν γνωστή τους. Πολλές φορές δεν με ενδιαφέρει το αποτέλεσμα ή αν θα βρεθεί κάποιος να φάει αυτό το οποίο φιλοτέχνησα (που πάντα βρίσκεται ένας τουλάχιστον λιμάρης). Αυτό που μετράει είναι η ζεστή ιδρωμένη κουζίνα που μοσχοβολάει κανέλα, καραμέλα λίγο αρπαγμένη, ψητό, γιουβαρλάκι ή σουτζουκάκι στο φούρνο. Η μυρωδιά ξεφεύγει από την κουζίνα σ’ όλο το σπίτι και είναι πολύ οικογενειακή, πολύ «καλωσορίσατε», πολύ διαφορετική από τα στάνταρ αρωματικά χώρου… και δείχνει ότι ο «φροντιστής», ή η μαμά έστω, είναι σπίτι. Με την ποδιά και το γάντι κουζίνας στο χέρι, έτοιμη να σε ταΐσει, κάτι που μπορεί να μη σε ξετρελάνει με την γκουρμεδιά του, θα σου δείξει ωστόσο (πόσο μελό ακούγεται…) αγάπη. Ιιιιιχ. Ανατριχιάζω μόνο που το σκέφτομαι, και πάω να φτιάξω ένα ραβανί μάνι-μάνι, όσο κρατάει ακόμα ο χειμώνας…

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ