Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα
Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα
Life in Athens

Open House Athens 2026: Επισκεφθήκαμε μερικά από τα εμβληματικά κτίρια της Αθήνας

Η Αθήνα μετατράπηκε σε ένα μεγάλο μουσείο, με εκθέματα τα ίδια της τα κτίρια και την αρχιτεκτονική της
125052-280643.jpg
Έλενα Ντάκουλα
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Open House Athens 2026: Επισκεφθήκαμε τα Κτίρια Αlpha Bank, το Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος, το Κέντρο Πολιτισμού Εκκλησίας της Ελλάδος, την Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, την Prodea Investments, το Μερόπειον Venue Space και το Korver Fiber Arts Studio

Για ακόμη μία χρονιά, ο δημοφιλής διεθνής αρχιτεκτονικός θεσμός Open House, που ξεκίνησε στο Λονδίνο το 1992 και διαρκώς αποκτά όλο και περισσότερους φίλους, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στις 4 και 5 Απριλίου, μετατρέποντας την πόλη σ’ ένα απέραντο μουσείο, με εκθέματα τα ίδια της τα κτίρια.

Παράλληλα, μέσα από τη δράση MADE in Athens, αναδείχθηκε η δημιουργική πλευρά της πόλης, με ξεναγήσεις σε χώρους παραγωγής και καλλιτεχνικής έκφρασης και με την άμεση επαφή του κοινού με καταξιωμένους αλλά και ανερχόμενους δημιουργούς.

Επισκεφθήκαμε ορισμένα από τα κτίρια και ένα εργαστήριο, τα φωτογραφίσαμε και ξεναγηθήκαμε από τους ευγενέστατους και άρτια ενημερωμένους εθελοντές, οι οποίοι διαχειρίζονταν με ευελιξία και χαμόγελο τη μεγάλη προσέλευση του κόσμου.

Open House Athens 2026

Κτίρια Αlpha Bank (Πανεπιστημίου 45 & Πεσμαζόγλου 12)

Το συγκρότημα των ιστορικών κτιρίων της Alpha Bank εντάσσεται στο ευρύτερο Alpha Bank Campus, ένα σύνολο επτά κτιρίων που καταλαμβάνει το οικοδομικό τετράγωνο 19 (μεταξύ Σταδίου, Πανεπιστημίου, Κοραή και Πεσμαζόγλου), συνολικής έκτασης περίπου 50.000 τ.μ., όπου σήμερα στεγάζονται διοικητικές λειτουργίες και πολιτιστικές δράσεις.

Πρόκειται για δύο όμορα αλλά αρχικά ανεξάρτητα κτίρια: το Μέγαρο της Ιονικής Τράπεζας (Πεσμαζόγλου 12) και το Μέγαρο της Λαϊκής Τράπεζας (Πανεπιστημίου και Πεσμαζόγλου), που αποτυπώνουν δύο διαφορετικές εκδοχές της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ού αιώνα. Το κτίριο της Ιονικής, με επιρροές από τον λεγόμενο ρυθμό Adam, που ανάγεται στον Σκωτσέζο αρχιτέκτονα Robert Adam, οικοδομήθηκε την περίοδο 1912–1913 σε συνεργασία άγνωστου Βρετανού αρχιτέκτονα και του Αναστάσιου Μεταξά. Υπήρξε το κεντρικό της κατάστημα και διακρίνεται για τον χαρακτηριστικό φεγγίτη και το ρολόι στην όψη του, ενώ το 1983 κηρύχθηκε διατηρητέο.

Απέναντι, το Μέγαρο της Λαϊκής Τράπεζας, επίσης συνδεδεμένο με τον Αναστάσιο Μεταξά, αποτελεί ένα από τα επιβλητικότερα αστικά μέγαρα του Μεσοπολέμου. Η Λαϊκή Τράπεζα, που ιδρύθηκε το 1905 με πρωτοβουλία του Διονυσίου Λοβέρδου και των αδελφών Λιβιεράτου, είχε έντονο κοινωνικό προσανατολισμό, απευθυνόμενη στα λαϊκά στρώματα. Η αρχική φάση του κτιρίου ανάγεται στο 1909, σε σχέδια του Π. Καραθανασόπουλου, ενώ η ανάπτυξή του ολοκληρώθηκε το 1927. Ξεχωρίζει για τη μνημειακή πρόσοψη, τα διακριτικά διακοσμητικά στοιχεία, τους πεσσούς, το κηρύκειο - έμβλημα του Ερμή - και τις μαρμάρινες παραστάδες με ιωνικά κιονόκρανα στην είσοδο.

Τα δύο κτίρια ενοποιήθηκαν το 1958, μετά τη συγχώνευση των τραπεζών, υπό την επίβλεψη του Κωνσταντίνου Καψαμπέλη, με στόχο τόσο τη λειτουργική όσο και την αισθητική τους συνοχή.

Αρχιτεκτονικά, εκφράζουν την αστική μεγαλοπρέπεια της εποχής, με μνημειακές όψεις, συμμετρική οργάνωση και πλούσιο διάκοσμο. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η αίθουσα συναλλαγών της Ιονικής, με την υπερυψωμένη είσοδο και τους πράσινους κίονες από μάρμαρο που παραπέμπει στο τηνιακό, οι οποίοι αναπτύσσονται περιμετρικά του χώρου. Η θολωτή οροφή με νευρώσεις και το βιτρώ πλημμυρίζουν τον χώρο με φυσικό φως, ενώ το περιμετρικό επιστύλιο ενισχύει την αίσθηση κομψότητας.

Οι αλλοιώσεις του 20ού αιώνα αναιρέθηκαν σε μεγάλο βαθμό με τις αποκαταστάσεις των αρχών του 21ου αιώνα, σε μελέτη του Αλέξανδρου Σ. Καλλιγά, βασισμένη και σε φωτογραφικό υλικό του 1939, επαναφέροντας το συγκρότημα σε προγενέστερη μορφή και αναδεικνύοντας την αυτονομία των κτιρίων.

Στο εσωτερικό φιλοξενείται σημαντική συλλογή έργων τέχνης της τράπεζας, με έργα των Τέτση και Μόραλη, καθώς και έργο του Θεόφιλου, ενισχύοντας τον πολιτιστικό χαρακτήρα του συγκροτήματος.

Ιδιαίτερη πολιτιστική αναφορά συνδέεται με το οικόπεδο της Ιονικής Τράπεζας, όπου βρισκόταν η κατοικία του Γεωργίου Δροσίνη. Εκεί εμπνεύστηκε το γνωστό ποίημα «Ανθισμένη αμυγδαλιά», προσδίδοντας στον χώρο μια επιπλέον λογοτεχνική διάσταση.

Όπως γράφει ο ποιητής στα Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, «Οι στοίχοι του γράφτηκαν για μία χαριτωμένη μαθήτρια του Αρσακείου, εξαδέλφη μου, που κάποτε στον κήπο μας εκουνησε την ανθισμένη νεραντζιά μας κ' έπεσαν τ' άνθη πάνω της. Αμυγδαλιά έγινεν η νεραντζιά, γιατί τη νόμισα ποιητικώτερο δέντρο».

Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος (Σίνα 31)

Το Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς πολιτιστικής παρουσίας της Γαλλίας στην Ελλάδα, με ιστορία που ξεκινά το 1907, όταν ιδρύθηκε ως τμήμα της Γαλλικής Σχολής Αθηνών με στόχο τη διδασκαλία της γαλλικής γλώσσας και λογοτεχνίας.

Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα εξελίχθηκε σε βασικό φορέα ελληνογαλλικών μορφωτικών και πολιτιστικών ανταλλαγών, λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στις δύο χώρες. Το Ινστιτούτο βρίσκεται στο Κολωνάκι, σε τμήμα οικοδομικού τετραγώνου που αρχικά ανήκε στο Υπουργείο Παιδείας και φιλοξενούσε τις εγκαταστάσεις της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, πριν το οικόπεδο διαχωριστεί και περιέλθει στο γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών.

Αρχιτεκτονικά, στεγάζεται σε συγκρότημα που αναπτύχθηκε σε διαδοχικές φάσεις, αντανακλώντας τις αυξανόμενες ανάγκες του Ινστιτούτου. Ο αρχικός πυρήνας (1952–1953), σε σχέδια των Λεωνίδα Μπόνη και Henri Ducoux, εκφράζει τον μεταπολεμικό μοντερνισμό με έμφαση στη λειτουργικότητα και την καθαρότητα των όγκων. Η ανάγκη επέκτασης είχε ήδη διαφανεί από τον Μεσοπόλεμο, καθώς οι αρχικές εγκαταστάσεις δεν επαρκούσαν για τον αυξανόμενο αριθμό μαθητών και δραστηριοτήτων.

Η επέκταση της δεκαετίας του 1970, με τη συμβολή του Δημοσθένη Μολφέση και του Πάρη Πρέκα, προσέθεσε μια πιο σύνθετη αρχιτεκτονική διάσταση, με νέες πτέρυγες, αίθουσες διδασκαλίας και το αμφιθέατρο.

Σήμερα, το συγκρότημα περιλαμβάνει διοικητικούς και εκπαιδευτικούς χώρους, τη βιβλιοθήκη Octave Merlier, το αμφιθέατρο «Theo Angelopoulos», καθώς και χώρους εκδηλώσεων, όπως το bistro, κάτω από το οποίο διατηρείται καταφύγιο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πρόσφατες ανακαινίσεις διατήρησαν σημαντικά ιστορικά στοιχεία, όπως το αρχικό μωσαϊκό δάπεδο του χώρου υποδοχής ο οποίος φέρει το όνομα «Ρένα Παπαδέλη», προς τιμήν της υπαλλήλου που υπηρέτησε το Ινστιτούτο με υποδειγματική αφοσίωση για περισσότερα από 37 χρόνια.

Ο ρόλος του Ινστιτούτου υπήρξε πολυεπίπεδος: πέρα από τη διδασκαλία και πιστοποίηση της γαλλικής γλώσσας, ανέπτυξε εκτεταμένη πολιτιστική δράση και ενίσχυσε τη συνεργασία στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καλλιτεχνική δημιουργία. Σε κρίσιμες ιστορικές περιόδους, όπως η Κατοχή και τα μεταπολεμικά χρόνια, λειτούργησε ως χώρος πνευματικής ελευθερίας και στήριξης της ελληνικής διανόησης.

Κεντρική μορφή υπήρξε ο Octave Merlier, διευθυντής από το 1925, ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη του Ινστιτούτου και στην ενίσχυση των ελληνογαλλικών σχέσεων. Κατά τον Εμφύλιο, μέσω υποτροφιών και συνεργασιών, οργάνωσε τη μετακίνηση Ελλήνων διανοουμένων στη Γαλλία με το πλοίο «Mataroa», μια πρωτοβουλία που αποδείχθηκε καθοριστική για τη διαμόρφωση της μεταπολεμικής πνευματικής και καλλιτεχνικής ταυτότητας της Ελλάδας.

Η δράση αυτή συνεχίστηκε από τον Ροζέ Μιλλιέξ, στενό συνεργάτη του Μερλιέ, ο οποίος συνέβαλε ουσιαστικά στην υλοποίηση των υποτροφιών και στη στήριξη των Ελλήνων διανοουμένων, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια του οράματος του Ινστιτούτου.

Ανάμεσα στους υπότροφους που επωφελήθηκαν από αυτή την πρωτοβουλία συγκαταλέγονται προσωπικότητες που άφησαν έντονο αποτύπωμα στο μεταπολεμικό πνευματικό και καλλιτεχνικό τοπίο της Ελλάδας, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Κώστας Αξελός, ο Γιώργος Κανδύλης, η Νέλλη Ανδρικοπούλου, ο Ντίκος Βυζάντιος και ο Τάκης Ζενέτος.

Κέντρο Πολιτισμού Εκκλησίας της Ελλάδος (Δεινοκράτους 68)

Το Κέντρο Πολιτισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος στεγάζεται σε τρία αποκατεστημένα λιθόκτιστα κτίρια του πρώην 401 Στρατιωτικού Νοσοκομείου, μέσα σε έκταση περίπου 12 στρεμμάτων που ανήκε στη Μονή Πετράκη, στην περιοχή του Κολωνακίου. Ο χώρος εντάσσεται στο ιστορικό συγκρότημα των λεγόμενων «Στρατιωτικών Παραπηγμάτων» και συνδέεται με μια μακρά διαδρομή χρήσεων, καθώς από τα τέλη του 19ου αιώνα φιλοξένησε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και στη συνέχεια λειτούργησε ως στρατιωτικό νοσοκομείο έως το 1971, εξυπηρετώντας κρίσιμες ιστορικές περιόδους.

Τα κτίρια, χαρακτηριστικά δείγματα στρατιωτικής αρχιτεκτονικής με επιρροές γαλλικών προτύπων, έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα. Η πρώτη οικοδομική φάση ανάγεται γύρω στο 1870, ενώ μεταγενέστερες προσθήκες πραγματοποιήθηκαν κυρίως μετά το 1935. Η αποκατάσταση και επανάχρησή τους, που ολοκληρώθηκε το 2024 από τους Αντώνη Τουλούμη και Νίκο Δουράμπεη, σε συνεργασία με την αρχιτέκτονα Πανωραία Καπρινιώτη, στηρίχθηκε στη διατήρηση του ιστορικού χαρακτήρα των κτιρίων, με ήπιες παρεμβάσεις που σέβονται την αρχική τους μορφή. Στους εσωτερικούς χώρους διατηρήθηκαν αυθεντικά στοιχεία, τα οποία συνδυάστηκαν με σύγχρονα υλικά, όπως μέταλλο και σκυρόδεμα, ενώ χαρακτηριστική είναι η ανακατασκευή του ξύλινου ζευκτού της στέγης και η εμφανής μεταλλική ενίσχυση.

Σήμερα, το συγκρότημα λειτουργεί ως ένας σύγχρονος πολιτιστικός πυρήνας, με εκθεσιακούς και μουσειακούς χώρους όπου φιλοξενούνται εκδηλώσεις – κυρίως της Ιεράς Συνόδου – καθώς και με τη βιβλιοθήκη και το Ιστορικό Αρχείο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το Αρχείο, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ίδρυση της αυτοκέφαλης Εκκλησίας (1833/1850), περιλαμβάνει περισσότερα από πέντε εκατομμύρια έγγραφα, με περίπου το 60% του υλικού να έχει ήδη ψηφιοποιηθεί.

Η βιβλιοθήκη παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς περιλαμβάνει θεολογικές και ιστορικές συλλογές, έργα για το Βυζάντιο και την ευρωπαϊκή ιστορία, αλλά και σπάνια παλαίτυπα, όπως έκδοση ομιλιών του Γρηγορίου Ναζιανζηνού από τη Βενετία (1516), από το τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου, καθώς και συλλογή ποιημάτων του Λόρδου Βύρωνα (Παρίσι, 1831).

Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα (Κριεζώτου3)

Η οικογενειακή πολυκατοικία του Μεσοπολέμου που στεγάζει σήμερα την Πινακοθήκη του ζωγράφου Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής μοντέρνας τέχνης, χτίστηκε το 1932 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Κιτσίκη. Στον 4ο όροφο βρισκόταν η κατοικία του καλλιτέχνη, ενώ το εργαστήριό του στεγάστηκε στον 5ο όροφο, ο οποίος προστέθηκε τη δεκαετία του 1950 για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες του.

Το κτίριο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μεσοπολεμικής αστικής κατοικίας της ανερχόμενης αστικής τάξης. Η αρχιτεκτονική του λιτότητα και η χρήση απλών υλικών αντανακλούν τις αρχές του μοντερνισμού, του οποίου ο Γκίκας υπήρξε βασικός εκφραστής στην Ελλάδα.

Στον 5ο όροφο, το ατελιέ του καλλιτέχνη διατηρείται σχεδόν ανέπαφο. Στον χώρο εκτίθενται προσωπικά αντικείμενα, βιβλία και εργαλεία ζωγραφικής, ενώ ξεχωρίζουν τα ξύλινα καβαλέτα και το σύστημα φωτισμού με μεγάλους προβολείς, ειδικά σχεδιασμένο για τις ανάγκες του έργου του. Ιδιαίτερο στοιχείο αποτελεί το δάπεδο από φελλό, επιλογή του ίδιου του καλλιτέχνη. Παράλληλα, παρουσιάζονται αντικείμενα από το εξοχικό του στην Ύδρα, καθώς και αναμνηστικά από ταξίδια του στην Ασία, που επηρέασαν την εικαστική του γλώσσα.

Ανάμεσα στα έργα ξεχωρίζουν το πορτρέτο της πρώτης του συζύγου, Τίνας Γκίκα, καθώς και εκείνο του πατέρα του, ο οποίος ήταν ναύαρχος. Το γραφείο του, κατασκευασμένο από μετατροπή παλαιού πιάνου, αποτελεί επίσης χαρακτηριστικό έκθεμα. Σημαντική θέση έχει η ελαιογραφία «Κηφισιά».

Η ευρύχωρη βεράντα, με θέα στο αστικό τοπίο - η ύπαρξή της ήταν ιδιαίτερα πρωτοποριακή για τις κατοικίες της εποχής - διαμορφώνεται με φυτά, γλυπτικά έργα της Ναταλίας Μελά και λειτουργικές κατασκευές του ίδιου του καλλιτέχνη, λειτουργώντας ως συνέχεια του διαμερίσματος.

Στους χαμηλότερους ορόφους παρουσιάζεται το έργο του ίδιου αλλά και καλλιτεχνών της γενιάς του ’30, ενώ η μόνιμη συλλογή περιλαμβάνει επίσης εμβληματικά έργα και ιστορικά τεκμήρια της νεότερης ελληνικής τέχνης και πολιτισμού (π.χ Όσκαρ Φωτόπουλου για τη ταινία του Ζορμπά, Νόμπελ Ελύτη/Σεφέρη, όπλο που αυτοκτόνησε ο Κ. Καρυωτάκης).

Το κτίριο δωρίστηκε από τον ίδιο στο Μουσείο Μπενάκη το 1991, με στόχο τη διατήρηση και ανάδειξη του έργου του. Μετά την εκτεταμένη αποκατάστασή του την περίοδο 2005–2011, η κατοικία του καλλιτέχνη διατηρήθηκε στην αυθεντική της μορφή.

Prodea Investments (Χρυσοσπιλιωτίσσης 9)

Η Prodea Investments, η μεγαλύτερη εταιρεία επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αθηνών και με διεθνή παρουσία, στεγάζεται σήμερα σε κτίριο του 1930, πρώην παράρτημα της Εθνικής Τράπεζας, αγνώστου αρχιτέκτονα, το οποίο έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο. Κριτήριο για την επιλογή του υπήρξε η δυνατότητά του να εκφράσει το κύρος της εταιρείας, προσφέροντας ταυτόχρονα ένα σύγχρονο και υψηλών προδιαγραφών εργασιακό περιβάλλον.

Η αποκατάσταση (2019–2021), από το αρχιτεκτονικό γραφείο Urban Soul Project, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επανάχρησης ιστορικού κελύφους, όπου η προπολεμική όψη και τα διακοσμητικά στοιχεία ενσωματώνονται αρμονικά σε έναν σύγχρονο σχεδιασμό. Η αρχιτεκτονική προσέγγιση ισορροπεί ανάμεσα στη διατήρηση και την αναβάθμιση, ακολουθώντας τα πρότυπα LEED και WELL, με έμφαση στον φυσικό φωτισμό, τον αερισμό και την ευεξία των χρηστών.

Κεντρική χειρονομία αποτελεί η εσωτερική αναδιοργάνωση του κτιρίου ως ενιαίου συνόλου, με κατακόρυφες οπτικές φυγές που ενισχύουν τη σύνδεση των επιπέδων. Οι λειτουργίες κατανέμονται ιεραρχημένα: δημόσιοι χώροι στο ισόγειο, συναντήσεις στον μεσώροφο, γραφεία στους τυπικούς ορόφους και χώροι χαλάρωσης στο ανώτερο επίπεδο και το δώμα.

Ιδιαίτερη μέριμνα δίνεται στους χώρους εργασίας, όπου τα open space οργανώνονται σε «clusters» με ηχοαπορροφητικές επιφάνειες, ενώ τα κλειστά γραφεία ορίζονται με διαφανή υαλοπετάσματα, διατηρώντας τη διαφάνεια και το φυσικό φως. Η παρουσία σύγχρονων έργων ελληνικής τέχνης συμπληρώνει την ταυτότητα του χώρου, σε μια συνολική σύνθεση που συνδυάζει τη μνήμη με τη σύγχρονη λειτουργικότητα.

Μερόπειον Venue Space (Διονυσίου Αρεοπαγίτου 45)

Το Μερόπειον Venue Space, χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων στο κέντρο της Αθήνας, στεγάζεται σε νεοκλασικό κτίριο που κατασκευάστηκε την περίοδο 1916–1920 για το Μερόπειο Φιλανθρωπικό Ίδρυμα. Βρίσκεται στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου, σε ένα από τα πιο φορτισμένα ιστορικά σημεία της πόλης, κάτω από την Ακρόπολη και σε άμεση γειτνίαση με το Ηρώδειο και τον αρχαιολογικό χώρο, ενώ αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου συγκροτήματος στο οποίο εντάσσεται και ο Ιερός Ναός της Αγίας Σοφίας Ακροπόλεως.

Η ιστορία του Μεροπείου Φιλανθρωπικού Ιδρύματος ξεκινά το 1914, όταν ο πρόωρος θάνατος της 12χρονης Μερόπης, κόρης της Άννας Π. Θεοδωροπούλου, οδήγησε στη δημιουργία ενός ιδρύματος αφιερωμένου στη μνήμη της. Η Άννα Θεοδωροπούλου, Πρόεδρος του «Εν Αθήναις Συλλόγου Κυριών προς μόρφωσιν και εκπαίδευσιν απόρων κορασίδων», συνέδεσε το όνομα «Μερόπειον» με ένα ευρύτερο όραμα κοινωνικής προσφοράς και εκπαίδευσης. Από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, το ίδρυμα ανέπτυξε σημαντική δράση, προσφέροντας σε άπορα κορίτσια μόρφωση, εκμάθηση ξένων γλωσσών και επαγγελματική κατάρτιση.

Στη συνέχεια, το «Μερόπειο» ανταποκρίθηκε στις ανάγκες της εποχής: μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή στήριξε πρόσφυγες, ενώ κατά την Κατοχή προσέφερε συσσίτια και βοήθεια στον δοκιμαζόμενο πληθυσμό της Αθήνας. Μεταπολεμικά συνέχισε το έργο του και από το 1970 στράφηκε κυρίως στη φροντίδα της τρίτης ηλικίας. Σήμερα, η Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων λειτουργεί σε σύγχρονο κτίριο στην Καλλιθέα, φιλοξενώντας ηλικιωμένες γυναίκες με περιορισμένους πόρους, ενώ το ιστορικό κτίριο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου διατηρεί τον διοικητικό και συμβολικό του ρόλο.

Κεντρικό στοιχείο του συγκροτήματος αποτελεί ο Ιερός Ναός της Αγίας Σοφίας, που θεμελιώθηκε το 1919 και εγκαινιάστηκε το 1926. Αφιερωμένος στην Αγία Σοφία και τις θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη, συνδέεται συμβολικά με τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα του ιδρύματος. Ο ναός οικοδομήθηκε πάνω σε αρχαίο ιερό της Αθηνάς και εναρμονίζεται με το ιστορικό περιβάλλον της Ακρόπολης, αποτελώντας μέχρι σήμερα πνευματικό σημείο αναφοράς.

Η αίθουσα εκδηλώσεων του Μεροπείου, στο ισόγειο του νεοκλασικού κτιρίου, λειτουργεί μέσα σε αυτό το ιδιαίτερο ιστορικό και αστικό περιβάλλον, όπου η σύγχρονη πολιτιστική δραστηριότητα συνομιλεί διακριτικά με τη μνήμη και τη διαχρονική παρουσία του ιδρύματος.

Korver Fiber Arts Studio (Πρατίνου 52, Παγκράτι)

Στο πλαίσιο MADE IN ATHENS εντάσσεται και το Korver Fiber Arts Studio, στην οδό Πρατίνου, έναν δρόμο που εξελίσσεται σταδιακά σε ζωντανό καλλιτεχνικό πυρήνα, με ατελιέ δημιουργών και μικρούς δημιουργικούς και εμπορικούς χώρους.

Πρόκειται για ένα μικρό, ανεξάρτητο εργαστήριο αφιερωμένο στη σύγχρονη τέχνη των ινών, με έμφαση στο μακραμέ, την ύφανση και τον πειραματισμό με τα υλικά. Ο καλλιτέχνης Κυριάκος Πατσαλής δουλεύει με χειροποίητες υφαντές δομές και σχοινί, διερευνώντας την υφή, τον ρυθμό και τη φυσική υπόσταση των ινών, γεφυρώνοντας παραδοσιακές τεχνικές με σύγχρονες μορφές έκφρασης.

Οι επισκέπτες είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν από κοντά τα εργαλεία, τους αργαλειούς και τη διαδικασία δημιουργίας, ανακαλύπτοντας τη χειρωνακτική και απτική διάσταση της σύγχρονης τέχνης των ινών. Παράλληλα, το στούντιο αναμένεται να φιλοξενήσει και μαθήματα μακραμέ, δίνοντας τη δυνατότητα σε όσους ενδιαφέρονται να έρθουν πιο κοντά σε αυτή την ιδιαίτερη τεχνική.

Δειτε περισσοτερα