Alsi και Δαβίδ Sinanaj, το πιο αγαπησιάρικο μαγειρικό δίδυμο των social media
Φωτογραφία: Άλεξ Αλεξανδρής
Θεματα Γευσης

Άλσι και Δαβίδ Σινάναϊ, το πιο αγαπησιάρικο μαγειρικό δίδυμο των social media

Ο γνωστός σεφ και ο τετράχρονος γιος του φτιάχνουν κέικ και κλέβουν καρδιές
Μαριάννα Μανωλοπούλου
Μαριάννα Μανωλοπούλου
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Ο σεφ Άλσι Σινάναϊ ανεβάζει στα σόσιαλ βίντεο όπου μαγειρεύει μαζί με τον μικρό του γιο Δαβίδ και ο κόσμος τους λατρεύει

«Αγαπούλες, σήμερα θα φτιάξουμε το πιο όμορφο παγωτό του κόσμου, το παγωτό του Δαβίδ. Πάμε να το δούμε, είναι πολύ εύκολο!». «Θα σας δείξουμε πώς να φτιάξετε τα πιο αφράτα, πασχαλινά κουλουράκια…» «Μιαμ, είναι φανταστικό! Δείτε τη συνταγή μέχρι το τέλος, ομορφαίνει, δεν παχαίνει!». Αυτές είναι μόνο κάποιες από τις ατάκες που σε κάνουν να χαμογελάς πριν καν ξεκινήσει το βίντεο. Από το φατσάκι του 4χρονου Δαβίδ κατρακυλάει μια αυθεντική χαρά που δεν παίζεται - αυθόρμητη, γλυκιά, γεμάτη ενθουσιασμό. Δίπλα του, ο πατέρας του, ο γνωστός σεφ Άλσι Σινάναϊ δεν είναι μόνο ο καθοδηγητής του στην κουζίνα, αλλά και ο πιο τρυφερός του συμπαίκτης. Οι δυο τους δεν φτιάχνουν απλά συνταγές· φτιάχνουν αναμνήσεις. Και ο κόσμος λιώνει.

Στα δικά τους βίντεο η κουζίνα γίνεται παιχνίδι, το φαγητό γίνεται αφορμή για γέλιο και η σχέση πατέρα–γιου ξεδιπλώνεται με έναν τρόπο που σε κερδίζει αμέσως. Από γλυκά που αρέσουν σε όλους μας μέχρι αλμυρές δημιουργίες που μυρίζουν «σπίτι», το αχτύπητο δίδυμο μας θυμίζει ότι το φαγητό δεν είναι μόνο γεύση, είναι «δέσιμο», είναι και καθημερινή γιορτή.

Alsi και Δαβίδ Sinanaj, το πιο αγαπησιάρικο μαγειρικό δίδυμο των social media
Φωτογραφία: Άλεξ Αλεξανδρής

Ο σεφ Άλσι Σινάναϊ μαγειρεύει με τον μικρό του γιο Δαβίδ και ο κόσμος λιώνει

Alsi και Δαβίδ Sinanaj, το πιο αγαπησιάρικο μαγειρικό δίδυμο των social media
Φωτογραφία: Άλεξ Αλεξανδρής

Ο σεφ Άλσι Σινάναϊ μαγειρεύει με τον μικρό του γιο Δαβίδ και ο κόσμος λιώνει

Πίσω από τα χαμόγελα και τα παιδικά «μιαμ», ξεδιπλώνεται η ιστορία ενός σεφ με διεθνή πορεία. Από τα πρώτα του βήματα στην κουζίνα, ο μπαμπάς, ο 38χρονος σήμερα σεφ Άλσι Σινανάι αγάπησε τη μαγειρική όχι μόνο σαν επάγγελμα, αλλά κυρίως σαν γλώσσα δημιουργίας, μνήμης και έκφρασης. Γεννήθηκε στην Αλβανία, αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα. Η καθημερινότητα της παιδικής του ηλικίας είχε απλότητα και μαζί γεύσεις που χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη του. «Από μικρός θυμάμαι τα τραπέζια στο σπίτι. Πολύς κόσμος, φαγητό παντού, φωνές, γέλια, ε…και εντάσεις κάποιες φορές. Στο τέλος όμως ήμασταν όλοι μαζί. Αυτό μου έχει μείνει», λέει ο ίδιος.

«Θυμάμαι να βγαίνω έξω να παίξω και η μάνα μου να μου δίνει στο χέρι ψωμί με ντομάτα και αγγούρι. Να τρώω στο πόδι και να ξαναφεύγω ξυπόλητος στη γειτονιά μέχρι να νυχτώσει». Όχι ότι  μαγείρευε μικρός, μόνο κάποιες γλυκές στιγμές όπως «…καμιά μαρέγκα με τη γιαγιά».

«Καθόμουν και έβλεπα τον παππού μου όταν έφτιαχνε το αρνί. Πώς το ετοίμαζε, πώς το δούλευε, πώς το έψηνε. Εκεί κόλλησα με τη φωτιά». Η πρώτη μυρωδιά που του έρχεται ακόμη και σήμερα είναι «αρνάκι με σκόρδο και ρίγανη» -έντονη, σχεδόν τελετουργική διαδικασία.

Και αυτή ακριβώς η συναισθηματική βάση είναι που εξηγεί και τη σχέση του με την αλβανική κουζίνα. Δεν τη βλέπει μέσα από μία «σπεσιαλιτέ», αλλά μέσα από εικόνες οικογενειακές. «Είναι περισσότερο εικόνες και γεύσεις μαζί: λευκός τραχανάς με ελαιόλαδο και τυρί, αρνί στο φούρνο με γιαούρτι και ρύζι, χειροποίητη σπανακοτυρόπιτα, τούρτα αμυγδάλου με παντεσπάνι. Όλα αυτά είναι κομμάτια μου».

Η δύναμη αυτής της κουζίνας, μας λέει, όπως και της ελληνικής, βρίσκεται στην απλότητα. «Καθαρές γεύσεις, καλή πρώτη ύλη, όχι περιττά. Στο ελληνικό κοινό θεωρώ ότι η αλβανική κουζίνα παραμένει λίγο παρεξηγημένη. Όχι γιατί δεν είναι καλή αλλά γιατί δεν έχει παρουσιαστεί όπως της πρέπει. Στην πραγματικότητα δεν έχει μεγάλες διαφορές από την ελληνική».

Αυτό είναι που τον οδήγησε να αγαπήσει συνολικά τη μεσογειακή κουζίνα, όχι μόνο για τις γεύσεις της, αλλά και για τον τρόπο που ενώνει ανθρώπους, μνήμες και τραπέζια. «Είναι από τις πιο δυνατές διατροφές που υπάρχουν», λέει.

Το 2007 μπήκε στη σχολή μαγειρικής, έχοντας ήδη περάσει έναν χρόνο μέσα σε κουζίνα. «Ήθελα πρώτα να δω αν το αντέχω, αν το θέλω πραγματικά. Και όταν το κατάλαβα, το πήρα απόφαση να το πάω σοβαρά». Η πρώτη του επαγγελματική εμπειρία τον βρήκε σε ένα American burger brunch restaurant στην Άνω Γλυφάδα. Χωρίς καμία προϋπηρεσία, βρήκε την αγγελία στη «Χρυσή Ευκαιρία», που ζητούσε βοηθό μάγειρα χωρίς απαραίτητη εμπειρία. Πήγε στη συνέντευξη και περίμενε τέσσερις ώρες μέχρι να μιλήσει. Δεν έφυγε. Έμεινε.

Η γαστρονομική του διαδρομή τον οδήγησε σε κουζίνες πολυνησιακής, ιαπωνικής, περουβιανής, ταϊλανδέζικης και καντονέζικης παράδοσης, διαμορφώνοντας ένα στιλ που συνδυάζει τεχνική ακρίβεια αλλά και καλλιτεχνική έκφραση. Έχει εργαστεί ως head chef και γαστρονομικός σύμβουλος, σχεδιάζοντας concepts εστιατορίων και καθοδηγώντας ομάδες με δημιουργικό όραμα. «Η πιο δύσκολη στιγμή που έχω ζήσει σε κουζίνα ήταν το 2015 στο Hakkasan. Είχαμε περίπου 750 άτομα στη σάλα και μια μεγάλη ομάδα στην κουζίνα. Ήμουν στο πάσο όταν ένας μάγειρας από το wok section ήρθε και μου είπε ότι μυρίζει αέριο. Την ίδια στιγμή είδα ότι είχε σπάσει η βαλβίδα από μια φιάλη. Πήρα τη φιάλη, πέρασα μέσα από τη σάλα γεμάτη κόσμο και ανέβηκα μέχρι την ταράτσα για να την απομακρύνω από την κουζίνα. Δεν ξέρω από πού βρήκα τη δύναμη εκείνη τη στιγμή. Αλλά ξέρω ότι αν δεν γινόταν, τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί πολύ άσχημα. Είναι μια στιγμή που δεν ξεχνάς».

Παράλληλα, δημιούργησε δικά του projects, όπως το Wolves of Kitchen σε Μύκονο και Αθήνα, καθώς και το Peking Duck στα ίδια σημεία. «Η περίοδος που με άλλαξε περισσότερο ήταν όταν άνοιξα το πρώτο Wolves of Kitchen στη Μύκονο. Εκεί κατάλαβα ότι η μαγειρική δεν είναι μόνο η κουζίνα. Είναι διαχείριση, είναι ομάδα, είναι οικονομικά, είναι ευθύνη. Ήταν μια φάση που με “προσγείωσε” και με έκανε να δω τη δουλειά συνολικά. Άλλαξε ο τρόπος που σκέφτομαι, δημιουργώ και οργανώνω».

Ήταν έντονες, απαιτητικές διαδρομές, με ρίσκο και συνεχείς προκλήσεις. «Υπήρξαν και αποτυχίες στην αρχή, αλλά, έντάξει… αυτό είναι μέρος του παιχνιδιού. Χωρίς αποτυχία δεν υπάρχει εξέλιξη». Τα πούλησε όταν ένιωσε ότι ήταν η σωστή στιγμή. «Το timing είναι εξίσου σημαντικό. Δεν μπορώ να πω ότι μετανιώνω για κάτι. Κάθε επιλογή που έκανα σωστή ή λάθος με έφερε εδώ που είμαι σήμερα. Και αυτό δεν θα το άλλαζα. Επίσης, δεν είμαι άνθρωπος που τα παρατάει. Όταν μπαίνω σε κάτι, το πάω μέχρι το τέλος. Έτσι έχω μάθει. Αν δώσω τον λόγο μου, τελειώνει, εκεί θα γίνει. Αυτή η στάση είναι που δεν μου αφήνει χώρο να σκεφτώ το “να τα παρατήσω”».

Δύο προσωπικότητες που τον σημάδεψαν βαθύτερα ήταν ο αείμνηστος Heinz Winkler και ο chef του Hakkasan, Tong Chee Hwee. Από τον πρώτο κράτησε μια φράση που τον συνοδεύει μέχρι σήμερα: να μην σταματήσει ποτέ να ταξιδεύει, να γνωρίζει λαούς και παραδόσεις, να μην μένει στάσιμος. Από τον δεύτερο έμαθε κάτι πιο «ταπεινωτικό» και πολύ πολύ αληθινό: ότι ακόμη και σε μια ολόκληρη ζωή δεν φτάνει κανείς να γνωρίσει τη μαγειρική στο σύνολό της. Κάτι που, όπως λέει, «σου βάζει τα πράγματα στη θέση τους». Έχει μαγειρέψει επίσης για προσωπικότητες παγκόσμιας εμβέλειας όπως ο Cristiano Ronaldo, ο Giorgio Armani και ο Charles Leclerc, ως προσωπικός τους σεφ.

Στον χώρο των media, o Άλσι έγινε γνωστός μέσα από τη συμμετοχή του για τέσσερις σεζόν στην εκπομπή After Dark, παρουσιάζοντας τη στήλη “Alsi’s Celebrity Cooking”. Το 2017 εμφανίστηκε ως καλεσμένος κριτής στο Master Chef Greece, ενώ το 2019 υπήρξε κριτής στο Hell’s Kitchen Albania. «Αν έκανα κάτι τηλεοπτικό ξανά, θα ήταν μόνο αν έχει ουσία. Κάτι αληθινό, με τον μικρό. Να έχει μέσα οικογένεια, μαγειρική, ρίζες. Όχι κάτι στημένο. Αν υπάρξουν οι σωστές συνθήκες, ναι θα το έκανα».

Από το 2023 έως το 2024 δίδαξε ως καθηγητής γαστρονομίας στο IEK DELTA 360 στη Θεσσαλονίκη, μεταδίδοντας τη γνώση και το πάθος του σε νέους σεφ. «Και αν ένας νέος θέλει να ξεκινήσει τώρα, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο. Η μαγειρική δεν είναι αυτό που βλέπεις στα social. Είναι δουλειά, πίεση, επανάληψη, λάθη. Θέλει αντοχή και υπομονή. Και πάνω απ’ όλα, θέλει να αντέχεις τη μοναξιά της ευθύνης -στο τέλος, το αποτέλεσμα είναι πάντα δικό σου. Καλό ή κακό».

Μέσα σε μια πορεία γεμάτη ένταση και εξέλιξη, ήρθε και η στιγμή για αλλαγή κατεύθυνσης, μια επιλογή που δεν είχε να κάνει μόνο με την καριέρα, αλλά με το πού θέλει να χτίσει τη ζωή του από εδώ και πέρα. Η Θεσσαλονίκη δεν προέκυψε τυχαία: «Η γυναίκα μου είναι από εδώ και όλη η οικογένειά της είναι στα πέριξ... Ένιωσα ότι αυτό ήταν το σωστό επόμενο βήμα, όχι μόνο επαγγελματικά, αλλά και προσωπικά».

Σήμερα στην συμπρωτεύουσα κινείται δημιουργικά ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς, εξίσου απαιτητικούς κόσμους: στο Tribeca Japanese & American Grill και στο Aristotel. Το Tribeca δεν είναι ένα κλασικό ιαπωνικό εστιατόριο. Δεν θα βρεις sushi, θα βρεις ramen, gyoza, dumplings, yakitori και μια κουζίνα που πατάει στη φωτιά και στην καθαρότητα της γεύσης. Αντίθετα στο Aristotel, στο κέντρο της πόλης, βασιλεύει η μεσογειακή κουζίνα, με έμφαση στην παράδοση και την πρώτη ύλη. Τα πάντα είναι χειροποίητα, από τα brioche και τις focaccia μέχρι τα κυρίως πιάτα. Παρά τις διαφορές τους ο κοινός παρονομαστής είναι ξεκάθαρος: «σεβασμός στην πρώτη ύλη και σωστή εκτέλεση».

Αν υπάρξουν οι σωστές συνθήκες, η Αθήνα θα μπορούσε να είναι ξανά ένα επόμενο βήμα. «Δεν λέω ποτέ …ποτέ. Αν αύριο άνοιγα ένα μαγαζί στην Αθήνα, θα το κρατούσα στην λογική: απλό, προσιτό, street food με ταυτότητα. Χωρίς υπερβολές, φαγητό για όλους».

Συμφωνούμε πως τα social media έχουν αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε το φαγητό. «Έχουμε πάει από την ουσία στην εικόνα». Πολλές viral συνταγές δεν στέκουν μαγειρικά όμως αυτό είναι το αποτέλεσμα της εποχής. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύει ότι αυτό θα αλλάξει. Ο κόσμος αρχίζει να ξεχωρίζει και ο Άλσι πιστεύει πως θα μείνουν όσοι έχουν ουσία και κάτι νόστιμο και αληθινό να πουν. Και εκεί θα φανεί η πραγματική δημιουργικότητα. «Σε 5-10 χρόνια πιστεύω ότι η σκηνή στην Ελλάδα θα έχει καθαρίσει. Θα υπάρχει περισσότερη ποιότητα και πραγματική δημιουργικότητα».

Χωρίς σχεδιασμό και χωρίς στρατηγική, προέκυψε και η πιο αυθεντική του δημιουργία εκτός επαγγελματικής κουζίνας: τα βίντεο με τον γιο του, τον μικρό Δαβίδ. «Ήρθε μόνο του και ίσως αυτό ακριβώς είναι που το κάνει να ξεχωρίζει». Και ξεκίνησε από κάτι πολύ απλό: τις Κυριακές στο σπίτι. Να μαγειρεύουν όλοι μαζί, να τρώνε μαζί. Ο μικρός ήθελε μετά μανίας πάντα να συμμετέχει. Και ένα βίντεο που τραβήχτηκε αυθόρμητα στην αυλή ήταν αρκετό για να ξεκινήσουν όλα.

Η ανταπόκριση ήταν άμεση γιατί όλα ήταν αληθινά και βέβαια γιατί ο μικρός είναι πολύ πολύ χαριτωμένος και μέσα από την παιδική του αθωότητα πολύ άνετος με τον φακό. «Με έβλεπε και ήθελε να το κάνει κι εκείνος». Για τον ίδιο, η μαγειρική για ένα παιδί είναι μάθημα ζωής: υπομονή, δημιουργία, σεβασμός. Ένας τρόπος να έρθει πιο κοντά στον κόσμο.

Και τελικά, όπως παραδέχεται, ο μικρός είναι κι ένας δάσκαλος. «Από εκείνον μαθαίνω πολλά. Με κάνει καλύτερο άνθρωπο». Του θυμίζει την ουσία, την απλότητα, το συναίσθημα. Και τον βοηθά να βλέπει αλλιώς ακόμα και τον εαυτό του. Δεν υπάρχει μία στιγμή που ξεχωρίζει -κάθε φορά που μαγειρεύουν μαζί είναι διαφορετική.

Αυτό που ο Άλσι θέλει να κρατήσει ο Δαβίδ μεγαλώνοντας είναι το «μαζί». Η χαρά να δημιουργείς με τους δικούς σου ανθρώπους. Δεν είναι τυχαίο ότι η πιο viral συνταγή τους είναι μια απλή no-bake τούρτα με γλυκοπατάτα και μπανάνα. Καθαρά υλικά, απλή εκτέλεση, εύκολα πράγματα ακόμη και για ένα μικρό παιδί. Ο μικρός Δαβίδ, η «αγαπούλα» μας είναι ήδη ξεχωριστή παρουσία, με τη δική του προσωπικότητα, τις δικές του απαντήσεις και μια αυθεντικότητα που δεν παίζεται. Τεσσάρων χρονών, πηγαίνει ακόμα παιδικό -«και του χρόνου νηπιαγωγείο!» όπως λέει με ενθουσιασμό- και όταν δεν είναι στην κουζίνα, χτίζει κόσμους με LEGO. «Φτιάχνω κάστρα και σπίτια», μας λέει περήφανα.

Αγαπημένο του φαγητό είναι η πίτσα και αγαπημένο γλυκό το παγωτό. Αντί για κούνιες, προτιμά «βουτιές στη θάλασσα», ενώ αν ο μπαμπάς του ήταν φαγητό, θα ήταν -τι άλλο- «μακαρόνια με κιμά».

Όταν τον ρωτάω ποιος κάνει μεγαλύτερη ακαταστασία στην κουζίνα απαντάει χωρίς δεύτερη σκέψη: ο μπαμπάς! Και μπορεί να μην αγαπάει τις σούπες, αλλά -όπως παραδέχεται- ο μπαμπάς τον βάζει να τις δοκιμάσει. Από τις πιο αστείες στιγμές τους; «Όταν έριξα όλο το μέλι μέσα στο μπολ» μου λέει πονηρά.

Αν είχε δικό του εστιατόριο, το μενού θα ήταν ξεκάθαρα: πίτσα. Και όταν μαγειρεύει με τον μπαμπά του; «Μου αρέσουν όλα». Μάλλον γιατί εκεί δεν είναι απλώς φαγητό, είναι παιχνίδι, χρόνος μαζί, αγαπούλες.

Το όνειρό του; «Ναι, θέλω να γίνω σεφ». Και αν είχε καλεσμένους; Θα μαγείρευε για τον Luffy και τον Shanks -το πιο αγαπημένο του πιάτο, μακαρόνια με κιμά. Στο σχολείο, μάλιστα, του λένε ότι βλέπουν τα βίντεό του. Και εκείνος δεν διστάζει να τραγουδήσει κιόλας όσο μαγειρεύει — αγαπημένο του τραγούδι το “I Adore You”.

Δειτε περισσοτερα