Health & Fitness

Ενέσιμες θεραπείες απώλειας βάρους – δουλεύουν, αλλά δεν αρκούν

Μεταξύ ιατρικής ανάγκης και «εύκολης λύσης»

loukas-velidakis.jpg
Λουκάς Βελιδάκης
ΤΕΥΧΟΣ health voice
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ενέσεις αδυνατίσματος

Ενέσιμες θεραπείες απώλειας βάρους: Η Ειρήνη Αγαπηδάκη, η Άννα Παπαγεωργίου και ο Σαράντης Λειβαδάς εξηγούν τη διπλή τους διάσταση - θεραπεία και παρερμηνείες

Μέσα σε λίγους μήνες, μια 42χρονη γυναίκα στο Τέξας έχασε σχεδόν το ένα πέμπτο του σωματικού της βάρους. Δεν έκανε αυστηρή δίαιτα, δεν μετρούσε θερμίδες, δεν πέρασε από διαδικασία στέρησης. Ακολούθησε ενέσιμη θεραπεία και, όπως είπε, «απλώς δεν πεινούσα όπως πριν». Ένας 50χρονος στο Ηνωμένο Βασίλειο έζησε την αντίστροφη εμπειρία. Έχασε περίπου 20 κιλά με ενέσιμη αγωγή, όμως μέσα σε έναν χρόνο από τη διακοπή της θεραπείας πήρε πίσω τα περισσότερα. Στα διεθνή ΜΜΕ συναντά κανείς πολλές μαρτυρίες ανθρώπων που δοκίμασαν ενέσιμες θεραπείες για να χάσουν βάρος. Οι ενέσιμες θεραπείες δεν αποτελούν απλώς μια νέα τάση· σηματοδοτούν ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η παχυσαρκία. Ταυτόχρονα, όμως, συνιστούν και μια νέα πηγή σύγχυσης.

Το γεγονός ότι οι θεραπείες αυτές έχουν περάσει στη δημόσια σφαίρα ως «λύση αδυνατίσματος» δημιουργεί σύγχυση, η οποία μετατοπίζει τη συζήτηση από την υγεία στην εικόνα. Οι ενέσιμες παρεμβάσεις δεν απευθύνονται σε όσους θέλουν απλώς να χάσουν μερικά κιλά, αλλά σε ασθενείς που χρειάζονται μακροχρόνια διαχείριση μιας χρόνιας νόσου.

Τι είναι οι ενέσιμες θεραπείες

Ενέσεις αδυνατίσματος
© Robert Clare/GettyImages

Οι λεγόμενες «ενέσιμες δίαιτες» έχουν εισβάλει στη δημόσια συζήτηση τα τελευταία χρόνια, αλλά ο όρος είναι, στην ουσία, παραπλανητικός. Δεν πρόκειται για δίαιτα με τη συμβατική έννοια, ούτε για μια ακόμη μέθοδο περιορισμού θερμίδων. Πρόκειται για ενέσιμες φαρμακευτικές θεραπείες απώλειας βάρους που έχουν αναπτυχθεί για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και του διαβήτη τύπου 2 και δρουν άμεσα στον μεταβολισμό και στους μηχανισμούς ρύθμισης της πείνας.

Δεν βασίζονται στην αυτοπειθαρχία ή στην προσπάθεια να «αντέξει» κάποιος τη δίαιτα, αλλά τροποποιούν το ίδιο το βιολογικό σήμα της πείνας. Μέσω ορμονικών μηχανισμών, ο εγκέφαλος λαμβάνει το μήνυμα ότι ο οργανισμός έχει ήδη καλυφθεί ενεργειακά, με αποτέλεσμα να μειώνεται η επιθυμία για φαγητό και να επιτυγχάνεται ταχύτερος κορεσμός.

Η αποτελεσματικότητα αυτών των θεραπειών, όπως προκύπτει από τις κλινικές μελέτες, είναι εντυπωσιακή για τα δεδομένα της παχυσαρκίας. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί επιστήμονες τις χαρακτηρίζουν ως μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στον τομέα τις τελευταίες δεκαετίες. Την ίδια στιγμή, όμως, η ευρεία χρήση τους αναδεικνύει ένα νέο πεδίο προβληματισμού για τα όρια μεταξύ θεραπείας και επιλογής τρόπου ζωής.

Οι ενέσιμες θεραπείες είναι ισχυρά φάρμακα που απαιτούν ιατρική παρακολούθηση, συνοδεύονται από πιθανές παρενέργειες και δεν προσφέρουν μόνιμο αποτέλεσμα χωρίς συνολική και διατηρήσιμη αλλαγή τρόπου ζωής.

Η παχυσαρκία ως χρόνια νόσος

Αυτό επιχειρεί να αποτυπώσει και το εθνικό πρόγραμμα για τη νοσογόνο παχυσαρκία. Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, μιλώντας στην Athens Voice, έθεσε σαφή όρια: «Τα κριτήρια είναι να έχει κανείς Δείκτη Μάζας Σώματος 37 έως 39, όταν έχει συνοδά καρδιαγγειακά νοσήματα, και άνω του 40, ακόμη κι αν δεν έχει κάποιο άλλο νόσημα. Με βάση αυτά τα κλινικά κριτήρια, μιλάμε για νοσογόνο παχυσαρκία, και όχι για αισθητική επιλογή».

Ειρήνη Αγαπηδάκη

Τα δεδομένα που παραθέτει καταδεικνύουν τη βαρύτητα της κατάστασης: «Έχουμε μέχρι σήμερα περίπου 56.000 δικαιούχους του προγράμματος για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας ενηλίκων. Σχεδόν οι μισοί έχουν κάνει ήδη χρήση. Να σημειώσω και ότι από αυτό το σύνολο, το 10% έχει ΔΜΣ άνω του 50! Μιλάμε για ανθρώπους οι οποίοι, ουσιαστικά, δεν μπορούν να μετακινηθούν από το σπίτι τους εξαιτίας της παχυσαρκίας. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι εδώ δεν πρόκειται για μία απλή δίαιτα, επειδή κάποιος θέλει να χάσει 5-10 κιλά. Μιλάμε για κάτι το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς ιατρική βοήθεια (φάρμακα, διατροφή, τρόπος ζωής)».

Το πλαίσιο του προγράμματος είναι αυστηρό. «Δεν υπάρχει δυνατότητα να κάνει όποιος θέλει –μέσω του προγράμματος– χρήση των φαρμάκων. Πρέπει να υπάρχει ιατρική παρακολούθηση, να πληροί τα κλινικά κριτήρια και να γίνουν ειδικές εξετάσεις, γιατί δεν είναι για όλους. Παράλληλα, τα φάρμακα συνδυάζονται υποχρεωτικά με διατροφική συμβουλευτική. Διαφορετικά, η χορήγησή τους διακόπτεται».

«Δεν θέλουμε να περάσει το μήνυμα ότι υπάρχει ένα “μαγικό φάρμακο” απώλειας βάρους», λέει η Ειρήνη Αγαπηδάκη. Περιγράφει, μάλιστα, και τον κίνδυνο της μονοδιάστατης χρήσης. «Αν κάποιος λάβει μόνο το φάρμακο και συνεχίσει να τρέφεται ανθυγιεινά, δεν θα βελτιώσει την υγεία του. Θα χάσει μυϊκό ιστό και δεν θα αλλάξει τις διατροφικές του συνήθειες».

Η ωρολογιακή βόμβα

Ακριβώς σε αυτό το σημείο εστιάζεται η ανησυχία των ειδικών. Η κλινική διατροφολόγος Άννα Παπαγεωργίου περιγράφει την παχυσαρκία ως μια πολυπαραγοντική κατάσταση, που «έχει να κάνει με ορμονική ανισορροπία, με περιβαλλοντικούς παράγοντες, με τη διατροφή, με τη σωματική αδράνεια, με το στρες», χαρακτηρίζοντάς την και ως κοινωνικό ζήτημα. Την παρομοιάζει με ωρολογιακή βόμβα: «Κάτω από την παχυσαρκία κρύβονται πολλές μορφές καρκίνου, η καρδιαγγειακή νόσος, ο σακχαρώδης διαβήτης – τα συστήματα υγείας ταλαιπωρούνται και αυξάνεται η δαπάνη». Σε αυτό το πλαίσιο, βλέπει τον κίνδυνο τα φάρμακα αυτά να παρουσιάζονται ως μια γρήγορη λύση, και προειδοποιεί: «Η παχυσαρκία είναι υποτροπιάζουσα χρόνια νόσος και ο τρόπος ζωής παραμένει θεμελιώδης παράγοντας».

Άννα Παπαγεωργίου

Μετά το φάρμακο τι γίνεται, τη ρωτώ. «Οι μελέτες δείχνουν ότι οι άνθρωποι αυτοί ανακτούν το βάρος. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας η φαρμακοθεραπεία πρέπει να συνδυάζεται με αλλαγές στις συμπεριφορές», αναφέρει δίνοντας έμφαση στη σύσταση σώματος: «Ναι μεν αυτά τα φάρμακα δρουν στο σπλαχνικό λίπος, αλλά χάνεται και μυϊκή μάζα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να φτάσει κανείς να χάσει έως και 40%».

Η απώλεια αυτή έχει συνέπειες: «Όταν ξαναπροσλαμβάνεις βάρος, δεν ανακτάς τη μυϊκή μάζα – ξεκινάς από πιο σαρκοπενική κατάσταση. Επομένως ο καρδιαγγειακός κίνδυνος επιστρέφει». Η κ. Παπαγεωργίου στέκεται ιδιαίτερα στη χρήση αυτών των θεραπειών χωρίς ιατρική ένδειξη, καθώς όπως λέει υπάρχει αρκετός κόσμος που καταφεύγει σε αυτή τη λύση προκειμένου να χάσει 10-15 κιλά. «Από την οπτική των πολιτικών υγείας, θέλει προσοχή το να προβάλλεται το φάρμακο ως πρώτη γραμμή αντιμετώπισης, καθώς ενδέχεται να διαμορφώσει λανθασμένες αντιλήψεις σε άτομα χωρίς ιατρική ένδειξη ή με ή πιο υπερβάλλον βάρος».

Δουλεύουν, αλλά δεν αρκούν

Ο Σαράντης Λειβαδάς, ενδοκρινολόγος-διαβητολόγος, δεν αντιμετωπίζει τις ενέσιμες θεραπείες ούτε ως «θαύμα» ούτε ως απειλή, αλλά ως ένα εργαλείο με σαφή όρια και προϋποθέσεις. Η αποτελεσματικότητα, κατά τον ίδιο, δεν αμφισβητείται, ενώ εμφανίζεται καθησυχαστικός ως προς την ασφάλεια: «Οι παρενέργειες είναι ήπιες – το όφελος από τα κιλά που χάνονται είναι πολύ μεγαλύτερο». Ωστόσο, μεταφέρει το βάρος της συζήτησης αλλού: «Το μεγάλο ερώτημα είναι αν αυτή η θεραπεία έχει διάρκεια. Όσοι τη λαμβάνουν χωρίς διατροφή και άσκηση, όταν τη σταματούν, ανακτούν το βάρος». Περιγράφει ότι πολλοί ασθενείς παίρνουν το φάρμακο με τη λογική «να το πάρω για ένα διάστημα, να το διακόψω και να μην το συνεχίσω», όμως στην πράξη αυτό δεν αποδίδει, αν δεν έχει προηγηθεί ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο ζωής.

Αυτό αφορά κυρίως ανθρώπους που βασίζονται αποκλειστικά στη φαρμακευτική αγωγή, χωρίς διατροφή, άσκηση ή επαρκή ξεκούραση. Όπως λέει, «δεν έχουν κατανοήσει πλήρως τη διαδικασία» και γι’ αυτό δεν έχουν σταθερό αποτέλεσμα. «Η διατροφή και η άσκηση είναι εκ των ων ουκ άνευ, περίπου το 90% της προσπάθειας». Και προσθέτει τον ύπνο ως τρίτο κρίσιμο παράγοντα. Εξηγεί ότι, όταν δεν υπάρχει επαρκής ύπνος, ο οργανισμός αναζητά γρήγορη ενέργεια, κάτι που οδηγεί σε κατανάλωση ζάχαρης, σνακ και αναψυκτικών.

Σαράντης Λειβαδάς

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη σύσταση του σώματος. Με το φάρμακο η απώλεια βάρους δεν είναι επιλεκτική, κάτι που σημαίνει ότι, χωρίς άσκηση, μπορεί να χαθεί σημαντική μυϊκή μάζα. Για τον λόγο αυτό, επιμένει στον συνδυασμό διατροφής και άσκησης. Στο ζήτημα της ασφάλειας εμφανίζεται καθησυχαστικός. Οι πιο συχνές παρενέργειες είναι γαστρεντερικές και οι πιο σοβαρές ανησυχίες, όπως για θυρεοειδή ή παγκρεατίτιδα, δεν φαίνεται να συνιστούν σημαντικό κίνδυνο για τον γενικό πληθυσμό. Επισημαίνει επίσης ότι τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται ήδη για χρόνια στον διαβήτη και έχουν δοκιμαστεί σε μεγάλο αριθμό ασθενών.

Τα όρια της παρέμβασης

Η Άννα Παπαγεωργίου επιμένει ιδιαίτερα στο πώς αυτά τα φάρμακα αλλάζουν τη σχέση του ανθρώπου με το φαγητό και, τελικά, τη θρεπτική του κατάσταση. «Χρειάζεται να παρακολουθείται η θρέψη και να διασφαλίζεται επάρκεια πρωτεΐνης και σωστή διαχείριση του ενεργειακού ελλείμματος, ώστε να μην υιοθετείται μια ακραία υποσιτιστική προσέγγιση».

Το πρόβλημα είναι ότι η δράση των φαρμάκων μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετο: «Τα φάρμακα αυτά μειώνουν σημαντικά την όρεξη και το άτομο μπερδεύεται – μπορεί να προσλαμβάνει ακόμη και 400-500 θερμίδες ημερησίως. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποιοι άνθρωποι φτάνουν να μην τρώνε σχεδόν καθόλου».

Ανησυχητικό είναι ότι αυτό δεν γίνεται αντιληπτό: «Δεν νιώθει αδυναμία ο άνθρωπος που ακολουθεί αυτή τη θεραπεία – και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το ζήτημα. Ο μυϊκός ιστός είναι το “ακριβό” ενεργειακό νόμισμα του οργανισμού μας και η απώλειά του δεν είναι μόνο θέμα δύναμης ή εμφάνισης, αλλά συνολικής μεταβολικής και λειτουργικής επάρκειας». Πώς θα διατηρηθεί; «Με στοχευμένη άσκηση και εξειδικευμένη καθοδήγηση, ειδικά σε παχύσαρκα άτομα».

Ενέσεις αδυνατίσματος

Μια νέα πραγματικότητα

Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι μονοσήμαντη. Οι ενέσιμες θεραπείες δεν αποτελούν «εύκολη λύση», ούτε μπορούν να υποκαταστήσουν τον ρόλο του τρόπου ζωής. Ωστόσο, αποτελούν ένα ισχυρό εργαλείο που αλλάζει τα δεδομένα για χιλιάδες ασθενείς – μια σημαντική εξέλιξη στη διαχείριση της παχυσαρκίας, ιδίως για όσους μέχρι σήμερα είχαν περιορισμένες επιλογές.

Το γεγονός ότι τέτοιες θεραπείες εντάσσονται πλέον σε δημόσια προγράμματα υγείας –και ότι το κράτος μπορεί να προσφέρει μια τέτοια θεραπευτική επιλογή– αναδεικνύει μια ευρύτερη μετατόπιση: προς μια πιο ώριμη προσέγγιση της παχυσαρκίας, όχι ως ατομικής αποτυχίας, αλλά ως σύνθετης, χρόνιας νόσου που απαιτεί συστηματική και συλλογική αντιμετώπιση. Για πρώτη φορά, μια τέτοια παρέμβαση δεν αφορά μόνο όσους μπορούν να την πληρώσουν, αλλά εντάσσεται στο πεδίο της δημόσιας φροντίδας υγείας.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY