Πολιτικη & Οικονομια

Ομοφοβία, ετεροφοβία

Δεν μπορούμε να επιβάλουμε «ομοφιλία» και «ετεροφιλία»: πρόκειται για ζητήματα πολιτισμού και κοινωνικής αγωγής...

soti-triantafyllou.jpg
Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 439
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ομοφοβία, ετεροφοβία

Μπορούμε να «επιβάλουμε» σεβασμό και αρετή του πολίτη μέσω της νομοθεσίας, αλλά όχι αληθινή αποδοχή των σεξουαλικών διαφορών.

Μολονότι στη Γαλλία ο νόμος περί γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων είναι πλέον πραγματικότητα, οι αντιδράσεις συνεχίζονται, εντείνονται και επεκτείνονται: στις δυναμικές διαδηλώσεις συμμετέχουν καθολικοί, μουσουλμάνοι, ακροδεξιοί και νοικοκυραίοι, κάθε είδους εχθροί του κυβερνώντος κόμματος και του Φρανσουά Ολάντ προσωπικά.
Το φαινόμενο –κριτική και απαίτηση κατάργησης ισχύοντος νόμου– είναι μάλλον ασυνήθιστο στη Γαλλία: όπως σε όλες τις δημοκρατίες, εκτός από την ελληνική, όταν ένα νομοσχέδιο μετατρέπεται σε νόμο, οι διαμάχες εξασθενούν και ο νόμος τηρείται.

H σφοδρή αντίδραση εναντίον αυτού του νόμου οφείλεται –εκτός από το ότι αποτελεί ευκαιρία για επίθεση στο Σοσιαλιστικό Κόμμα και στη σημερινή κυβέρνηση (που θεωρείται άτολμη ή αδρανής)– σε μια αρχέγονη πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Οι ετεροφυλόφιλοι είναι ομόφοβοι όπως οι ομοφυλόφιλοι είναι ετερόφοβοι. Οι ετεροφυλόφιλοι άνδρες ρέπουν συχνά προς τη μισογυνία και οι ομοφυλόφιλες γυναίκες ρέπουν προς τη μισανδρία. Οι ομοφυλόφιλοι άνδρες χαρακτηρίζονται από αμφίσημα συναισθήματα έναντι των γυναικών: φόβο, δέος, περιφρόνηση, φθόνο, αηδία, ταύτιση. Δεν είναι όλοι οι ομοφυλόφιλοι ίδιοι, όπως δεν είναι όλοι οι ετεροφιλόφιλοι ίδιοι. Λόγου χάρη, οι ετεροφυλόφιλοι άνδρες έχουν ευρεία γκάμα συναισθημάτων και τοποθετήσεων έναντι των γυναικών, ενώ οι ετεροφυλόφιλες γυναίκες συχνότατα φοβούνται ή μισούν τους άνδρες. Και πάει λέγοντας: στον πολύπλοκο χάρτη του σεξ εκτυλίσσονται διασταυρούμενα μίση και πάθη – πράγματι υπάρχουν εξαιρέσεις και, όπως πάντα, η πραγματικότητα συγκροτείται τόσο από τις μορφές συμπεριφοράς της πλειοψηφίας, όσο κι από εκείνες των μειοψηφιών.

Οι ετεροφυλόφιλοι αποτελούν το 80-90% του πληθυσμού – δηλαδή μια «ισχυρή» πλειοψηφία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι σεξουαλικές τους προτιμήσεις είναι ομοιόμορφες. Υπάρχει άγνωστο ποσοστό ατόμων με αμφισεξουαλικές ή ασεξουαλικές μορφές συμπεριφοράς. Όπως είναι φυσικό, οι στατιστικές σ’ αυτά τα ζητήματα αποδεικνύονται πιο απατηλές απ’ ό,τι σε άλλα. Και, εν κατακλείδι, δεν έχουν ιδιαίτερο νόημα. Οι πρακτικές της ομοφυλόφιλης μειονότητας είναι, συνήθως, απωθητικές για τους ετεροφυλόφιλους και τούμπαλιν: πρόκειται, όπως έχουμε ξαναπεί, για διαφορετικές μορφές επιθυμίας και σεξουαλικότητας, αντιθέτως προς την τρέχουσα προπαγάνδα τη σχετική με τον «γάμο για όλους» που τις εξομοιώνει. Άρα, είναι απολύτως δικαιολογημένη και ανθρώπινη η έκφραση προτιμήσεων ή μη προτιμήσεων, η απαρέσκεια ή η αποστροφή.

Το πρώτο πρόβλημα που μπορούμε να επισημάνουμε αναφύεται μόνον αν η ομοφοβία ή η ετεροφοβία μεταβάλλονται από αισθητικές και λεκτικές παρατηρήσεις σε πράξεις διάκρισης (στην εργασία για παράδειγμα) ή, ακόμα χειρότερα, σε πράξεις βίας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις παρεμβαίνουν, ή τουλάχιστον πρέπει να παρεμβαίνουν, οι νόμοι περί ισότητας και περί απαγόρευσης των φυλετικών, θρησκευτικών και σεξουαλικών διακρίσεων. Οι νόμοι αυτοί είναι πλήρεις και δεν χρειάζονται ρύθμιση, χρειάζονται απλώς τήρηση. Με λίγα λόγια, δεν μπορούμε να επιβάλουμε «ομοφιλία» και «ετεροφιλία»: πρόκειται για ζητήματα πολιτισμού και κοινωνικής αγωγής, για ζητήματα παιδείας σχετικά με την ελευθερία και την ποικιλία.

Μπορούμε να «επιβάλουμε» σεβασμό και αρετή του πολίτη μέσω της νομοθεσίας, αλλά όχι αληθινή αποδοχή των σεξουαλικών διαφορών. Κάνω λόγο για «διαφορές» και όχι για «μειονότητες» επειδή, όπως προανέφερα, ρατσιστικά αισθήματα (υπό την ευρεία έννοια) δεν τρέφουν –θα συμφωνήσουμε όλοι– μόνον οι πλειονότητες, απλώς οι πλειονότητες είναι, εκ των πραγμάτων, ισχυρότερες. Από την πλευρά τους, οι μειονότητες, οι οποίες έχουν ιστορικό διώξεων, συσπειρώνονται με στόχο την ενίσχυσή τους και, ενδεχομένως, επιδίδονται επίσης σε διακρίσεις όταν και όπου μπορούν.

Το δεύτερο πρόβλημα που γίνεται φανερό μέσα από τις διαμάχες τέτοιου τύπου είναι ότι οι κοινωνίες μας κινδυνεύουν από την αστυνόμευση του λόγου και των ιδεών, από την επικράτηση δηλαδή μιας και μοναδικής στάσης που θεωρείται «σωστή». Ο παλιός δογματισμός –πατρίς, θρησκεία, οικογένεια– ενδύεται σήμερα φτηνή και νευρωτική επαναστατικότητα. Το τρίτο πρόβλημα παραμένει η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων: στη Γαλλία, για παράδειγμα, ενώ οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις είναι απαραίτητες και επιτακτικές, ασχολούμαστε με το ποιος θα παντρευτεί ποιον – τα δημαρχεία τρίβουν τα χέρια τους για τα έσοδα από την ξαφνική δημοτικότητα που γνωρίζει ο γάμος και η Γαλλία κάνει πως δεν βλέπει την κρίση: τον γνωστό ελέφαντα σε δωμάτιο.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ