- CITY GUIDE
- PODCAST
-
18°
Η νύχτα με τις μάσκες
31 Οκτωβρίου: Με το ηλιοβασίλεμα, το πέπλο που χωρίζει τους κόσμους λεπταίνει
Απόψε είναι η νύχτα που επιλέγουμε να φοράμε μάσκες: Αλλά γιατί; Και ποιοι είμαστε από πίσω τους;
Τελευταία μέρα του Οκτωβρίου, και με το ηλιοβασίλεμα το πέπλο που χωρίζει τους κόσμους λεπταίνει, εδώ κι εκεί κάνει ζάρες και τρύπες, κι από μέσα τους βλέπεις χέρια να τις τραβάν για να τις μεγαλώσουν, και σκελετούς κι άλλες μορφές σαβανωμένες να στριμώχνονται για να περάσουν στην από δω μεριά. Θέλουν να κάτσουν στο τραπέζι μας, έτσι για λίγο, για να θυμηθούν. Γιατί δεν γεννήθηκαν ούτε πλάστηκαν εκεί που γυρνάνε τώρα· αλλά εδώ, όπως κι εμείς. Θέλουν να κάτσουν στο τραπέζι μας, ή, αν μας δουν στον δρόμο, να μας μιλήσουν. Κάποιες λένε παλιές ιστορίες, κάποιες ακόμη παλιότερες, και κάποιες τις δικές μας ξεχασμένες, κρυμμένες ιστορίες.
* * *
Περίεργο πράγμα, γυρίσαμε εδώ με το τρένο. Οι ράγες ήταν ξεκολλημένες και σκουριασμένες, οι σανίδες σάπιες και γεμάτες κουφάρια από παλιό σαράκι, αλλά το τρένο πήγαινε ακόμα, όλο θόρυβο και παγωνιά σαν να κυλούσε μέσα σε ποτάμι. Περπατήσαμε την Εγνατία όπως την περπατούσαμε πάντα, με τα χέρια στις τσέπες, την τραγιάσκα στο κεφάλι, και μιλώντας χαμηλά-χαμηλά τα ισπανικά μας. Τα είχαμε φέρει εδώ τετρακόσια πενήντα χρόνια πριν, και πουθενά αλλού στον κόσμο δεν τα καλοκαταλάβαιναν πια.
Μη μας κοιτάξετε στα μάτια. Έχουμε μόνο ό,τι μας άφησαν, ριγέ πανί, κόκαλα που είναι ένα σώμα, ένα νούμερο στον πήχη κεντημένο με μελάνι και αίμα. Αυτά. Και τι θυμόμαστε τώρα. Τι θυμόμαστε.
Λοιπόν στην πλατεία, Σάββατο πρωί, Ιούλιος, κάπου δέκα χιλιάδες άντρες όρθιοι στον ήλιο, άκου τώρα, ώρες, χωρίς καπέλο, χωρίς νερό, χωρίς τίποτα. Όποιος έπεφτε, του τσάκιζαν τη ράχη με το ραβδί για να σηκωθεί. Κάμποσοι δεν τα κατάφεραν. Τα μπαλκόνια γύρω, πάλι, γεμάτα. Κάποιοι κοίταξαν για λίγο, κάποιοι κλείσανε τα παντζούρια, κάποιοι —τους ξέρουμε έναν-έναν, δεν τους ξεχάσαμε· δεν ήταν δα και πολλοί— άνοιξαν την πόρτα τους το βράδυ και μας έκρυψαν στο υπόγειο. Τα μαγαζιά του άλλου κόσμου ήταν ανοιχτά, η αγορά κινούνταν σαν κανονική αγορά, κι οι πεθαμένοι, χιλιάδες και χιλιάδες, μια πόλη μέσα στην πόλη, τρίζαν τα κόκαλά τους και χτύπαγαν τα σαγόνια τους στα μνήματα από αλλοφροσύνη. Αλλά όχι για πολύ.
Ήρθαν με φτυάρια και με φορτηγά, και ξήλωσαν τα μάρμαρά μας, τα σύραν με τα άλογα και τα κουβάλησαν τέσσερις-τέσσερις στις πλάτες τους, κι αργότερα όλα τους βρέθηκαν, άκου τώρα, μέσα στους τοίχους, στις αυλές, στα σκαλιά, σε δρόμους που τους περπατάνε ο κόσμος κάθε μέρα, υλικά οικοδομών και οδοστρώσεως. Κι όταν φύγανε όλα τα μάρμαρα, χτίστηκαν τα αμφιθέατρα πάνω από τις τρύπες για τα μαθήματα των νέων και τις επιστήμες του ανθρώπου, κι εμείς ακούμε ακόμα τις διαλέξεις, χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, μεγάλοι και μικροί, παππούδες, θείες και παιδιά. Μεγάλα λόγια, μεγάλα μαθήματα.
Και στα σπίτια μας βέβαια μπήκαν άλλοι, και ζεστάθηκαν στα τζάκια μας, και κοιμήθηκαν στα κρεβάτια μας, και κοίταξαν τον ουρανό από τα παράθυρά μας να δουν αν το πάει για βροχή. Έτσι πάνε αυτά άρα, τι να πεις. Δεν κρατάμε κακία. Μακάρι μόνο να το ξέρανε και τα παιδιά τους.
Τι άλλο; Α, το λιμάνι έκλεινε τα Σάββατα, γιατί οι μισοί φορτωτές ήμασταν εμείς, άκου τώρα. Και μια ολόκληρη συνοικία, και βάλε, σταματούσε τη δουλειά μία μέρα τη βδομάδα, μα σ’ έναν χρόνο ξέχασε πως το έκανε. Άκου τώρα…
Τι; Τι θέλουμε; Τίποτα. Να μας πείτε μονάχα με τα ονόματά μας. Αυτό ίσως. Αλτσέχ, Μόλχο, Καμχή, Μοδιάνο, Σαλτιέλ, Ναχμίας, Μπαρούχ. Ο καθένας μας είχε ένα όνομα, όλος ο κόσμος έχει, αυτό δα έλειπε, και μια δουλειά που τον ζούσε, και μια σκάλα που τη σκούπιζε το πρωί, και μια φωνή που φώναζε τα παιδιά για φαγητό το βράδυ γιατί είχαν ιδρώσει στον δρόμο, νισάφι. Σαράντα έξι χιλιάδες φωνές, σαράντα έξι χιλιάδες ονόματα. Αυτά. Αυτά.
Μα, άκου τώρα, νύχτωσε, και οι τρύπες θα κλείσουν, κι εμείς θα φύγουμε πάλι. Μόνο αν θες αύριο, που θα περάσετε από την πλατεία, βιαστικοί —και πώς να μη βιάζεται ο ζωντανός; αυτό δα έλειπε—, σταθείτε ίσως για μια στιγμή, κοιτάξτε γύρω σας, και ρωτήστε τον αέρα ποιος λείπει. Και γιατί. Ναι; Όχι; Όχι, ε;
Ας μένει ο λόγος. Κάντε ό,τι σάς φωτίσει ο Θεός, εμείς τώρα φεύγουμε, ο χρόνος μας τελείωσε, πάμε εκεί που πρέπει να βρεθούμε, γυρνάμε στο Στοιχειωμένο.
* * *
Με το ηλιοβασίλεμα σήμερα, το πέπλο που χωρίζει τους κόσμους λεπταίνει, κι εδώ κι εκεί κάνει ζάρες και τρύπες. Και για να τις μπερδέψουμε, εμείς, πριν να ξανακλείσουν, φοράμε παράξενες φορεσιές, και μάσκες.
* * *
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η κοπέλα νοσηλεύεται σε σοβαρή κατάσταση
Τι ζητά η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων
Μη σκαλώνεις που μεγαλώνεις
Κατηγορείται για τρεις εμπρηστικές επιθέσεις
31 Οκτωβρίου: Με το ηλιοβασίλεμα, το πέπλο που χωρίζει τους κόσμους λεπταίνει
Η φωτιά εκδηλώθηκε τα ξημερώματα του Σαββάτου
Οι καταγγελίες για στρατολόγηση γυναικών από το εξωτερικό
Πληροφορίες για έκρηξη και υπολείμματα από γκαζάκια
Δέκα προφυλακίσεις για την υπόθεση
«Έκανε τους αυτοφωράκηδες... επιχειρηματίες»
Το 71% είναι άνδρες και το 65,8% ζει χωρίς οικογενειακή στήριξη
Ο γάτος υπέστη συντριπτικό κάταγμα στη δεξιά πίσω κνήμη
Πρόκειται για επιχειρηματίες από τη Ρόδο
Η ανακοίνωση της Ολυμπίας Οδού
Το νέο βίντεο ντοκουμέντο
Έρευνες με απόλυτη μυστικότητα επί 34 μέρες
Βίντεο ντοκουμέντο από τη δράση του
Βαρύτατες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν
Ζωή μέσα στη χλιδή για τους συλληφθέντες
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.