- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Η αυτοκτονία ενός κοριτσιού και μια φωτογραφία που δεν τραβήχτηκε ποτέ
Μια μητέρα, ένας ρεπόρτερ και τα όρια της δημοσιογραφίας
Η αυτοκτονία μιας μαθήτριας, οι δημοσιογραφικές βάρδιες της Αθήνας του 1990 και η στιγμή που ένας άνθρωπος και επαγγελματίας αλλάζει για πάντα.
Ήταν μια νύχτα του 1990, τέτοια εποχή. Είχε μπει η Άνοιξη, κανονικά χωρίς τις τσαπατσουλιές της κλιματικής κρίσης. Οι μαθητές ετοιμάζονταν να δώσουν πανελλαδικές, τότε ίσχυε ακόμα το σύστημα με τις Δέσμες. Τότε τις λέγαμε ακόμα Πανελλήνιες. Η νυχτερινή βάρδια σε ένα μεγάλο Μέσο ενημέρωσης, ένα από τα μεγαλύτερα τότε και για αρκετά χρόνια αργότερα, όπως η Ελευθεροτυπία, ήταν ένα από τα μεγαλύτερα σχολεία, ίσως και πανεπιστήμια, δημοσιογραφίας. Είχε από όλα.
Από τρομοκρατία με ρουκέτες και βόμβες της 17Ν, δολοφονίες, συγκλονιστικά τροχαία δυστυχήματα, οργανωμένο έγκλημα, εκτελέσεις. Πολλά. Πάρα πολλά. Και αυτοκτονίες είχε. Είχε αυτό που έχουν όλες οι αστυνομικές ιστορίες, όχι μόνο στη δημοσιογραφία αλλά και στη λογοτεχνία: Τον αμείλικτο τρόπο να δείχνουν τι είναι ικανοί οι άνθρωποι να κάνουν. Και να τρομάζουν τις κοινωνίες ξεπροβάλλοντας μέσα από την κυνική πραγματικότητα τα δόντια τους. Κι ένα στραβό χαμόγελο που φανερώνει τι έχουν διαλέξει οι άνθρωποι να λένε ότι χρειάζονται και τι πετάνε στους κάδους με τα σκουπίδια τους. Αυτό έχουν οι αστυνομικές ιστορίες.
Όπως και τώρα έτσι και τότε - όπως πάντα, δηλαδή - όταν η ζωή θέλει να τραβήξει στην άβυσσο τους ανθρώπους από τη μια στιγμή στην άλλη, δεν ρωτάει κανέναν. Αυτό είχε συμβεί κι εκείνη τη νύχτα.
Η ώρα είχε πάει γύρω στις 4 τα ξημερώματα. Χτύπησε το τηλέφωνο του γραφείου, ένα βαρύ μαύρο vintage από βακελίτη, με στρογγυλό καντράν, σαν να πρωταγωνιστούσες σε μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή. Θυμάμαι ακόμα τον αριθμό του, σαν ανεξίτηλη παιδική ανάμνηση, 3242417. Τότε, το πιο προηγμένο σύστημα έκτακτης πληροφόρησης για κάποιο «συμβάν» ήταν ο τηλεειδοποιητής, το «μπίπερ». Μόνο σε γιατρούς και δημοσιογράφους του αστυνομικού ρεπορτάζ το έβρισκε κανείς, να κρέμεται από τη ζώνη του παντελονιού ή σφηνωμένο με το μεταλλικό του μανταλάκι στο τσεπάκι του σακακιού.
«Από τη ΓΑΔΑ καλησπέρα, έχουμε ένα σοβαρό περιστατικό, μια νεαρή κοπέλα αυτοκτόνησε στο διαμέρισμα που έμενε, έπεσε από τον φωταγωγό στο κενό», «Ναι. Άλλα στοιχεία; Περιοχή, όνομα;», «Ναι, γράφετε;», «Γράφω...».
Αμέσως μετά και άλλο τηλεφώνημα, στον Δ. που κάναμε το ίδιο ρεπορτάζ, «νυχτερινό» το λέγαμε. Ήταν ένα αναγκαίο βήμα για να ξεκινήσουμε όσοι δεν είχαμε άλλους τρόπους να κάνουμε από τα πρώτα βήματα κάτι πιο γκλαμουράτο. Ο Δ. έκανε τη νυχτερινή βάρδια σε μια άλλη εφημερίδα. Ούτε και αυτή υπάρχει πια. «Θα πας;», με ρώτησε. "Όχι ρε Δ., εδώ στην Ελευθεροτυπία δεν τα κυνηγάμε αυτά τα θέματα, αφού το ξέρεις, εσύ θα πας;», «Ναι ρε γαμώτο, όχι μόνο θα πάω αλλά δεν μπορείς να φανταστείς τι μου είπε ο αρχισυντάκτης...», «Τι σου είπε, μωρέ...», «Να φύγω σφαίρα και να μη γυρίσω χωρίς φωτογραφία της κοπέλας...».
Ο Δ. είχε ένα «παπί», Honda πρέπει να ήταν. Ήταν πολύ της μόδας τότε. Έφυγε σφαίρα. Εμείς δεν βάλαμε ούτε μονόστηλο. «Θα το δούμε το πρωί και αν έχει προεκτάσεις, κάτι θα γράψουμε», μου είχε πει ο δικός μου αρχισυντάκτης. Ξημέρωσε, η βάρδια τέλειωσε, πήρα τον Ηλεκτρικό για Πειραιά.
Είχα δεν είχα κοιμηθεί μια δυο ώρες και χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού. «Κάτι θα έγινε», σκέφτηκα. Ήταν ο Δ. «Κοιμάσαι;», ρώτησε. «Πες μου ρε τι θες να κάνω τέτοια ώρα…», απάντησα αλλά κάτι δεν μου άρεσε στη φωνή του. «Κλαις ρε μαλάκα;», τον ρώτησα.
Ναι, έκλαιγε αλλά το κλάμα δεν έβγαινε από τις φωνητικές του χορδές. Ήταν κάτι άλλο, πιο βαθύ. Είχε πάει για ρεπορτάζ στο σπίτι της έφηβης που ετοιμαζόταν να δώσει Πανελλήνιες και είχε αυτοκτονήσει πέφτοντας από το παράθυρο της τουαλέτας στο κενό του φωταγωγού.
Είχε βρει εύκολα το σπίτι. Η πόρτα της πολυκατοικίας ήταν ανοιχτή. Κόσμος ήταν μαζεμένος στο κλιμακοστάσιο εκεί όπου κατέληγε ο φωταγωγός. Η μητέρα του κοριτσιού ήταν καθισμένη κάτω, δίπλα στο σημείο όπου είχε ξεψυχήσει το παιδί της που είχε διακομισθεί ήδη στο νεκροτομείο. Στα χέρια της κρατούσε ένα μεγάλο πανί που της είχαν δώσει οι γείτονές της για να σκουπίζει τα δάκρυά της. Ο Δ. πλησίασε έχοντας ακόμα στ’ αυτιά του την εντολή του αρχισυντάκτη του. «Μην τολμήσεις να γυρίσεις χωρίς φωτογραφία της νεκρής». Από τις ίδιες οδούς έμπαιναν στα αυτιά του και τα κλάματα της μητέρας. Σε εκείνο το σημείο ο Δ. σταμάτησε να μου μιλά και ξανάβαλε τα κλάματα. Αυτό άκουγα από το τηλέφωνο.
Προσπάθησε να συνέλθει και συνέχισε. Είχε πλησιάσει τη μητέρα και αφού της είπε «συλλυπητήρια» τόλμησε να της ζητήσει, όσο πιο διακριτικά μπορούσε, μια φωτογραφία του παιδιού. Εκείνη τον κοίταξε, βούτηξε το πανί που σκούπιζε τα δάκρυά της μέσα στη μεγάλη κηλίδα από το αίμα του παιδιού της και του το πέταξε με μίσος στο πρόσωπο. «Πάρε, αυτή είναι η φωτογραφία του παιδιού μου», του είπε. Το σώμα της είχε πετρώσει με το χέρι της να στέκει ακόμα τεντωμένο προς το πρόσωπο του Δ. που είχε σκεπαστεί από το ματωμένο πανί. Το τράβηξε πρόχειρα, το άφησε σε μια γωνία κι έφυγε.
Όταν μου τηλεφώνησε δεν είχε συνέλθει ακόμα. Το κατόρθωσε λίγες ώρες αργότερα. Πλύθηκε, ετοιμάστηκε και ξαναπήγε στην εφημερίδα του. Όχι για να πιάσει δουλειά. Για να παραιτηθεί. Άφησε ένα χαρτί στο λογιστήριο, βγήκε στο πεζοδρόμιο, ανέβηκε στο παπί του κι έφυγε για πάντα από εκείνο το κομμάτι της δημοσιογραφίας που και τότε διψούσε για αίμα. Ο Δ. χάθηκε, εξαφανίστηκε, ούτε ξανατηλεφώνησε, ούτε κι εγώ τον έψαξα, σαν από ντροπή για λογαριασμό άλλων. Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ. Κανείς μας δεν έμαθε τότε γιατί αυτοκτόνησε η νεαρή κοπέλα στον ακάλυπτο. Δεν είχε αφήσει σημείωμα. Και να είχε αφήσει δεν θα γινόταν ψηφιακή σερπαντίνα κιτρινισμού κι απάνθρωπης ανευθυνότητας, όπως σήμερα. Αλλά και πάλι, θα κυκλοφορούσε η φωτογραφία της αν ο Δ. την έπαιρνε από την μητέρα της. Γιατί ανέκαθεν δεν υπήρχαν μόνο αυτοί που παρήγαγαν την αθλιότητα, υπήρχαν και αυτοί που την αποζητούσαν για να την καταναλώσουν.
Έχουν περάσει σχεδόν 40 χρόνια από τότε. Ο κόσμος και οι άνθρωποι έχουν αλλάξει, και μια και δυο και τρεις, ίσως και περισσότερες φορές. Όχι όλοι, όχι όλα. Η συναισθηματική βαρβαρότητα ενός μέρους των Μέσων Ενημέρωσης δεν έχει χορτάσει τη δίψα του για αίμα και δυστυχία. Και ούτε πρόκειται. Αυτή η «φρικτή αντικειμενικότητα του θανάτου», που λέει ο Λεονάρντο Σάσα, θα συνεχίσει να ταΐζει πεινασμένα στομάχια, αποδεικνύοντας ότι η ζωή μπορεί να είναι ικανή για τα πάντα. Οι άνθρωποι για τα υπόλοιπα…
ΠΡΟΣΦΑΤΑ
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η υπόθεση αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες σημειώθηκαν οι θάνατοι
Η ηλικιωμένη ανασύρθηκε κατά τη διάρκεια κατάσβεσης πυρκαγιάς σε χαμηλή βλάστηση στο Πανόραμα
Ο γάμος, η απόκτηση παιδιού και τα προβλήματα στη σχέση τους
Την εντόπισαν περαστικοί
Στο επίκεντρο μία εργαζόμενη - Η μητέρα παρατήρησε αλλαγή στη συμπεριφορά του παιδιού
Ανθρωποκυνηγητό για τον εντοπισμό των δραστών
Η ηλικιωμένη έφερε μώλωπες στο πρόσωπο και στον λαιμό, καθώς και ίχνη πάλης
Ο εκπαιδευτικός απολογήθηκε στον ανακριτή μετά τον εντοπισμό των ναρκωτικών σε αποθήκη του
Συνελήφθη μαζί με τους γονείς της που την περίμεναν έξω από το σπίτι
Το «κοκτέιλ» ουσιών που έδειξαν οι τοξικολογικές
Τι είπε για τον πατέρα της, τον οποίο και βγάζει από το κάδρο της υπόθεσης
Φέρεται να ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε το υλικό που βρέθηκε στα ψηφιακά μέσα του
Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και όρια - Η ψηφιακή προστασία των παιδιών είναι ευθύνη όλων μας
Νέα δίωξη για τρομοκρατική οργάνωση και 24 απόπειρες ανθρωποκτονίας
Συνεχίζονται αύριο οι καταθέσεις των συγγενών των θυμάτων
Παραμένει υπό κράτηση ο οδηγός που προκάλεσε τον τραυματισμό τριών ατόμων υπό την επήρεια αλκοόλ
Πρώτη κατέθεσε η κόρη της Μαρίας Μουρτζάκη εργαζόμενης στο κυλικείο της επιβατικής αμαξοστοιχίας
Η ανακοίνωση από το «Χαμόγελο του Παιδιού»
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.