Κοινωνια

Η κηδεία του έρωτα

Πήγα στον τελευταίο μας αποχαιρετισμό «θεραπευμένος», χωρίς πολλά μπαγκάζια. Με τρυφερότητα και περιέργεια για την ανακεφαλαίωση του κόσμου του, όπως είθισται να συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίσταση

42352-95226.jpg
Κωνσταντίνος Ματσούκας
ΤΕΥΧΟΣ 991
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
«Έρωτας που σπάζει το τόξο του» [π. 1896], γλυπτό του Γεώργιου Βρούτου
«Έρωτας που σπάζει το τόξο του» [π. 1896], γλυπτό του Γεώργιου Βρούτου

Μια κηδεία ξυπνά μνήμες ενός παλιού έρωτα και φέρνει συμφιλίωση με το παρελθόν

Ποτέ δεν το είχα σκεφτεί έτσι όπως το έζησα την περασμένη βδομάδα. Ότι δηλαδή, μια στο τόσο, μια κηδεία μπορεί να κάνει καλό, ν’ ανανεώνει την ώθηση για ζωή και να σε συμφιλιώνει με το γεγονός ότι, στην πραγματικότητα, ο θάνατος είναι το πιο μαζικό κίνημα.

Για να εξηγούμαι, η δική μου προσωπική απώλεια στη συγκεκριμένη κηδεία δεν ήταν πρόσφατη. Όχι, είχε συντελεστεί μια δεκαετία νωρίτερα. Τόσος ήταν ο χρόνος που είχε μεσολαβήσει από την ερωτική μου σχέση με τον εκλιπόντα. Σχέση θυελλώδης αλλά και λαμπερή, με μεγάλο βαθμό δυσκολίας αλλά και αντίστοιχες ανταμοιβές, που στα δύο χρόνια της διάρκειάς της, κινήθηκε σε όλο το φάσμα, από την έκσταση στην καταβαράθρωση.

Θυμάμαι να φεύγω από το σπίτι του ένα πρωινό, ενεργοποιημένος από τον κορφή ως τα νύχια, σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο, με τη σκέψη: Φαντάσου να μπορούσε κανείς να αισθάνεται έτσι μόνιμα! Ή ένα βράδυ στο τέλος της σχέσης, μαχαιρωμένος από την αδιαφορία του, να σκέφτομαι: Μα δεν θα ’πρεπε να υπάρχει Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών για τα συναισθήματα; Όπως επίσης δεν ξεχνιέται και η εσωτερική προσταγή που σχηματίστηκε το αμέσως επόμενο λεπτό: «Δεν θα επιτρέψεις ποτέ ξανά σε κανέναν και για τίποτα, να σε φέρει σ’ αυτή τη θέση!». Με δυο λόγια, υπήρξε σημαντικός, και κάτι παραπάνω. Ήταν ο τελευταίος που μου έδωσε κίνητρο ν’ αφεθώ στη διακινδύνευση που ονομάζουμε έρωτα.

Η αυλαία ήταν ένα δείπνο μαζί, κάπου έναν χρόνο αργότερα, με δική του πρόσκληση, την οποία δέχτηκα με την αναμενόμενη επιφύλαξη. Με ανακούφιση διαπίστωσα ότι δεν είχαμε στ’ αλήθεια τόσα να πούμε. Αυτή τη φορά χωρίσαμε ανάλαφρα.

Ο χρόνος είχε δουλέψει ευσυνείδητα για να μας απαλλάξει από κάθε μεταμέλεια. Επομένως, πήγα στον τελευταίο μας αποχαιρετισμό «θεραπευμένος», χωρίς πολλά μπαγκάζια. Με τρυφερότητα, ναι, και περιέργεια για την ανακεφαλαίωση του κόσμου του, όπως είθισται να συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίσταση. Το «κηδεία», εξάλλου, προέρχεται από το κήδομαι, δηλαδή φροντίζω, νοιάζομαι, μεριμνώ.

Η μέρα ήταν κρύα και ηλιόλουστη και η εκκλησία ασφυκτικά γεμάτη. Καταξιωμένος και αγαπητός, ήταν φανερό το αποτύπωμα που είχε αφήσει στον κοινωνικό κι επαγγελματικό του χώρο. Περιφέροντας το βλέμμα, αναγνώρισα αμυδρά κάποιους από τον κύκλο του – όλοι τώρα ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτεροι, επομένως υπήρχε μεγάλο περιθώριο για να αναρωτηθώ αν ήταν όντως εκείνοι που νόμιζα. Σ’ ένα απροσδόκητο παιχνίδισμα του μυαλού, αρκετές φορές μού φάνηκε πως είδα ανάμεσά τους και τον παλιό αγαπημένο. Δεν μου έκανε έκπληξη. Κάτι τέτοιο θα έδενε απόλυτα με την αίσθηση του χιούμορ του.

Μίλησαν πολλοί άνθρωποι, παλιοί μαθητές και νυν συνάδελφοι, για την έμπνευση και την καθοδήγηση που άντλησαν από αυτόν, για το πόσο μεταδοτικός ήταν ο έρωτας που έτρεφε για την επιστήμη του. Ποιος είπε ότι οι ακαδημαϊκοί δεν συγκινούνται; Αναφέρθηκαν σε σεμινάρια και ταξίδια και σε αποφάσεις ζωής στις οποίες εκείνος έπαιξε κύριο ρόλο. Τον αποκαλούσαν «δάσκαλο», ομολογώντας ταυτόχρονα πως ήταν ένας όρος που ο ίδιος δεν ενέκρινε. Τον αναγνώρισα σε όλα όσα λέγονταν. Το πόσο πολύ του άρεσε ν’ ανοίγει τα μαγικό του μυαλό προς χάριν ενός ακροατηρίου, πόσο παθιασμένα ξεψάχνιζε τις ιστορικές πηγές προκειμένου να προσθέσει στις τρεις διαστάσεις ενός τόπου την τέταρτη διάσταση του χρόνου, πράγμα που άλλαζε το τοπίο διά παντός. Το έκανε κατά κόρον, το έκανε και μαζί μου (βλ. Ταξίδι στη γειτονική Αλβανία), κι αυτή ακριβώς ήταν η προίκα από τη σχέση μαζί του, που ήταν κοινή με τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους. Ταυτόχρονα, βέβαια, στο δημόσιο εγκώμιο, δεν υπήρξε νύξη για την ιδιωτική του ζωή. Οι αντιφάσεις του ως ανθρώπου, η δυσκολία με τη φροντίδα του εαυτού και την οικειότητα, όλα αυτά προορίζονταν να μείνουν βαθιά φυλαγμένα στην τσέπη μου. Δικαίως, ίσως.

Μια κομψή ογδοντάχρονη κυρία που έφτασε αργοπορημένη, μου απηύθυνε τον λόγο.

«Κι εσείς βυζαντινολόγος;» με ρώτησε ευγενικά.
«Όχι, παλιός εραστής. Εσείς;»

Ένα αδιόρατο πετάρισμα των βλεφάρων της μου έδωσε να καταλάβω ότι η πληροφορία δεν βρήκε πεδίο προσγείωσης μέσα της.

«Α, εμείς ήμασταν συγχωριανοί, απ’ το Καρπενήσι», απάντησε γλυκά και προχώρησε στον επόμενο.

Χάριν της εξοδίου ακολουθίας, μπήκα στην ουρά που περνούσε δίπλα από το κλειστό φέρετρο για ν’ αποθέσω πάνω του ένα φευγαλέο χάδι. Ξέροντας, παρ’ όλα αυτά, ότι εκείνος δεν ήταν πια εκεί, ότι, πλέον, ήταν μέσα μας κι ανάμεσά μας. Μετά, η διαδρομή μέσα στην πόλη ήταν ήσυχη, είχε μια σιωπή γιορταστική, αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο. Σαν ο έρωτας και ο θάνατος να είχαν δώσει τα χέρια κι ύστερα να είχαν πάρει ο καθένας τον δρόμο του σφυρίζοντας.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

«Έρωτας που σπάζει το τόξο του» [π. 1896], γλυπτό του Γεώργιου Βρούτου
Η κηδεία του έρωτα

Πήγα στον τελευταίο μας αποχαιρετισμό «θεραπευμένος», χωρίς πολλά μπαγκάζια. Με τρυφερότητα και περιέργεια για την ανακεφαλαίωση του κόσμου του, όπως είθισται να συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίσταση

Doomscrolling
Ο ελεύθερος xρόνος ως reel

Όσα κάποτε αποτελούσαν απλά «χόμπι» ασκούνται πια ολοένα και περισσότερο σε επίπεδο ημι-επαγγελματικό, τόσο ώστε η έκθεσή τους στα social να έχει κάποια αξία σε σχέση με τον ανταγωνισμό

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY