Κοσμος

Εντυπώσεις από ένα ταξίδι στη βόρεια Αγγλία

Οι πόλεις της μεταβιομηχανικής εποχής και πώς η Βρετανία έγινε φτωχή όσο η πολιτεία του Μισσισσιπή

Σώτη Τριανταφύλλου
Σώτη Τριανταφύλλου
11’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Μίντλσμπρα
Μίντλσμπρα © Ian Forsyth/Getty Images

Ταξίδι στη βορειοανατολική Αγγλία: πώς η αποβιομηχάνιση, το Brexit και η οικονομική κρίση άλλαξαν τις άλλοτε ακμάζουσες πόλεις.

Ταξιδεύοντας στη βορειοανατολική Αγγλία, από τα Μίντλαντς στους βάλτους του Γιόρκσαϊρ και μέχρι τα σύνορα της Σκοτίας, περιπλανήθηκα στη σκαμμένη γη των παλιών ορυχείων του άνθρακα και των μετάλλων: σήμερα, σαράντα χρόνια μετά το κλείσιμο των ορυχείων, οι πόλεις-φαντάσματα της δεκαετίας του 1980 έχουν αναγεννηθεί και μεταμορφωθεί. Το Νιουκάσλ, όπως τα περισσότερα πρώην βιομηχανικά κέντρα, έχει στραφεί προς τις υπηρεσίες, την τεχνολογία και τα πανεπιστήμια έχοντας αποκτήσει, μαζί με το γειτονικό Ντάραμ, κύρος στις βιοεπιστήμες και στην πληροφορική· στο Στόκτον-ον-Τηηζ, τα ίχνη της χημικής βιομηχανίας και της ναυπηγικής παραμένουν ορατά· η κοιλάδα του ποταμού Τηηζ έχει βαθιές βιομηχανικές ρίζες με παραδοσιακούς κλάδους: λιπάσματα, πετροχημικά, επεξεργασία υλικών και μεταλλουργία. Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες μετάβασης προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την τεχνολογία χαμηλών εκπομπών άνθρακα και, όπως παντού, προς τη μεταποίηση, προς το λιανεμπόριο και τις υπηρεσίες. Όσο για τα ναυπηγεία, ένα μεγάλο μέρος τους έχει μετατραπεί σε καρνάγιο όπου επισκευάζονται κρουαζιερόπλοια: σημείο των καιρών, αδιανόητο πριν από μισό αιώνα. Το Μίντλσμπρα, μια από τις πιο χαρακτηριστικές βιομηχανικές πόλεις της βορειοανατολικής Αγγλίας —μαζί με το Σέφηλντ η καρδιά της χαλυβουργίας— παρά τη διάλυση της βιομηχανίας των μηχανημάτων, των χημικών, των πολυμερών και των λιπασμάτων, φαίνεται ακόμα συνδεδεμένο με την παλιά του ταυτότητα την οποία υπογραμμίζει η ακτή της Βόρειας Θάλασσας με τα καλοκαιρινά θέρετρα της εργατικής τάξης. Ακόμα και off-season, όταν τα λούνα παρκ είναι κλειστά, στις αμμουδερές παραλίες περπατούν οικογένειες που τρώνε fish and chips σε χάρτινα χωνάκια: είναι οι τόποι όπου ο Βλοσυρός Νότος αφήνεται να ψυχαγωγηθεί.

Η περιπλάνηση στη βορειοανατολική Αγγλία μοιάζει με προσκύνημα. Σ’ αυτές τις πόλεις, αγνώριστες σήμερα μετά από διαδοχικές πολεοδομικές αναπλάσεις (οι περισσότερες μού φαίνονται θλιβερά αποτυχημένες) και δημογραφικές ανατροπές, γεννήθηκε και λειτούργησε ο κινητήρας της νεωτερικότητας: η βιομηχανία και η εργατική τάξη, η οποία, με το πέρασμα του χρόνου, είτε αναρριχήθηκε κοινωνικά, είτε ξέπεσε στο κοινωνικό περιθώριο. Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και παρά τις δυσκολίες, κάθε καινούργια χρονιά, οι Βρετανοί εργαζόμενοι περίμεναν βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους· και πράγματι, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, τα πράγματα πήγαιναν όλο και καλύτερα. You've never had it so good. Αλλά, μετά την απο-αποικιοποίηση, η Μεγάλη Βρετανία εξελίχθηκε σε μετα-αποικιακή δύναμη με περιορισμένη διεθνή εμβέλεια. Έκτοτε, μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής βασικές περιόδους: από το 1945 μέχρι το 1973, η χώρα ανασυγκροτήθηκε από οικονομική, θεσμική και κοινωνική άποψη· ακολούθησε, από το 1973 μέχρι 1989 περίπου, η φάση της αποβιομηχάνισης, με υψηλή ανεργία, έντονη πολιτιστική παραγωγή και κοινωνική αναταραχή με υποβάθμιση μέρους της εργατικής τάξης σε underclass, αύξηση της παραβατικότητας και της εξάρτησης από το Κράτος Προνοίας. Στη συνέχεια, η περίοδος του οικονομικού μετασχηματισμού και της ανάπτυξης με χρηματοπιστωτικό προσανατολισμό, που ξεκίνησε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, φαίνεται ότι τελείωσε με την κρίση του 2007-8. Kι όμως, το 2007, η Βρετανία βρισκόταν σε καλό δρόμο, αν και πολλοί πίστευαν ότι ο δρόμος που είχε χαράξει η Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν ο δρόμος της απωλείας. Πάντως, το μέσο εισόδημα των νοικοκυριών δεν άργησε να ξεπεράσει, λιγάκι, εκείνο της Γερμανίας· η λίρα αντιστοιχούσε σε 2 δολάρια περίπου και το Λονδίνο ανταγωνιζόταν τη Νέα Υόρκη ως παγκόσμιο κέντρο του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ύστερα, η Βρετανία έμεινε πίσω.

Όπως γράφει το περιοδικό «Atlantic» (υπερβάλλοντας κάπως), το κατά κεφαλήν προϊόν είναι πλέον ελάχιστα υψηλότερο από εκείνο της φτωχότερης αμερικανικής πολιτείας, του Μισσισσιπή: εξάλλου, αυτό το μικρό προβάδισμα επιτυγχάνεται μονάχα λόγω του δυναμισμού του Λονδίνου. Στην επαρχία, στα μέρη που σπάνια επισκέπτονται οι ταξιδιώτες, το βιοτικό επίπεδο είναι χαμηλότερο —αν και η διαίρεση μεταξύ Βορρά-Νότου είναι αρκετά πιο σύνθετη από όσο δείχνουν οι αριθμοί: ο Βορράς παρουσιάζει κάποια πλεονεκτήματα, όπως χαμηλότερα ενοίκια, ευκαιρίες απόκτησης ιδιωτικής στέγης και μικρότερες ανισότητες —εξάλλου, μερικές περιοχές του Λονδίνου έχουν γίνει πλέον αβίωτες (εγκληματικότητα, ισλαμιστική πίεση, ασχήμια, παραμέληση) με δείκτες παρόμοιους με εκείνους των πιο υποβαθμισμένων περιοχών του Μίντλσμπρα. Το Μίντλσμπρα είναι, νομίζω, η πιο προβληματική από τις πόλεις της βορειοανατολικής Αγγλίας που επισκέφτηκα φέτος: μου φαίνεται παράδειγμα μεταβιομηχανικής αποτυχίας στην εικόνα της οποίας συμβάλλει η μεγάλη πυκνότητα γυναικών με χιτζάμπ. Και καταστημάτων που πουλάνε χιτζάμπ.

Στο σημερινό περιβάλλον όπου το νόμισμα έχει υποτιμηθεί —η λίρα αντιστοιχεί σε περίπου 1,35 δολάριο— και οι μισθοί είναι χαμηλότεροι από ό,τι στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία και στη Δανία, πολλές πόλεις περιλαμβάνουν μεγάλους θύλακες φτώχειας και εγκληματικότητας όπως το Μίντλσμπρα: το Σάντερλαντ, το πάλαι ποτέ «τουριστικό» Μπλάκπουλ, το Χαλ, το Γούλβερχαμπτον αγωνίζονται να ξεπεράσουν τη μεταβιομηχανική στέρηση. Γενικά η Βρετανία, ως μεσαία δύναμη, δυσκολεύεται να βρει τη θέση της στον κόσμο και να λύσει τα εσωτερικά της προβλήματα. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS), ο περίφημος πυλώνας του βρετανικού κράτους πρόνοιας «από την κούνια μέχρι τον τάφο», έχει επιβαρυνθεί με 6 εκατομμύρια ασθενείς —σχεδόν το ένα δέκατο του πληθυσμού— που περιμένουν θεραπεία. Εκτός από τις μακροσκελείς λίστες αναμονής, το σύστημα υγείας ξοδεύει σήμερα περισσότερα χρήματα για την επίλυση αξιώσεων για κακές πρακτικές μητρότητας παρά για την ίδια την παροχή της φροντίδας μητρότητας. Ακούγονται διαμαρτυρίες για την πλήρη κατάρρευση της οδοντιατρικής περίθαλψης: καθώς πολλοί Βρετανοί δεν μπορούν ούτε να κλείσουν ραντεβού με οδοντίατρο του δημοσίου, ούτε να πληρώσουν κάποιον του ιδιωτικού τομέα, σε έρευνα του 2023, ένας στους δέκα ανέφερε ότι κάνει οδοντιατρικές εργασίες μόνος του, κι ότι σε ακραίες περιπτώσεις βγάζει τα δόντια του με τανάλια ή ξανακολλάει σπασμένες γέφυρες με UHU. Οι ειδικευόμενοι γιατροί απεργούν ξανά και ξανά ζητώντας αυξήσεις: ο μισθός τους ξεκινά από 38.800 λίρες, δηλαδή είναι περίπου ίσος με τον μέσο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων (35.680 λίρες)· για το βρετανικό κόστος ζωής, αυτά τα εισοδήματα είναι οριακά, ιδιαίτερα αν ζει κανείς στο Λονδίνο.

Πολλοί αποδίδουν τη στασιμότητα στο κραχ του 2008, στην πανδημία του κορονοϊού, στην ενεργειακή κρίση μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Όμως, κι άλλες χώρες υπέστησαν τις συνέπειες αυτών των γεγονότων —οι περισσότερες από αυτές έχουν συνέλθει. Η Βρετανία επέδειξε αυτοκαταστροφική συμπεριφορά: αν και το Brexit είναι το πιο συνηθισμένο παράδειγμα αυτοκαταστροφικότητας, έγιναν πολλές κακές επιλογές που ξεκίνησαν από πολύ παλιότερα και που οδήγησαν σε ακόμα χειρότερες. Μπροστά στην απογοήτευση του κοινού, οι πολιτικοί εναλλάσσονται στην εξουσία χωρίς να γίνονται πιο ταλαντούχοι με την πάροδο του χρόνου και χωρίς να φέρνουν εις πέρας τις μεταρρυθμίσεις που ίσως είχαν ξεκινήσει. Έχει επικρατήσει η ιδέα της παρακμής: η χώρα φαίνεται να τηρεί αμυντική στάση με πολιτική μηδενικού αθροίσματος και να εμπλέκεται σε διαμάχες για το ποιος ληστεύει ποιον. Αν και πράγματι η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έπληξε σκληρά τη Βρετανία, δεν ήταν τυχαίο: στη δεκαετία του 1990, τόσο οι Συντηρητικοί όσο και το New Labour του Τony Blair, προωθούσαν αυτό το πρότυπο της μεταβιομηχανικής οικονομίας της βασισμένης στις υπηρεσίες και στον χρηματοπιστωτικό τομέα, με την ελπίδα ότι τα φορολογικά έσοδα από το ακμάζον Λονδίνο θα αναδιανέμονταν σε πρώην βιομηχανικές περιοχές οι οποίες θα αναγεννενώνταν πάνω στα ερείπια των ορυχείων και των ναυπηγείων. Πλην όμως, η χρηματοπιστωτική οικονομία του Λονδίνου κατέρρευσε —όπως συμβαίνει συχνά σε οικονομίες τέτοιας φύσεως— και οι ενέργειες των κυβερνήσεων που ακολούθησαν επιδείνωσαν τη ζημιά. Η κυβέρνηση του David Cameron, αντί να αυξήσει τις δαπάνες για να αναζωογονηθεί η υποτονική ζήτηση όπως συμβούλευαν οι κεϋνσιανοί, αποφάσισε να μειώσει τους προϋπολογισμούς για να επιτύχει δημοσιονομική πειθαρχία: εκείνη την εποχή, τα ελλείμματα και το χρέος θεωρούνταν ανήθικα. Σε αντίθεση με τη σπάταλη Ελλάδα, η Βρετανία θα διαχειριζόταν τις υποθέσεις της με σύνεση και νοικοκυροσύνη. Αλλά δεν.

Η ανάπτυξη που αναμενόταν δεν υλοποιήθηκε και η λιτότητα άφησε ανεξίτηλα σημάδια: κτίρια που καταρρέουν σιγά-σιγά από έλλειψη συντήρησης, ασθενείς με ψυχικές διαταραχές που φιλοξενούνται σε κελιά βικτοριανής εποχής γεμάτα παράσιτα και με ένα ντους για οκτώ άτομα, τμήματα του NHS που στεγάζονται σε ετοιμόρροπες φορητές καμπίνες, περικοπές στα επιδόματα οι οποίες έχουν συμβάλει στην αύξηση των παιδιών που ζουν σε μακροχρόνια φτώχεια, υποβάθμιση της ποιότητας της διατροφής με αποτέλεσμα εμφάνιση ασθενειών από ανεπάρκεια βιταμινών (ραχίτιδα, σκορβούτο). Οι επιχορηγήσεις στις τοπικές αυτοδιοικήσεις, στα επονομαζόμενα «συμβούλια», μειώθηκαν κατά 40% από το 2010 έως το 2020· το 2023, το Δημοτικό Συμβούλιο του Μπέρμινχαμ, έφτασε στα όρια της πτώχευσης. Το ένα τρίτο των αγγλικών δήμων κινδυνεύουν να φτάσουν σ’ αυτή τη θέση εντός πέντε ετών.

Η δυσαρέσκεια κατευθύνθηκε προς την ΕΕ και οι Brexiteers υποσχέθηκαν επιστροφή στο έθνος, κλειστά σύνορα και αποκατάσταση της «βρετανικότητας» που έχει χαθεί μέσα στο πολυφυλετικό και πολυθρησκευτικό πλήθος. Έτσι, το 2016 ο David Cameron πήρε τη μοιραία απόφαση για το δημοψήφισμα του Brexit περιμένοντας ένα ωραίο αποτέλεσμα Remain —κάπως σαν τον Αλέξη Τσίπρα που περίμενε ένα ωραίο αποτέλεσμα ΝΑΙ. Όμως, με τέτοιο σφυροκόπημα αντιευρωπαϊσμού, παρελθοντολογίας, εξαιρετισμού και ψευδολογίας, οι Βρετανοί γύρισαν, σαν τους Έλληνες, την πλάτη τους στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα έγινε η περιβόητη κωλοτούμπα· στη Βρετανία όμως δεν υπήρχε τέτοιο περιθώριο: στη γωνία περίμενε ο Nigel Farage, ο οποίος αγωνιζόταν επί δεκαετίες για την αποχώρηση από την ΕΕ. Αφού λοιπόν οι περιοχές που είχαν μείνει πίσω, που είχαν πληγεί περισσότερο από τις περικοπές και τη λιτότητα, ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης, ο Cameron παραιτήθηκε· έτσι, ξεκίνησε μια περίοδος πολιτικής αστάθειας που διαρκεί πάνω από μια δεκαετία.

Η επίτευξη της επίσημης συμφωνίας για το Brexit χρειάστηκε σχεδόν τέσσερα χρόνια διαπραγματεύσεων μεταξύ της Βρετανίας και της ΕΕ: πολύ καιρός για τις βρετανικές επιχειρήσεις, για τους Ευρωπαίους που ζούσαν και εργάζονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο και για τους Βρετανούς που ζούσαν και εργάζονταν στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Σε μια πρόσφατη εργασία πέντε οικονομολόγων (Bloom, Bunn, Mizen, Smietanka, Thwaites) με τίτλο «Ο οικονομικός αντίκτυπος του Brexit» αναφέρεται ότι το Brexit προκάλεσε μείωση των επιχειρηματικών επενδύσεων κατά 12-18%, μείωση της παραγωγικότητας και της απασχόλησης κατά περίπου 3-4% και, το πιο εντυπωσιακό, μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 6-8%. Οι ζημιές δεν ήταν αμέσως ορατές· όπως και με εκείνες της λιτότητας, συσσωρεύτηκαν με την πάροδο του χρόνου. Για την οικονομία, χάθηκαν δύο δεκαετίες. Το συμπέρασμα είναι ότι η παγκοσμιοποίηση, οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις και τα σφάλματα της τοπικής πολιτικής έχουν διαλύσει την οικονομία περιοχών που κάποτε, παρά τη φτώχεια της εργατικής τάξης, παρήγαγαν προϊόντα τα οποία αποτελούσαν μέρος της ταυτότητάς τους. Για παράδειγμα, το Στόουκ-ον-Τρεντ, στα Δυτικά Μίντλαντς, περίπου 250 χιλ. βορειοανατολικά του Λονδίνου, ήταν κάποτε η πρωτεύουσα της κεραμικής της Βρετανίας, και πιθανότατα ολόκληρου του κόσμου, με πλούσια κοιτάσματα άνθρακα και αργίλου. Τα προϊόντα από αυτή την περιοχή των Potteries μεταφέρονταν μέσω καναλιού στο Λίβερπουλ για εξαγωγή. Αλλά αν και κάποτε το Στόουκ είχε περίπου 2.000 φούρνους —τεράστιες, βολβώδεις κατασκευές στις οποίες ψήνονταν κεραμικά από μεγάλες εταιρείες όπως η Wedgwood— σήμερα απομένουν μόνο 47 στους οποίους απασχολούνται περίπου 5.000 άτομα, ενώ το 1984 απασχολούνταν 300.000. Λόγω του ενεργειακού κόστους, ο αριθμός αυτός μειώνεται διαρκώς.

Πολλές βιομηχανικές δραστηριότητες έπρεπε να τερματιστούν για οικονομικούς, περιβαλλοντικούς και εργασιακούς λόγους. Ωστόσο, ταυτοχρόνως, οι Βρετανοί παραδέχονται σήμερα ότι έπρεπε να έχει χαραχθεί μεταβιομηχανική πολιτική, να έχει προβλεφθεί και ανοίξει νέα αγορά εργασίας· ότι οι κυβερνήσεις των Συντηρητικών εμπιστεύτηκαν υπερβολικά την αυτορρύθμισή της. Η κατάσταση επιδεινώθηκε διότι το πετρέλαιο της Βόρειας Θάλασσας άρχισε να εξαντλείται και η αδυναμία επενδύσεων σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας δημιούργησε τη σημερινή παγιωμένη εξάρτηση από την εισαγόμενη ενέργεια: το αποτέλεσμα ήταν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τις βρετανικές επιχειρήσεις να υπερτριπλασιαστεί μέσα σε 20 χρόνια και να γίνει το υψηλότερο στον κόσμο.

Οι πρωτοβουλίες να βελτιωθεί η εικόνα της παρακμής δεν έλειψαν. Το 2003, ο John Prescott, αναπληρωτής πρωθυπουργός του Blair, ξεκίνησε την πολιτική «Pathfinder», η οποία περιελάμβανε κατεδάφιση και αντικατάσταση φθαρμένων κατοικιών σε μεταβιομηχανικές περιοχές. Όμως η κυβέρνηση του David Cameron την κατήργησε το 2010-2011, αφήνοντας αδρανή οικόπεδα όπου η κατεδάφιση είχε ολοκληρωθεί αλλά η οικοδόμηση δεν είχε ξεκινήσει ακόμη. Το 2019, ο Boris Johnson υποσχέθηκε ένα νέο σχέδιο οικονομικής αναζωογόνησης, το «Levelling Up» που θα «απαντούσε στις εκκλήσεις των ξεχασμένων ανθρώπων και των παρεμελημένων πόλεων»· όμως, η χρηματοδότηση απεδείχθη πενιχρή και δεν μάθαμε με ακρίβεια τι απέδωσε. Γενικά, τα κυβερνητικά προγράμματα προσπάθησαν να ανακαινίσουν τις πόλεις που κατέρρεαν (εκτός από τις προαναφερθείσες, το Λίβερπουλ, τα περίχωρα του Μάντσεστερ, το Όλνταμ) με κατεδάφιση παλιών terraced houses, εξαγορές κατοικιών από το κράτος, αναπλάσεις των εγκαταλελειμμένων εργοταξίων (λιμάνια, ορυχεία, εργοστάσια) και προσέλκυση ιδιωτών επενδυτών —οι οποίοι όμως αδιαφόρησαν. Tαξιδεύοντας από τη Μεσαγγλία προς τα βόρεια πέρασα από τις πόλεις όπου έχουν εφαρμοστεί τέτοια προγράμματα με εύκολες λύσεις όπως οι πεζοδρομήσεις όπου συγκεντρώνονται οι μεγάλες μάρκες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του junk food.

Μερικές από αυτές τις πόλεις ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ σε ποσοστό πάνω από 65%: ακόμα και η δυσλειτουργία των τρένων, για τα οποία οι Βρετανοί ήταν κάποτε υπερήφανοι, αποδόθηκε στην ΕΕ. Οπωσδήποτε, ως Ελληνίδα, δεν τολμώ να κρίνω τους βρετανικούς σιδηροδρόμους· μπορώ όμως να τους συγκρίνω με τους γαλλικούς και με το ίδιο τους το παρελθόν, επισημαίνοντας ότι τα σχέδια για την αναβάθμισή τους έχουν βαλτώσει. Το κόστος της υπερταχείας σιδηροδρομικής γραμμής High Speed 2 που προτάθηκε το 2009 για να συνδέσει το Λονδίνο με το Μπέρμινχαμ, το Λιντς και το Μάντσεστερ έχει τριπλασιαστεί από τότε, φτάνοντας σήμερα τα 100 δισεκατομμύρια λίρες: είναι η πιο ακριβή σιδηροδρομική γραμμή στην Ευρώπη. Το κόστος της επιβαρύνθηκε με μια ειδική κατασκευή για την προστασία ενός σπάνιου είδους νυχτερίδας στο Μπάκινχαμσαϊρ που απαιτούσε 8.000 άδειες και κόστισε 216 εκατομμύρια λίρες: έλεος κάπου. Εν πάση περιπτώσει, τα σημαντικότερα τμήματα της προτεινόμενης διαδρομής έχουν αποκοπεί, αλλά μια δευτερεύουσα γραμμή, που πηγαίνει από το Μπέρμινχαμ, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Βρετανίας, στα περίχωρα του Λονδίνου, θα ολοκληρωθεί μέχρι το 2040.

Για όποιον έχει δει τη Βρετανία στο τέλος της δεκαετίας του 1970, δεν εντυπωσιάζεται από τα στοιβαγμένα σκουπίδια στα άχτιστα οικόπεδα —εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, τα απορριμματοφόρα περνούν μια φορά την εβδομάδα— ούτε από τα εγκαταλελειμμένα εργοτάξια: η κατασκευή υποδομών καθυστερεί από παλινωδίες, υπερβάσεις κόστους και συγκρούσεις με τους περιβαλλοντολόγους. Η Βρετανία φιλοξενεί τον ακριβότερο (υπό κατασκευή: ένα είδος αγγλικού γεφυριού της Άρτας) πυρηνικό σταθμό παραγωγής ενέργειας, το Hinkley Point C στο Σόμερσετ, η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του οποίου εκτείνεται σε 31.401 σελίδες· μια σήραγγα κάτω από το Στόουνχεντζ στοίχισε 179 εκατομμύρια λίρες χωρίς να ολοκληρωθεί· όσο για το στεγαστικό έλλειμμα, η επίλυσή του σκοντάφτει σε ατέρμονες ad hoc διαπραγματεύσεις με την τοπική αυτοδιοίκηση και με κατοίκους του τύπου NIMBY (Not in my Back Yard) που αντιτίθενται σε νέες κατασκευές (κατοικίες, υποδομές, εργοστάσια) κοντά στο σπίτι τους. Ως αποτέλεσμα, το κόστος στέγασης ανά τετραγωνικό μέτρο είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη: η Γαλλία έχει περίπου τον ίδιο πληθυσμό με το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά σχεδόν 50% περισσότερες κατοικίες.

Στο μεταξύ, αν και το Λονδίνο δεν έχει αναπτυχθεί την τελευταία δεκαετία, το χάσμα μεταξύ Νότου/Λονδίνου και Βορρά παραμένει πηγή δυσφορίας για τους κατοίκους της περιφέρειας. Εξαιρέσεις υπάρχουν: στο Μάντσεστερ, η ανάπτυξη είναι σταθερά διπλάσια από τον μέσο όρο του Ηνωμένου Βασιλείου πράγμα που έχει προκαλέσει εγκατάσταση αρκετών Λονδρέζων στην πόλη. Το Μάντσεστερ ξεπέρασε την αστική παρακμή αφού απέκτησε κάποια ανεξαρτησία από την κεντρική κυβέρνηση: σε ένα πείραμα αποκέντρωσης που ξεκίνησε το 2011, το Λονδίνο παραχώρησε στην πόλη περισσότερες εξουσίες σε θέματα φορολογίας και μεταφορών, ενώ το δίκτυο λεωφορείων τέθηκε υπό δημόσιο έλεγχο και δημιουργήθηκε ένα τοπικό «Ταμείο Καλής Ανάπτυξης» ύψους 1 δισεκατομμυρίου λιρών για την κατανομή των επενδύσεων στην περιοχή. Πρωταγωνιστής αυτής της επιτυχίας ήταν ο Andy Burnham, δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ από το 2017 και τώρα υποψήφιος για την ηγεσία των Εργατικών και για την πρωθυπουργία.

Το κόμμα Reform UK και ο Farage εμφανίζουν άνοδο επειδή έχουν μια δελεαστική απάντηση στο ερώτημα «Ποιος διέλυσε τη Βρετανία;»: οι άστοχες ελίτ, οι αναποτελεσματικοί δημόσιοι λειτουργοί και οι ανεπιθύμητοι μετανάστες. Τα προβλήματα της χώρας ξεπερνούν τις ικανότητες του Farage, αλλά, τουλάχιστον, oι πολιτικές του συγκεντρώσεις είναι πιο πολιτισμένες από τις αμερικανικές του κινήματος MAGA: οι οπαδοί του πίνουν μπίρες, αλλά είναι κόσμιοι· όσο για τον ίδιο τον Farage, σε ένα μέρος του κοινού φαίνεται σχεδόν χαριτωμένος με τις γραβατούλες του και τα καλτσάκια του σε μοτίβο βρετανικής σημαίας. Από πολιτική είναι άσχετος και ανεπίδεκτος· όμως δεν έχει τα χαρακτηριστικά του «ακροδεξιού» του 20ού αιώνα. Πάντως, για να επιστρέψω στο ερώτημα «Ποιος διέλυσε τη Βρετανία;» η απάντηση είναι η αποβιομηχάνιση, ο μονεταρισμός, οι ιδιωτικοποιήσεις, η ανορθολογική πολιτική στέγασης “Right to Buy”, η υπερεξάρτηση από το χρηματιστήριο, οι περικοπές δαπανών από κρίσιμους τομείς, η αθρόα εξω-ευρωπαϊκή μετανάστευση, οι υπερρυθμίσεις, η διοικητική πολυπλοκότητα και η θεσμική ακαμψία, η χαμηλή παραγωγικότητα του δημόσιου τομέα, η παραμέληση του δημόσιου σχολείου. Αυτά.

Αλλά η άνοδος του Reform αφορά κυρίως τη μετανάστευση — εξάλλου, είναι το μόνο ζήτημα που μπορεί να λύσει ο Farage. Διότι είναι φαινομενικά απλό: κλείνεις τα σύνορα και ξεμπερδεύεις. Όμως τι συμβαίνει μετά; Ποιος θα ανανεώνει το προσωπικό στην υγειονομική περίθαλψη, ποιος θα σπουδάζει και θα πληρώνει δίδακτρα στα πανεπιστήμια και ποιος θα μαζεύει τα σκουπίδια, έστω μια φορά την εβδομάδα; Αν βρεθεί τρόπος να πληρωθούν τα κενά σε διάφορες οικονομικές δραστηριότητες τις οποίες ασκούν πρωτίστως οι αλλοδαποί, λίγοι Βρετανοί θα αντιταχθούν στη γραμμή του συνεργάτη του Farage, Zia Yusuf, ο οποίος ζητεί την απέλαση όλων των παράτυπων μεταναστών στη Βρετανία (μέσω μιας νέας υπηρεσίας τύπου ICE, της UK Deportation Command) και τον τερματισμό της μετατροπής εκκλησιών σε τζαμιά. Η πολιτισμική επισφάλεια είναι υπαρκτό πρόβλημα και η νοσταλγία για τη βρετανική ιδιαιτερότητα απολύτως κατανοητή· αλλά, τη Βρετανία δεν τη «διέλυσαν» οι μετανάστες· τη διέλυσε η αμφίρροπη πολιτική για τη μετανάστευση όπως και για την ΕΕ και για τη βιομηχανία και για τη διαχείριση των πόλεων και για την εκπαίδευση και για την υγεία. Τη διέλυσε το συνεχές «ναι μεν αλλά»· η υπόκωφη σύγκρουση του πλουτοκρατικού κατεστημένου με ένα κατακερματισμένο πλήθος χωρίς κοινές αξίες και προσανατολισμό.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY