Κοσμος

Eίκοσι χρόνια «Άξονας του Κακού»

Στην έκθεση της Στρατηγικής της Εθνικής Ασφάλειας του 2002 ο Τζορτζ Γ. Μπους καθόριζε την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας γύρω από πέντε βασικά στοιχεία, το πρώτο εκ των οποίων ήταν ένας νέος ορισμός της εξωτερικής απειλής: η ισλαμική τρομοκρατία

62222-137653.jpg
A.V. Team
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Κοινή αντιτρομοκρατική άσκηση Peaceful Mission 2021 από τα κράτη μέλη της SCO
© Gavriil Grigorov\TASS via Getty Images

Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, η Αλ Κάιντα, το Ισλάμ, ο «Άξονας του Κακού» και η επιστροφή των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν.

Τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 έδειξαν ότι οι ΗΠΑ ήταν ευάλωτες σε απειλές rogue states σε συνδυασμό με ενέργειες μη κρατικών δυνάμεων, πράγμα που σήμαινε μια νέα εξωτερική πολιτική. Η πολιτική των ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ: δημιούργησε ένα καινούργιο διεθνές περιβάλλον το οποίο όρισε ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας». Δέκα χρόνια μετά τη διάλυση του κομμουνιστικού μπλοκ, έκανε εντυπωσιακή είσοδο ένας άλλος, πιο τρομερός εχθρός που καραδοκούσε επί αιώνες: ενώ οι ΗΠΑ νόμιζαν ότι στο εξής ο κόσμος θα ήταν μονοπολικός κι ότι θα κυριαρχούσαν παντού η δημοκρατία και οι ελεύθερες αγορές, οι ΗΠΑ, η Δύση γενικά, βρέθηκε μπροστά στο ριζοσπαστικό Ισλάμ. Αλλά άργησε να το αναγνωρίσει: περιέγραψε ως εχθρό ορισμένα rogue states όπως το Ιράκ και βάλθηκε να τα καταστρέψει.

Για δέκα και πλέον χρόνια οι ΗΠΑ συμμετείχαν σε διάφορες επιχειρήσεις, όπως στην απομάκρυνση του δικτάτορα Μανουέλ Νοριέγκα στον Παναμά, τον οποίο είχε στηρίξει με αντάλλαγμα τη διατήρηση ενός αντικομμουνιστικού καθεστώτος και την αμερικανική επιρροή στη Διώρυγα. Ακολούθησε η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου –όταν το Ιράκ εισέβαλε στο Κουβέιτ– στη Σομαλία στο τέλος του 1992 και στη συνέχεια στη Γιουγκοσλαβία. Ο πρόεδρος Κλίντον ήταν ο πρώτος που είχε να αντιμετωπίσει τον μετα-κομμουνιστικό κόσμο στον οποίον οξύνονταν τα εθνοθρησκευτικά πάθη και παραλλήλως οργανώνονταν εξτρεμιστικές ισλαμιστικές οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα. Το 1993 η Αλ Κάιντα έβαλε βόμβα σε φορτηγό έξω από το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου στη Νέα Υόρκη το 1993 με αποτέλεσμα έξι νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες, στις αμερικανικές πρεσβείες στην Τανζανία και στην Κένυα το 1998 με αποτέλεσμα 234 νεκρούς και πάνω από 4.600 τραυματίες και στο στο USS Cole στο λιμάνι του Άντεν το 2000. Η τελευταία αυτή αποστολή αυτοκτονίας προκάλεσε τον θάνατο 17 ναυτών και τον τραυματισμό άλλων 39. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, τέσσερα αεροπλάνα χρησιμοποιήθηκαν ως όπλα των ισλαμιστών: τα δύο συνετρίβησαν στους Δίδυμους Πύργους του Word Trade Center –με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν τα κτίρια–, ένα άλλο συνετρίβη στο Πεντάγωνο, στην Ουάσινγκτον, ενώ το τελευταίο έπεσε σε χωράφι στην Πενσυλβάνια. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία 2.996 άνθρωποι 78 διαφορετικών εθνικοτήτων έχασαν τη ζωή τους. Από τους 19 τρομοκράτες που απήγαγαν τα τέσσερα αεροσκάφη, 15 προέρχονταν από τη Σαουδική Αραβία, ένας από την Αίγυπτο, ένας από τον Λίβανο και δύο από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα – όσοι οδήγησαν τα αεροπλάνα στους στόχους φέρονται να είχαν εκπαιδευτεί σε κέντρα αεροπλοΐας στη Νότια Φλόριντα και στη Νότια Καλιφόρνια.

Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, επικεφαλής της Αλ Κάιντα, γιος Σαουδάραβα δισεκατομμυριούχου, ήταν φανατικός γουαχαμπιστής που από το 1979 είχε μεταβεί στο Πακιστάν απ’ όπου με τη βοήθεια της πακιστανικής μυστικής υπηρεσίας Int-Services Intelligence (ISI) εκπαίδευε μουσουλμάνους από όλο τον κόσμο προκειμένου να πολεμήσουν τις σοβιετικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν. Μέχρι το 1988, η Αλ Κάιντα προωθούσε τον ισλαμιστικό σκοπό σε όλο τον κόσμο. Όταν το Ιράκ εισέβαλε στο Κουβέιτ το 1990, ο Μπιν Λάντεν προσέφερε τις δυνάμεις της Αλ Κάιντα υπέρ της Σαουδικής Αραβίας σε περίπτωση ιρακινής επίθεσης, αλλά η προσφορά του απορρίφθηκε και οι Σαουδάραβες στράφηκαν στις ΗΠΑ, που είναι σύμμαχός τους. Ο Μπιν Λάντεν κατήγγειλε δημοσίως τη Σαουδική Αραβία επειδή επέτρεψε σε μη μουσουλμάνους να προστατεύσουν τους ιερούς τόπους της Μέκκας και της Μεδίνας. Όλα αυτά τα χρόνια, οι ισλαμιστικές ομάδες καλλιεργούσαν την εχθρότητα προς τις ΗΠΑ και γενικότερα προς την άπιστη Δύση χρησιμοποιώντας, εκτός από το κορανικό επιχείρημα, την αποκιοκρατία, τη στήριξη του Ισραήλ, τις αμερικανικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στο Ιράκ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και άλλες μορφές της πολιτικής της Δύσης εναντίον της Ανατολής. Σύμφωνα με την ισλαμιστική λογική, την οποία εξέφραζε ο Μπιν Λάντεν σε σειρά συνεντεύξεων και δημοσιεύσεων, η δράση των ισλαμιστών ήταν απάντηση στις αμερικανικές ενέργειες στον μουσουλμανικό κόσμο.

Μετά την 9/11 το ΝΑΤΟ επικαλέστηκε για πρώτη φορά το άρθρο 5 το οποίο δεν είχε επικαλεστεί όταν η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο: σύμφωνα με αυτό το άρθρο η επίθεση σε ένα έθνος μέλος είναι επίθεση σε όλα τα μέλη και οποιαδήποτε στρατιωτική δράση μπορεί να δικαιολογηθεί ως αυτοάμυνα. Παρόμοια ήταν η απόκριση άλλων συνθηκών, όπως η Διαμερικανική Συνθήκη Αμοιβαίας Βοήθειας και η συνθήκη της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας και των Ηνωμένων Πολιτειών (ANZUS). Οι τρομοκρατικές επιθέσεις θεωρήθηκαν, εκτός από εκδίκηση για την φιλο-ισραηλινή πολιτική, εκδήλωση μίσους και φθόνου για τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Στην ερώτηση «Γιατί μας μισούν;», οι ΗΠΑ απάντησαν ότι οι ισλαμιστές μισούν τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, τη θρησκευτική ελευθερία, την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία της διαφωνίας· όλα όσα συγκροτούν τον δυτικό πολιτισμό. Σ’ αυτό είχαν δίκιο. Στο μεταξύ, το Κογκρέσο εξουσιοδότησε τον πρόεδρο Τζορτζ Γ. Μπους να χρησιμοποιήσει όλη την απαραίτητη δύναμη εναντίον αυτών των εθνών, οργανώσεων ή προσώπων που είχαν σχεδιάσει, εξουσιοδοτήσει, διαπράξει ή διευκολύνει τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 9/11 προκειμένου να αποτραπούν μελλοντικές τρομοκρατικές ενέργειες. Με αυτή την εξουσιοδότηση η κυβέρνηση Μπους ξεκίνησε από το Αφγανιστάν τον διεθνή πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και κατά των rogue states. Εγκαταλείποντας προηγούμενες στρατηγικές εξωτερικής πολιτικής, όπως το rollback και η αναχαίτιση, χρειάστηκε μια πολύ πιο επιθετική και προληπτική προσέγγιση που συνηθίσαμε να ονομάζουμε Δόγμα Μπους. Η εξωτερική πολιτική δεν ήταν πλέον μόνο αντίποινα εναντίον της Αλ Κάιντα η οποία φερόταν να έχει έδρα στο Αφγανιστάν, αλλά μια ευκαιρία για τις ΗΠΑ να επιβληθούν στη διεθνή αρένα. Στην έκθεση της Στρατηγικής της Εθνικής Ασφάλειας του 2002 (NSS) ο Τζορτζ Γ. Μπους καθόριζε αυτή την καινούργια εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας γύρω από πέντε βασικά στοιχεία το πρώτο εκ των οποίων ήταν ένας νέος ορισμός της εξωτερικής απειλής: η κυβέρνηση Μπους περιέγραφε τρεις κινδύνους μετά την 9/11 – τις τρομοκρατικές οργανώσεις, τα αδύναμα και διεφθαρμένα κράτη που παρέχουν στήριξη και προστασία στους τρομοκράτες, και τα κράτη-παρίες. Παραλλήλως, χαρακτήριζε την Αλ Κάιντα τρομοκρατική οργάνωση, το Αφγανιστάν ως αδύναμο κράτος, ενώ το Ιράκ, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα ως rogue-states. Το 2002, στο διάγγελμά του, ο Τζορτζ Γ. Μπους, μίλησε για τον «Άξονα του Κακού», μια καινούργια εκδοχή της «αυτοκρατορίας του Κακού» όπως χαρακτήριζε ο Ρέιγκαν την τότε Σοβιετική Ένωση.

Σύμφωνα με το Δόγμα Μπους, οι ΗΠΑ εγκατέλειπαν την πολιτική της αποτροπής και του περιορισμού διότι, αντίθετα από το σοβιετικό μπλοκ κατά τον Ψυχρό πόλεμο, ο εχθρός ήταν πρόθυμος να διακινδυνεύσει τη ζωή των ανθρώπων και τον πλούτο των εθνών – εξάλλου, η ισλαμιστική τρομοκρατία δεν είχε συγκεκριμένο έδαφος και η τακτική της ήταν η στόχευση αθώων, όχι στρατιωτικών δυνάμεων. Το τρίτο στοιχείο του Δόγματος ήταν η απόφαση των ΗΠΑ να ενεργήσουν μονομερώς: η κυβέρνηση Μπους αμφέβαλε κατά πόσον τα συμφέροντα της εθνικής της ασφάλειας θα ικανοποιούνταν από διεθνή και περιφερειακά θεσμικά όργανα, όπως τα Ηνωμένα Έθνη. Το τέταρτο στοιχείο ήταν ότι οι ΗΠΑ θα ενεργούσαν «προληπτικά» σε περίπτωση που έκριναν ότι ένα κράτος ή ομάδα τις επιβουλεύεται – αυτό βεβαίως τους έδινε το δικαίωμα να επιτίθενται όπου έκριναν βασισμένες σε φήμες, ψέματα και φαντασιώσεις. Τέλος, το Δόγμα έδινε την υπερβολικά φιλόδοξη υπόσχεση ότι θα προωθούσε τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελεύθερες αγορές στα αποτυχημένα και rogue states. Μια τέτοια πολιτική δεν θα ωφελούσε μόνο τις ΗΠΑ αλλά θα έκανε τον κόσμο ασφαλέστερο και καλύτερο μέρος.

Καθώς η Αλ Κάιντα θεωρήθηκε υπεύθυνη για την 11η Σεπτεμβρίου, οι ΗΠΑ ζήτησαν από την κυβέρνηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν να παραδώσει τον Οσάμα Μπιν Λάντεν και άλλα μέλη της οργάνωσης και να κλείσει τη βάση εκπαίδευσης τρομοκρατών. Αν και έγιναν διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν και οι Ταλιμπάν ζήτησαν από τον Μπιν Λάντεν να φύγει από το Αφγανιστάν, για τους Αμερικανούς η απάντηση δεν αρκούσε. Στις 7 Οκτωβρίου 2001 ξεκίνησαν στρατιωτικές επιχειρήσεις με σκοπό την εγκατάσταση σταθερής φιλελεύθερης δημοκρατίας στο Αφγανιστάν η οποία θα εγγυάτο την αμερικανική ασφάλεια. Αυτή η πρόθεση απέκτησε διεθνή νομιμότητα με τις Συμφωνίες της Βόννης που χαρτογραφούσαν το μέλλον του Αφγανιστάν. Μετά την ανατροπή, το καθεστώτος των Ταλιμπάν, με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στη χώρα, εγκαταστάθηκε διεθνής στρατιωτική δύναμη και το 2003 τη διοίκηση ανέλαβε το ΝΑΤΟ. Στις εκλογές του 2004 πρόεδρος εξελέγη ο Χαμίντ Καρζάι ο οποίος είχε διατελέσει επικεφαλής της προσωρινής κυβέρνησης, χωρίς ωστόσο οι Ταλιμπάν να παραιτηθούν από τη διεκδίκηση της εξουσίας. Έγιναν κάποια βήματα συνταγματικότητας και εκδημοκρατισμού τα οποία στήριξε η Διεθνής Δύναμη Βοήθειας για την Ασφάλεια (ISAF), αλλά γενικά η επιχείρηση απέτυχε και το 2021 οι Ταλιμπάν επέστρεψαν μετά από διαρκείς εχθροπραξίες και τρομοκρατικές ενέργειες όλα αυτά τα χρόνια.

Πολλές ήταν οι αιτίες της αποτυχίας: η νατοϊκή παρουσία ήταν ξένη και οι περισσότεροι Αφγανοί την έβλεπαν ως δύναμη κατοχής – την πρόσληψη αυτή ενίσχυσε το γεγονός ότι σκοτώθηκαν περίπου 20.000 άμαχοι, το 34% αποδίδονται στις κυβερνητικές-νατοϊκές δυνάμεις οι οποίες υποτίθεται ότι τους προστάτευαν από τους ισλαμιστές αντάρτες. Ο αφγανικός λαός απογοητεύτηκε από τη μεταβατική κυβέρνηση και τη διαδικασία εκδημοκρατισμού την οποία εξάλλου δεν είχε ζητήσει ρητά – στο μεταξύ, οι Ταλιμπάν και η Αλ Κάιντα, που αντιτάχθηκαν στη δημοκρατία και στα δικαιώματα των γυναικών ως μοντέρνο δυτικό κακό, δεν είχαν καμιά δυσκολία να πείσουν τους χωρικούς. Οι ΗΠΑ έκαναν βραχυπρόθεσμους συμβιβασμούς που εμπόδιζαν τον μακροπρόθεσμο στόχο της φιλελεύθερης δημοκρατίας: στην πραγματικότητα, υπήρχαν παράγοντες που έκαναν την εξίσωση άλυτη. Έπρεπε να βρεθεί τρόπος να συνεργαστούν σε διαδικασία εκδημοκρατισμού φύλαρχοι, πολέμαρχοι, καλλιεργητές και έμποροι οπίου – αλλά ένα κράτος δικαίου δεν θα ανεχόταν καμιά από αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες οι οποίες είχαν μεγάλη δύναμη σε τοπικό επίπεδο. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους αναγκάστηκαν να ενσωματώσουν σε ένα περίπλοκο και εύθραυστο σύστημα τους αντιπάλους τους οι οποίοι δεν είχαν κανένα συμφέρον ή ενδιαφέρον για τη δημοκρατία. Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από την κήρυξη του πολέμου κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας: η τρομοκρατία είναι παντού· όπως έλεγε ο Γκορ Βιντάλ, το να κηρύσσεις πόλεμο κατά της τρομοκρατίας είναι σαν να κηρύσσεις πόλεμο κατά της πιτυρίδας.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ