Visual Browsing
Τι φταίμε εμείς, οι αγνοί αμαρτωλοί;

Τι φταίμε εμείς, οι αγνοί αμαρτωλοί;

To «Α, ρε Αλέξη, μ’ έμπλεξες» του Πέτρου Αυλίδη είναι ένα παράδοξο ομάζ για τα 20 χρόνια από το θάνατο του φίλου του, Αλέξη Ακριθάκη

Φίλε μου Πέτρο

Τώρα πια είναι πολύ αργά για μένα -

Όλα αυτά τ’ αφομειώνεις όταν τα χρόνια περάσανε πια -

Γιατί γαμώ το να μη τα είχα καταλάβει πριν είκοσι χρόνια.

Σχετικα
Τσέζαρε Παβέζε: Το ωραίο καλοκαίρι, το φεγγάρι και οι φωτιές
Τσέζαρε Παβέζε: Το ωραίο καλοκαίρι, το φεγγάρι και οι φωτιές

Και μετά όλα γίνανε βροχή. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να ζητάς το Υπέρτατο! και να μη βρίσκεις τη διεύθυνσή του. 

Όταν δεν σε νοιάζονται είσαι πιο ελεύθερος εξηγεί… Ακούω. Με τα χέρια στο βολάν και τα μάτια στο δρόμο. Οι υαλοκαθαριστήρες στον αγώνα. Ρυθμικά. Νον στοπ…

Ο «σοφέρ» του Αλέξη Ακριθάκη λέγεται Πέτρος, είναι φοιτητής ιατρικής. Βερολίνο, τριάντα τόσα χρόνια πριν. Τον θυμάται όπως ήταν τα πρώτα χρόνια του ’80, στο κομματιασμένο Βερολίνο του Τείχους, τον σκέφτεται τώρα, το Πνεύμα του Μακαρίτη, να συνομιλεί μαζί του.

Σχετικα
Αλεξίς ντε Τοκβίλ: Η δημοκρατία στην Αμερική
Αλεξίς ντε Τοκβίλ: Η δημοκρατία στην Αμερική

Ο «Σοφέρ», το προηγούμενο βιβλίο του Πέτρου Αυλίδη, ήταν ένα οδοιπορικό στο μποέμ Βερολίνο της ψυχροπολεμικής εποχής. Εκεί ο 24χρονος φοιτητής γνωρίζει τον καλλιτέχνη Αλέξη Ακριθάκη, σαράντα ενός ετών, και μέσα από τα μάτια του (γίνεται ο σοφέρ του) την πόλη, περιθωριακούς και μη καλλιτέχνες (Nico, Κίπενμπέργκερ, Φασμπίντερ, Μπέικον, Ντένις Χόπερ κ.ά.), τη ζωή γενικώς. Ο Ακριθάκης ήταν βέβαια που τράβηξε το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού.

image

Το καινούργιο βιβλίο με τίτλο «Α, ρε Αλέξη, μ’ έμπλεξες» (πάλι από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη) είναι διαφορετικό. Οφείλεται σε μια σύμπτωση. Ένα ιδιωτικό σχολείο που χρόνια πάλευε χρόνια να κάνει έκθεση για τον Ακριθάκη, ζητούσε από τη Φώφη, τη γυναίκα του, έργα. Εκείνη τελικά δέχτηκε. Ήταν τα 20 χρόνια από τα θάνατό του και με την ευκαιρία ζήτησαν από το φίλο και «σοφέρ» του να μιλήσει στην εκδήλωση. Τυχαίο αυτό. Όλη τη διαδικασία, το τι θα πει και πώς θα το πει, πώς θα τελειώσει μια παρουσίαση-λόγο δέκα λεπτών, την αγωνία του ήρωα να βρει τον τρόπο να αφηγηθεί πράγματα για κάποιον που έχει φύγει, με ειρμό και νόημα για ένα κοινό με άλλες αναφορές, αυτό είναι το βιβλίο. Είναι η προσπάθεια του συγγραφέα να βρει την έμπνευση να συγκεντρώσει σκόρπιες ψηφίδες μνήμης, τις στιγμές που έζησε με τον Ακριθάκη, είναι η αγωνία του να καταφέρει να περιγράψει σε άλλους που δεν τον έζησαν την ανθρώπινη πλευρά του καλλιτέχνη. Όχι σαν ιστορικός τέχνης, σαν φίλος. Να μη γράψει ένα ιστορικοβιογραφικό κείμενο, αλλά να παραδώσει στους αναγνώστες ένα βιβλίο με πολλές συμπυκνωμένες πληροφορίες δοσμένες με τέτοιο τρόπο που να βάζουν ένα λογοτέχνημα.

image

Κάποιο από το υλικό του «Α, ρε Αλέξη» το έχουμε συναντήσει στο «Σοφέρ», όμως εδώ είναι επεξεργασμένο και δοσμένο με άλλους τρόπους αφήγησης. Με άλλο «μοντάζ», άλλα κοψίματα, άλλη διαδικασία έμπνευσης. Τα νέα «ενσταντανέ» που ανασύρει στη μνήμη του και η αλληλογραφία των τελευταίων πέντε ετών πριν το θάνατό του (υλικό δεν έχει δει ποτέ κανείς μέχρι σήμερα, ούτε καν η Φώφη), συνθέτουν ένα διαφορετικό βιβλίο. Το «Α, ρε Αλέξη, μ’ έμπλεξες», είναι ένα πολυδιάστατο βιβλίο στην ανάγνωση. Η πιο απλή μορφή είναι να διαβάσεις ένα βιβλίο για τον Ακριθάκη. Αλλά έτσι χάνεις τη βαθύτερη ουσία του, γιατί ο Αυλίδης έχει καταφέρει να γράψει ένα λογοτέχνημα που ξεφεύγει από την περιγραφής της πραγματικότητας. Περιγράφει μια διαδικασία έμπνευσης ενώ είναι ταυτόχρονα ένας παράδοξος επικήδειος, ένα ομάζ για τα 20 χρόνια από το θάνατο του καλλιτέχνη και τα 75 από τη γέννησή του.

image

Τι ήταν ο Ακριθάκης για τον ψυχίατρο/συγγραφέα Πέτρο Αυλίδη; Ένας φίλος, ένας δάσκαλος, ένας δεύτερος πατέρας-μυητής σε άλλο ρόλο; Φαίνεται ότι από αυτό το τελευταίο έρχεται και η ιδέα να συμπεριλάβει τον αληθινό πατέρα του στη διήγηση, σε αντιπαράθεση με τον πατέρα-Ακριθάκη (ένας διπλός ίσως επικήδειος, που δεν έγραψε για τον πατέρα του, ο οποίος, έχοντας «περάσει στη λήθη», πέθανε 95 χρόνων πριν από μερικούς μήνες). Τι είδους πατέρας ήταν όμως αυτός ο ρέμπελος και ασυμβίβαστος, ο μόνιμα φτιαγμένος και αφρενάριστος καλλιτέχνης; Ήταν ο πατέρας που δεν χρειαζόταν να «σκοτώσει», αν μιλήσουμε ψυχαναλυτικά, εκείνος που δεν επιβάλλει γραμμές ζωής, που χωρίς να προτρέπει, ούτε καν να συμβουλεύει, σου «ανοίγει τα μάτια», σου δίνει την ελευθερία να δεις και να αποφασίσεις μόνος σου.

Ο Αυλίδης κατάφερε να «ζωγραφίσει» το πορτρέτο του καλλιτέχνη. Ένα αντιεξουσιατικό άτομο που δεν ήθελε να μεγαλώσει, που είχε την επιθυμία να παραμένει παιδί για αυτό κι έψαχνε την παρέα ενός άλλου ορίτζιναλ παιδιού, όπως ήταν ο τότε Αυλίδης. Και είναι τώρα, εκ των υστέρων, που ο συγγραφέας συνειδητοποιεί πως ο φίλος του διαφύλασσε την παιδικότητά του, πως αρνιόταν συνειδητά να τη χάσει, μη ενδίδοντας ποτέ στις «πιέσεις της ζωής» να μεγαλώσει.

image

Πίσω στο σχολείο, την ημέρα της εκδήλωσης. Ο πατέρας έχει δώσει την έμπνευση, ο Ακριθάκης το υλικό, το κόνσεπτ, κι όλα τακτοποιημένα στο κεφάλι του ήρωα. Αλλά, απόγνωση. Δεν έχει το τέλος. Ένας πιτσιρικάς, ονόματι Πέτρος, θα δώσει τη λύση. Τον τραβά σε μια έκθεση με βαλίτσες, ήλιους, καραβάκια και βελάκια, όλα φτιαγμένα από τα παιδιά του σχολείου. Φτιαγμένα για αυτόν.

Όπως και αυτό το βιβλίο.

image

Υ.Γ. Στο αυτί του εξωφύλλου αναφέρει πως παραχωρεί την αμοιβή του από την είσπραξη των πνευματικών του δικαιωμάτων στο Ανοιχτό Σχολείο Μεταναστών Πειραιά. Θα του άρεσε του Ακριθάκη, φαντάζομαι.

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5