- CITY GUIDE
- PODCAST
-
20°
Μάνος Χατζημαλωνάς: «Όποιος δεν διακινδυνεύει να πληγωθεί, δεν αγαπά. Επιφυλάσσεται.»
Ο ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής μιλά για το νέο του βιβλίο «Αντί καληνύχτας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Key Books
Ο Μάνος Χατζημαλωνάς μιλά για το βιβλίο «Αντί καληνύχτας» και όσα αναδύονται όταν σβήνουν οι οθόνες και μένουμε μόνοι με τις σκέψεις μας.
Υπάρχει μια ώρα της ημέρας που η πόλη σωπαίνει και όσα καταφέραμε να κρατήσουμε μακριά μέσα στη μέρα επιστρέφουν: οι σκέψεις, οι άνθρωποι που μας λείπουν, οι σχέσεις, το άγχος, η μοναξιά. Εκεί, στη στιγμή που σβήνουν τα φώτα και ανάβουν οι σκέψεις, γεννήθηκε το Αντί καληνύχτας.
Το βιβλίο του ψυχολόγου και ψυχοθεραπευτή Μάνου Χατζημαλωνά, που κυκλοφορεί από την Key Books, ξεκίνησε από μικρά νυχτερινά κείμενα στα social media και εξελίχθηκε σε μια συλλογή ιστοριών και σκέψεων για όλα όσα μας κρατούν ξύπνιους: τη μοναξιά, την αγάπη, τις σχέσεις, το άγχος, τη σύνδεση με τους άλλους αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό.
Με αφορμή την κυκλοφορία του «Αντί καληνύχτας», ο Μάνος Χατζημαλωνάς μιλά στην ATHENS VOICE για τη μοναξιά στην εποχή της διαρκούς σύνδεσης, τη σιωπή, τις σχέσεις, τα dating apps, την Αθήνα, την ψυχοθεραπεία και, φυσικά, για εκείνη τη δύσκολη ώρα της ημέρας που μένουμε μόνοι με τις σκέψεις μας.
Το «Αντί καληνύχτας» γεννήθηκε στα social media, δηλαδή μέσα σε έναν κόσμο διαρκούς σύνδεσης. Γιατί, παρ’ όλα αυτά, νιώθουμε όλο και πιο μόνοι;
Γιατί η σύνδεση δεν είναι επαφή. Για χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος ποτέ δεν κοιμόταν μόνος. Ξυπνούσε και το πρώτο που έκανε ήταν να ανταμώσει ένα ζευγάρι μάτια, να σκουντήσει τον διπλανό του να δει αν είναι ζωντανός. Το να κοιμόμαστε μόνοι είναι πολυτέλεια του τελευταίου αιώνα, και η οθόνη ήρθε να γεμίσει αυτό ακριβώς το κενό με το υποκατάστατο της αίσθησης ότι κάποιος είναι εκεί, χωρίς όμως να είναι. Είναι σαν να έχεις χιλιάδες ανθρώπους στην τσέπη σου και κανέναν στο δωμάτιο. Το ίδιο το «Αντί καληνύχτας» γεννήθηκε μέσα σε αυτή την αντίφαση, μια κρύα νύχτα εγκλεισμού, όταν άφησα ένα βίντεο σαν ευχή σε μπουκάλι· το πρωί δεν με συγκίνησαν οι προβολές αλλά ότι κάτω από το βίντεο άγνωστοι άνθρωποι μοιράζονταν υποστηρικτικά λόγια, ο ένας τον άλλον. Μια συγχορδία άυπνων. Δεν μπορεί να ήταν ο αλγόριθμος που τους έσπρωξε να το κάνουν αυτό. Το έκαναν παρά τον αλγόριθμο.
Αφού δεν είναι η σύνδεση το πρόβλημα, τότε μάλλον πρέπει να είναι ότι δεν έχουμε πια ένα «εμείς» σε μέγεθος που να μπορεί να παράγει ουσιώδη επικοινωνία. Η απόσταση μεταξύ κατανάλωσης έξωθεν ερεθισμάτων και δημιουργίας έσωθεν νοήματος ολοένα και μεγαλώνει, με πολλούς να παρακολουθούν αμέτοχοι από τη δική τους οθόνη, περιμένοντας κάποιον άλλον να αποτελέσει ακόμα ένα ερέθισμα. Γι’ αυτό και το βιβλίο σε σημεία προσκαλεί τον αναγνώστη να στείλει – αντί like – το δικό του «αντί καληνύχτας» σε κάποιον που το έχει ανάγκη.
Έχουμε γίνει μια κοινωνία που φοβάται τη σιωπή; Τι συμβαίνει όταν κλείνουμε το κινητό και μένουμε επιτέλους μόνοι με τις σκέψεις μας;
Φοβόμαστε τη σιωπή γιατί έχει καλή ακουστική και, μόλις σβήσουν οι οθόνες, ανάβουν οι σκέψεις: όλα εκείνα που έμειναν στη μέση, οι άνθρωποι που λείπουν, το ταβάνι που γίνεται οθόνη και παίζει από την αρχή τη μέρα που πέρασε. Για την ακρίβεια, δεν μένουμε μόνοι με τις σκέψεις μας αλλά και με το σώμα που δεν ξεχνά. Αν το στομάχι σου «θυμάται» έναν κίνδυνο, θα μιλήσει τη νύχτα, ακόμη κι αν ο νους έχει καταλαγιάσει. Η οθόνη είναι ο πιο πρόχειρος τρόπος να κάνουμε πως δεν ακούμε. Αλλά αυτό μας κοστίζει.
Το αναφέρω συχνά, και θα το ξαναπώ. Αν κάνεις χρήση κοινωνικών δικτύων, μην το κάνεις την πρώτη και την τελευταία ώρα της μέρας σου. Τότε οι άμυνές είναι στο ναδίρ τους, κι από την ασφάλεια του υπνοδωματίου σου ενώ βλέπεις σκηνές που επηρεάζουν το νευρικό σου σύστημα, δεν έχεις πού να ξοδέψεις την υπερένταση που σου δημιουργείται. Η σιωπή δεν είναι ποτέ κενό, αλλά η ώρα που ο οργανισμός κάνει απολογισμό, ταξινομεί, επουλώνει και αποκαθίσταται. Όταν θολώνεις αυτή τη σιωπή, δεν γλιτώνεις τις παραπάνω διαδικασίες, τις μεταθέτεις στο αύριο. Και έχουν την τάση να τοκίζονται.
Τα κείμενά σας έγιναν μια μικρή νυχτερινή συνήθεια για πολλούς ανθρώπους. Τι ψάχνει ένας άνθρωπος λίγο πριν κοιμηθεί: μια απάντηση ή απλώς κάποιον να του πει «σε καταλαβαίνω»;
Ειλικρινά, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μια απάντηση τις μικρές ώρες είναι σαν να σου ανάβουν προβολείς μέσα στη νύχτα. Το «σε καταλαβαίνω», από την άλλη, όταν λέγεται εύκολα, δεν διαφέρει από ένα ακόμη emoji. Αυτό που ψάχνει ο άνθρωπος πριν κοιμηθεί είναι κάποιον να του κρατά το χέρι μέσα στη νύχτα «έστω νοερά, έστω από μακριά, αν δεν γίνεται σε απόσταση χαδιού και ανάσας - κι ας είναι με λέξεις». Οι καλοειπωμένες καληνύχτες, είναι το μόνο επαρκές εξ του μακρόθεν αντικατάστατο του γονικού τρυφερού καληνυχτίσματος που μας θωράκιζε από παιδιά πριν κλείσουν τα φώτα. Κι ας μην το θυμόμαστε κάθε βράδυ, το νιώθουμε στο σώμα όταν λείπει ή όταν είναι πρόχειρο σαν πάτημα κουμπιού.
Γι’ αυτό επέμεινα στο βιβλίο να μη δίνω ρητές λύσεις. Όσα ταλανίζουν τις νύχτες μας, δεν θεραπεύονται με λύση αλλά με θέληση. Όχι με θέση αλλά με πρόθεση.
Το βιβλίο έχει ως αφετηρία ακριβώς αυτή τη στιγμή της ημέρας όπου όλα ησυχάζουν. Γιατί επιλέξατε τη νύχτα ως χώρο για να μιλήσετε για τη μοναξιά, τις σχέσεις, το άγχος και όλα όσα κουβαλάμε μέσα μας;
Μάλλον η νύχτα ήταν εκείνη που με επέλεξε. Έχω, είχα και θα έχω τις δικές μου αξημέρωτες νύχτες, και το πρώτο «Αντί καληνύχτας» βγήκε από την άμορφη βραδινή μου διάθεση να μιλήσω μέσα στο σκοτάδι σε κάποιον συνάνθρωπο. Δεκαέξι χρόνια ενασχόλησης με το λειτούργημα ψυχικής υγείας μού έμαθαν κάτι απλό και ταυτόχρονα δύσκολο – όπως είναι όλα τα σημαντικά. Πως σχεδόν κανείς δεν υποφέρει για τον λόγο που νομίζει.
Και η νύχτα είναι το μόνο μέρος όπου αυτή η αλήθεια αποκαλύπτεται, αν την δούμε για αυτή που είναι κι όταν μας επιτρέψουμε να την κατοικήσουμε δίχως ντροπή. Τη μέρα έχουμε εμφανείς ρόλους, πρόγραμμα, γεγονότα.
Η νύχτα, από την άλλη, δεν είναι μια «ζωή εν αναμονή», μια αδειανή παύση ανάμεσα σε δύο μέρες. Στην ουσία είναι η μόνη εργαστηριακή ώρα της ψυχής μας. Όταν την ταΐζουμε άγχος και αχώνευτες αφηγήσεις μέσα από οθόνες, ξυπνάμε την επόμενη μέρα διάσπαρτοι και ξοδεμένοι. Αν λοιπόν ήθελα να μιλήσω για τη μοναξιά, τις σχέσεις, το άγχος, δεν υπήρχε άλλος γόνιμος τόπος, παρά εκείνος ακριβώς εκεί όπου μας βρίσκουν. Εκεί θέλησα και ήταν καλό να μας βρει και αυτό το βιβλίο. Εκεί άφησα και τον Μορφέα να υποδέχεται τον αναγνώστη στο κατώφλι κάθε ιστορίας. Αυτός ξέρει το πέρασμα καλύτερα από μένα.
Μιλάμε πλέον παντού για «τραύματα», «τοξικούς ανθρώπους», «όρια» και «red flags». Μήπως έχουμε αρχίσει να μετατρέπουμε κάθε δύσκολη σχέση και κάθε δυσάρεστο συναίσθημα σε ψυχολογική διάγνωση;
Απόλυτα. Ο άνθρωπος που δεν είχε λέξεις για ό,τι του συνέβη βρήκε επιτέλους λέξεις, και το να ονομάσεις κάτι είναι μια πρώτη ανακούφιση. Εγώ ο ίδιος έγινα ψυχολόγος επειδή από παιδί ζητούσα μια γλώσσα για τα ανείπωτα που στοιβάζονταν στην κουζίνα μετά το δείπνο. Γι’ αυτό δεν θα επιπλήξω ποτέ τον άνθρωπο, κυρίως τους νέους, που ψάχνει απαντήσεις έστω και σε reels.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η λέξη παίρνει τη θέση της σχέσης, ή το επίθετο τη θέση του ρήματος. Όταν λόγου χάρη, ο άνθρωπος απέναντί μου γίνεται «τοξικός» και παύει να είναι ο Γιώργος με τη δική του ιστορία, όταν η δυσαρέσκεια που κάθε σχέση αναπόφευκτα φέρνει μεταφράζεται αυτόματα σε «παραβίαση ορίων», όταν το red flag γίνεται ετυμηγορία πριν καν αρχίσει η δίκη. Η διάγνωση προστατεύει από τον πόνο, αλλά προστατεύει και από τη ουσιαστική γνωριμία και αναγνώριση.
Μια αλήθεια που μοιράζομαι επί σκηνής και τείνει να σοκάρει, είναι ότι όλοι κουβαλάμε ένα συνονθύλευμα πρώιμων κομβικών εμπειριών που ονομάζουμε «τραύματα» και που καθορίζουν την διαμόρφωσή μας. Άρα το ερώτημα δεν είναι ποιος είναι διαμορφωμένος από τραύματα -όλοι είμαστε- αλλά τι κάνουμε με αυτό, με ποιον και με ποιον τρόπο. Κι ένας άνθρωπος που μας δυσκολεύει δεν χωρά ολόκληρος σε έναν χαρακτηρισμό ή μια διάγνωση. Το να δούμε ολόκληρο έναν άνθρωπο που μας δυσκολεύει με οποιονδήποτε τρόπο, είναι ίσως το πιο δύσκολο απ’ όλα.
Έχουμε περισσότερους τρόπους από ποτέ για να γνωρίσουμε ανθρώπους και ταυτόχρονα δυσκολευόμαστε περισσότερο να συνδεθούμε πραγματικά. Τι έχει χαθεί στην εποχή των dating apps και των ατελείωτων μηνυμάτων;
Χάθηκε ο αμήχανος χρόνος. Οι σχέσεις, όλες οι σχέσεις, μπορούμε να πούμε ότι φτιάχνονται με τρία υλικά: εγγύτητα, επανάληψη και αμήχανο χρόνο. Δηλαδή τις ώρες που δεν έχουν σκοπό, που δεν αξιολογούνται, που δεν γίνονται ένα screenshot.
Η εφαρμογή σού δίνει άπειρη εγγύτητα με άπειρους ανθρώπους και μηδέν επανάληψη μέσα σε συχνά αμήχανες περιστάσεις. Με αποτέλεσμα κάθε σύναψη επικοινωνίας ακόμα και συνάντησης να παίρνει χαρακτήρα casting παρά ουσιαστικής αναγνώρισης.
Και το μήνυμα, όσο μακρύ και σπονδυλωτό κι αν στέλνετε από την ασφάλεια μιας οθόνης, παραμένει απλώς ένας μονόλογος με παύσεις: δεν έχει σώμα, δεν έχει ανάσα, ούτε κι εκείνη τη σιωπή δίπλα σου που είναι γόνιμα άβολη. Η αγάπη, λέω συχνά, είναι χειροποίητη. Δεν επιλέγεται έτοιμη από κατάλογο. Δουλεύεται με τα χέρια του σώματος και των αισθήσεων, μέρα με τη μέρα, από δυο ανθρώπους που αποφασίζουν να ξαναβρεθούν.
Τα dating apps, η καλύτερα το «dating porn» εκφυλίζει, γιατί αποζητά την επιβεβαίωση παρά την σύνδεση. Για αυτό και το scroll είναι ατελείωτο. Τι να την κάνουμε την ελευθερία της ανεξάντλητης επιλογής, αν δεν οδηγεί σε δέσμευση; Η ελευθερία «σκοτώνει», ή σκοτεινιάζει, πιο γρήγορα από τον θάνατο αν δεν καταλήγει κάπου που επιλέγει να δεσμευτεί, να αυτοπεριοριστεί. Η τεχνολογία δεν μας στέρησε την επαφή. Μας στέρησε τον λόγο να ρισκάρουμε κάνοντας την ουσιαστικότερη, ζωντανή.
Πόσο δύσκολο είναι σήμερα να αγαπήσουμε κάποιον χωρίς να προσπαθούμε διαρκώς να τον αλλάξουμε ή να προστατεύουμε τον εαυτό μας από το ενδεχόμενο να πληγωθούμε;
Όσο δύσκολο ήταν πάντα - απλώς σήμερα έχει καλύτερη τεκμηρίωση. Το να θέλεις να αλλάξεις τον άλλον είναι παλιά ιστορία. Ο Προκρούστης δεν έλειψε ποτέ από τα κρεβάτια μας, μόνο που το μέτρο του σήμερα δεν είναι το μπόι, είναι η εικόνα που κουβαλάμε στο κεφάλι μας για το πώς «πρέπει» να μας αγαπούν. Το να προστατεύεις τον εαυτό σου από το ενδεχόμενο να πληγωθείς είναι πιο ύπουλο, γιατί μοιάζει με ωριμότητα. Είναι πανοπλία. Και η πανοπλία δεν διαλέγει μεταξύ χτυπήματος και χαδιού, κρατά και τα δυο σε απόσταση ασφαλείας.
Στο βιβλίο ζητώ από τον αναγνώστη να βγάζει την πανοπλία καθεβραδινά, πριν χρειαστεί να την φορέσει ξανά για κάποιες ώρες το πρωί. Είναι μια κατάκτηση που αξίζει την προσπάθεια. Για να πλησιάσεις έναν άλλον ολόκληρος, πρέπει να είσαι διατεθειμένος να ριψοκινδυνεύσεις κάτι από αυτά που κατέκτησες, και όχι μόνο τα άσχημα αλλά και τα οφέλημα, που κάποτε ήταν χρήσιμα μα τώρα σε αποξενώνουν. Όποιος δεν διακινδυνεύει να πληγωθεί, δεν αγαπά. Επιφυλάσσεται.
Η Αθήνα είναι μια πόλη γεμάτη κόσμο, θόρυβο, κίνηση και διαρκή κοινωνικότητα. Κι όμως, μπορείς να νιώθεις απίστευτα μόνος μέσα της. Τι κάνει μια πόλη φιλική προς την ανθρώπινη επαφή;
Μεγάλωσα στο Νιοχώρι, έναν παλιό οικισμό μέσα στην πόλη της Ρόδου - ένα χωριό μέσα σε πόλη. Σήμερα μένω στην Πλάκα, που μάλλον είναι κάτι παρόμοιο σε κλίμακα πρωτεύουσας. Θα απαντήσω το εξής απλό: μια πόλη γίνεται φιλική προς την επαφή όταν χωρά μέσα της χωριά. Όταν έχει κατώφλια χαμηλά και γείτονες που σε αναγνωρίζουν. Η μοναξιά της Αθήνας δεν είναι έλλειψη ανθρώπων· είναι έλλειψη κατάλληλης κλίμακας γειτονέματος.
Το «εμείς» της είναι είτε πέντε εκατομμυρίων είτε ενός, και κανένα από τα δύο δεν μπορεί πραγματικά να σε δει ως άνθρωπο. Στο εγγύς εμείς είναι και που εναλλάσσεται η κατάλληλης κλίμακας ελπίδα που νοηματοδοτεί τις ζωές μας. Το μέγεθος αυτής της ελπίδας στα μέτρα μας, μόνο σε χωριό μπορεί να καλλιεργηθεί. Και χωριό, χώρο με νόημα δηλαδή, δεν «έχεις» απλώς. Αλλά χωριό «κάνεις».
Για αυτό βγάλαμε τους «Ψυχολόγους του Δρόμου» στα παγκάκια της πόλης με ένα μαξιλάρι, και ένα μισάωρο καθαρής παρουσίας ώστε για να χαμηλώσει το κατώφλι του «χρειάζομαι βοήθεια». Για αυτό γεννήθηκε ο νέος κύκλος του Stand Up Therapy, το «Επαναστάσου!», όπου σκοπό έχει σε κάθε πόλη που πηγαίνουμε να αφήνουμε πίσω μας μια γειτονιά ανθρώπων που γνωρίστηκαν όρθιοι σε μια αίθουσα και μπορούν αν θελήσουν να συνεχίζουν να βρίσκονται χωρίς κάποιον επισκέπτη συντονιστή.
Αυτή είναι η μόνη επανάσταση που θεωρώ ότι πιάνει τόπο. Όχι να σηκωθείς μόνος, ούτε και μέσα σε θυμωμένο όχλο, αλλά να ξαναστηθείς ευάλωτος δίπλα σε κάποιον του οποίου την ανάγκη ένιωσες – σαν να ‘ταν δική σου. Θεωρώ πως μια πόλη είναι φιλική όταν σου δίνει λόγους και χέρια να σταθείς, κι όχι μόνο μέρη να καταναλώσεις.
Το «Αντί καληνύχτας» ξεκίνησε από μικρά κείμενα που γράφονταν για τη νύχτα και έφτασε να γίνει βιβλίο. Τι άλλαξε όταν αυτά τα κείμενα χρειάστηκε να συνυπάρξουν μέσα σε ένα ενιαίο βιβλίο; Χρειάστηκε να τα ξαναδείτε με άλλο μάτι;
Άλλαξε ο χρονισμός τους και η θέση μου. Και αυτά σε έναν βαθμό άλλαξαν πολλά. Στην οθόνη μια καληνύχτα τελειώνει σε δευτερόλεπτα. Σπρώχνεται από την επόμενη ανάρτηση, καταπίνεται από τον αλγόριθμο, και μάλλον ισχναίνει μέχρι το επόμενο ξύπνημα. Ίσα που προλαβαίνει ένα χάδι, έναν χαιρετισμό.
Το χαρτί δεν έχει «επόμενη ανάρτηση». Έχει επόμενη σελίδα, που τη γυρνάς ένας πιο συγκροτημένος εαυτός, με το χέρι του και με την προσοχή του. Από μοναχικά κείμενα, έγιναν μέσα σε σελίδες γειτονιά. Και τους γείτονες τους έχεις περισσότερο έγνοια. Επίσης, είδα εικόνες που είχα χρησιμοποιήσει σε τρία διαφορετικά βίντεο να συναντιούνται στην ίδια σελίδα, και άλλες πάλι να μετακομίζουν.
Έφτιαξα λοιπόν κάτι σαν κτηματολόγιο με κάθε εικόνα να αποκτά ιδιοκτήτη και μία θέση-πρόθεση, και ό,τι επαναλαμβανόταν είτε έφυγε είτε έγινε σκόπιμη ρίμα. Έφυγαν και οι τίτλοι, για να σε βρίσκει κάθε κείμενο στη μέση της νύχτας χωρίς επιγραφή. Ήρθε κι ο Μορφέας, ένας παλιός γνώριμος που ξέρει καλύτερα από μένα να σε υποδέχεται στο κατώφλι κάθε ιστορίας. Ναι, τα ξαναείδα με άλλο μάτι και στην ουσία τα περισσότερα τα ξανάγραψα.
Ποτέ ένα κείμενο που διάβασες αργά, μόνος, στο ημίφως, δεν είναι το ίδιο κείμενο με εκείνο που πέρασε μπροστά σου σαν αξιοθέατο ενώ ασυναίσθητα ίσως προσπερνούσες για το επόμενο.
Υπάρχει κάποιο κείμενο του βιβλίου που σήμερα, μετά την έκδοσή του, νιώθετε ότι σας αφορά περισσότερο απ’ όσο σας αφορούσε όταν το γράφατε;
Μια αυθόρμητη απάντηση είναι το «Όταν αποκοιμήθηκε ο Σίσυφος». Το έγραψα για εσένα που δεν κοιμάσαι επειδή δούλεψες όλη μέρα έξω από τον εαυτό σου, και το σώμα σου δεν σε αναγνωρίζει πια για να σε αφήσει να ξεκουραστείς. Ο Σίσυφος του μύθου δεν απελευθερώνεται από τον βράχο αλλά από τα δεσμά μέσα του, και ο ύπνος τού ήρθε όχι από τη διακοπή της προσπάθειας, αλλά από τη συμφιλίωση μαζί της. Όταν το ξαναδιαβάζω τώρα είναι σαν απευθυνόταν σε μένα τον ίδιο.
Η ιστορία κλείνει με τον Σίσυφο να συνεχίζει την προσπάθεια. Μόνο που κάθε φορά που ο βράχος κατρακυλά, εκείνος στέκεται ένα λεπτό, παίρνει μια ανάσα, παρατηρεί. Αυτό το «στέκεται» είναι ίσως η λέξη-κλειδί όλης της προσπάθειάς μου. «Στάσου». Και το ζητώ από εκατοντάδες ανθρώπους από σκηνής που σταθμίζουν το θάρρος να σηκωθούν. Άρα ναι, μάλλον με αφορά περισσότερο απ’ όσο όταν το έγραφα. Το έγραφα ως ψυχολόγος. Τώρα το διαβάζω ως θεραπευόμενος.
Ως ψυχοθεραπευτής, ακούτε καθημερινά ανθρώπους να μιλούν για άγχος, σχέσεις, μοναξιά και ανασφάλεια. Ποιο είναι το κοινό νήμα που βλέπετε πίσω από όλα αυτά;
Ότι σχεδόν κανείς δεν υποφέρει για τον λόγο που νομίζει. Έρχεται για το άγχος και μιλάμε για τη μοναξιά ή έρχεται για τη μοναξιά και μιλάμε για μια σχέση που δεν τόλμησε, ή πάλι έρχεται για την ανασφάλεια και ανακαλύπτουμε ότι ζει με μέτρα και σταθμά που δεν διάλεξε ποτέ ο ίδιος. Το κοινό νήμα θα έλεγα είναι η αποσύνδεση.
Ότι ο άνθρωπος έχει χάσει επαφή με τους άλλους, με τον τόπο του, με τον χρόνο και με τον εαυτό του, και το σώμα το καταγράφει ως άγχος γιατί δεν έχει άλλη γλώσσα. Όταν λείπει η εσωτερική συνοχή, η ηθική βάση που σου δίνει ασφάλεια και πρόβλεψη, ο άνθρωπος γίνεται καθοδηγούμενο ον, σκιά του εαυτού του, και τότε κάθε συναίσθημα τού φαίνεται σαν ξένο σώμα που φέρει ένα αφόρητο κενό.
Γι’ αυτό το βιβλίο είναι τετράπλευρο και αφορά τις σχέσεις με τους Άλλους, με τον Τόπο, με τον Χρόνο, με τη Μοναδικότητα. Δεν είναι απλώς ένα λογοτεχνικό εύρημα παρά κλινική παρατήρηση. Σε όποιον από τους τέσσερις άξονες κοπεί το νήμα, από εκεί μπαίνει το κρύο της αποξένωσης. Είμαστε φτιαγμένοι να συνδεόμαστε ακριβώς επειδή αντιμετωπίζουμε τις ίδιες κρίσεις στον ψυχισμό μας. Εξού και η παρακίνησή μου πως «όταν μιλάς θεραπεύεσαι· όταν ακούς θεραπεύεις».
Και τελικά, τι θα θέλατε να συμβεί στον αναγνώστη όταν κλείσει το «Αντί καληνύχτας», αφήσει το κινητό στην άκρη και μείνει μόνος στο σκοτάδι;
Να πάψει να νιώθει μόνος. Κι ας είναι αυτό μόνο, είναι τεράστιο. Να ξέρει ότι κάποιος, κάπου, νυχτώνει μαζί του. Κι ότι ανήκει σε μια συγχορδία άυπνων που, χωρίς να γνωρίζονται, χωρούν ο ένας τον άλλον.
Και ύστερα, ίσως, να κάνει με το σκοτάδι ό,τι κάνει κανείς με μια θάλασσα. Αντί να την αποφεύγει ή να νιώθει ότι πνίγεται, να μάθει να την κολυμπά. Η άφεση στη νύχτα, η συμφιλίωση μαζί της, είναι ο καλύτερος προορισμός που θα ευχόμουν στον αναγνώστη. Γιατί η νύχτα μας ζητά να τη διαβούμε με πίστη ώστε να μπορέσει να μας θρέψει, κάνοντάς μας καινούργιους για τη μέρα που ακολουθεί.
***
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το «Αντί καληνύχτας»: μια υπενθύμιση πως η μοναξιά δεν είναι πάντα η απουσία ανθρώπων, αλλά η απουσία ενός «εμείς» που να μας χωρά.
Ένα βιβλίο που γεννήθηκε μέσα από τις οθόνες μάς καλεί να τις αφήσουμε για λίγο στην άκρη, να μείνουμε στη σιωπή και να θυμηθούμε κάτι απλό: ακόμη και τις πιο άυπνες νύχτες, κάποιος κάπου νυχτώνει μαζί μας.
ΠΡΟΣΦΑΤΑ
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Ο ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής μιλά για το νέο του βιβλίο «Αντί καληνύχτας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Key Books
H σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα
Το γελοίο συναντά το τραγικό και η παραφροσύνη παίρνει ανθρώπινη µορφή
Ο γνωστός συγκοινωνιολόγος και συγγραφέας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο «Κυκλοφοριακό: Υπάρχει λύση; 100 προβλήματα + 100 προτάσεις»
Από το «Λουρί της τρέλας» μέχρι τη «Σκονισμένη πόλη», ο συγγραφέας εξηγεί στην ATHENS VOICE πώς γεννιούνται οι ιστορίες τρόμου
Ένα εβδομαδιαίο podcast για τις νέες εκδόσεις, και τις νέες σειρές και ταινίες.
Η Έιμπρα, όσα τη χαρακτηρίζουν και ο «πραγματικός» κόσμος
Από τον Ίαν ΜακΓιούαν στις φυλακές της Κολομβίας, και από μια ακόμη τρομερή δυστοπία στον ρόλο του γυναικείου σώματος στην ανθρώπινη εξέλιξη
«Η μυθοπλασία αξιοποιεί μια διαφορετική αφηγηματική τεχνική από τη μη-μυθοπλασία, όμως, στην τελική, κάθε είδους γραφή αποτελεί μια αφήγηση», δήλωσε ο Κινγκ στην Athens Voice
Η ποίηση, οι λέξεις, ο Νίκος Καρούζος και η Έξοδος του Μεσολογγίου
Η ζωή της «βασίλισσας των ρομάντζων» και η διαχρονική γοητεία του ροζ μυθιστορήματος
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Αμφιθέατρο του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου
Δύο πρώην νικητές και τρεις νέες υποψηφιότητες διεκδικούν το μεγάλο λογοτεχνικό βραβείο
Το πολύτιμο αντίτυπο του «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» πέρασε πλέον στη Βρετανική Βιβλιοθήκη
Ένα εβδομαδιαίο podcast για τις νέες εκδόσεις, και τις νέες σειρές και ταινίες.
Η Μαρία Μπούρη, επιμελήτρια της έκδοσης, μιλάει για την ανθρωπιστική διάσταση της ιατρικής, τη σχέση γιατρού-ασθενούς και τον ρόλο της παιδείας στην άσκηση της ιατρικής.
Ο Δρ. Zaldy Tan μιλά για την απώλεια μνήμης, την άνοια και το Αλτσχάιμερ, δίνοντας πρακτικές συμβουλές για ασθενείς, οικογένειες και φροντιστές.
Η αγάπη για τα βιβλία ως κοινός τόπος ή ως ακόμη ένα κριτήριο κατηγοριοποίησης;
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.