Βιβλιο

«Σενιορίτα»: Λίγες σκέψεις για τη νουβέλα της Έρσης Σωτηροπούλου

H σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
ΤΕΥΧΟΣ 1012
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Έρση Σωτηροπούλου, «Σενιορίτα» (Πατάκης, 2026)

Έρση Σωτηροπούλου, «Σενιορίτα»: Παρουσίαση του βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκης

«Η απόσταση είναι καλή. Η απόσταση σου δίνει προοπτική. Άσε που είναι καλό να μην είσαι συνεχώς υπό το βλέμμα του κοινού σου». Αυτά έγραφε ο Χένρικ Ίψεν από τη Ρώμη στον συνάδελφό του Μπιορνστιέρνε Μπιόρνσον, στη Νορβηγία, εκθειάζοντας τα θετικά της φυγής του από τη χώρα και της απουσίας από τα πάτρια και οικεία εδάφη – κυριολεκτικά και μεταφορικά. «Το να είσαι τόσο μακριά από το αναγνωστικό σου κοινό σε κάνει ριψοκίνδυνο».

Αν και η Έρση Σωτηροπούλου δεν χρειάστηκε ποτέ κυριολεκτική ή μεταφορική ξενιτιά για να ριψοκινδυνεύσει στη γραφή της (δείτε μόνο το δεύτερο μόλις μυθιστόρημά της, τη «Φάρσα»), φαίνεται πως η γραφή της «Σενιορίτας» καθορίστηκε από την απόσταση: γυρνώντας από το Μεξικό τον Δεκέμβριο του 2023, θα ολοκληρώσει τη νουβέλα μέσα σε έναν μήνα. (Ο Ίψεν έγραψε, αντιστοίχως, τον «Μπραντ» στη Ρώμη μέσα σε ένα τρίμηνο.)

Και μετά θα την ξαναγράψει. Και ξανά πάλι. Αλλάζοντας τελείες, κόμματα – να τη ζυγιάσει σαν ποίημα, να μην περισσεύει τίποτα, να ρέει και να σε παρασύρει, χειμαρρώδης κι ασταμάτητη, μέχρι τελικής τελείας.

Το Μεξικό· η ελλειπτική, υπαινικτική και υπερρεαλιστική, ποιητική γραφή: τίποτα από αυτά δεν είναι νέο στο έργο της, κι όμως είναι όλα κάθε φορά φρέσκα σαν δροσερά λουλούδια. Ακόμα κι όταν μιλάμε για μια νουβέλα που έχει να κάνει με τον θάνατο – τον θυμό και την απελπισία πριν χτυπήσει, το πένθος και τις χαμένες συντεταγμένες μετά.

Η «Σενιορίτα», δεσποινίς μιας κάποιας ηλικίας, κάθεται σ’ ένα τραπεζάκι έξω από μια taqueria σε κάποια λεωφόρο της πόλης του Μεξικού. Προσπαθεί να βάλει στη σειρά τις σκέψεις της. Και αδυνατεί. Την περικυκλώνουν –χρονικά και χωρικά– χαρακτήρες συμβολικοί: ένας ζητιάνος παιδί και γέρος μαζί, που εκείνη θα ήθελε να έχει σαμανικές ιδιότητες· δυο κορίτσια που την ακολουθούν κι ερωτοτροπούν, γριές και πιτσιρίκες ταυτοχρόνως· χρώματα κραυγαλέα, μάσκες των νεκρών κρεμασμένες για τη γιορτή, μουσικές μαριάτσι και ψαλμοί για την Παναγία… Πώς έφτασε ως εδώ; Γιατί κάθισε σ’ αυτό το εστιατόριο;

Στο μυαλό της στριφογυρίζουν μνήμες από ελληνικά νοσοκομεία, ΜΕΘ, διαδρόμους, ουρές στο φαρμακείο του ΕΟΠΥΥ. Φαντάζεται τον καρκίνο σαν μεταβαλλόμενο, shapeshifting πλάσμα γύρω απ’ το οποίο οι γιατροί ζουζουνίζουν, το κανακεύουν, το τιμούν· μια εφιαλτική παρέλαση μ’ αυτόν βασιλιά στον θρόνο του, και τα logos των Big Pharma μαζορέτες τριγύρω. Η Σωτηροπούλου τα βάζει ξεκάθαρα με τους γιατρούς, που έχουν, λέει, το μοναδικό προσόν σ’ όλη την πλάση να μεταμορφώνονται από συνοφρυωμένοι αγγελιαφόροι κρίσιμων ειδήσεων σε εφήβους που ανταλλάσσουν σφαλιάρες και χασκογελάκια εντός της ελάχιστης απόστασης που χωρίζει τους θαλάμους από την καφετέρια ενός νοσοκομείου.

Και όλα αυτά λέγονται επαναλαμβανόμενα και τελετουργικά, μια slam ποίηση σε πρόζα, γιατρέ, γιατρέ, γιατρέ, μια slam εικονοποιία χρωμάτων, χαρακτήρων, μουσικών και μυρωδιών, σαν ένα παραλήρημα καθόλα ζυγιασμένο, λέξη τη λέξη. Μπορεί κανείς να δει το κείμενο να μεταμορφώνεται σε ποίημα, με συγκεκριμένες αλλαγές στίχων, διάταξη πάνω στη σελίδα, λέξεις που χορεύουν, αιωρούνται και ξανασμίγουν πάνω στο λευκό.

Ο Μπραντ του Ίψεν είναι ένας φλογερός, ζηλωτής ιεραπόστολος, απαιτητικός σαν τον Σαβοναρόλα, που ονειρεύεται την πλήρη ελευθερία από τους εγκόσμιους πειρασμούς – συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης υπεκφυγής της ανθρωπότητας: του οίκτου. Η γραφή του έργου πρέπει να ήταν πυρετώδης για τον Νορβηγό, πρώτα ως επικό ποίημα, κατόπιν ως θεατρικό έμμετρο έργο: «Η ειλικρίνεια και η αυθεντικότητα απαιτούν κοινωνική και πολιτική αποστασιοποίηση», έγραφε ο Ίψεν τότε, βλέποντας στο ασυμβίβαστο του Μπραντ το ασυμβίβαστο του καλλιτέχνη.

Η Σωτηροπούλου, εν αντιθέσει, έχει κατακτήσει την καλλιτεχνική ελευθερία και την αυθεντικότητα με τρόπο καθ’ όλα ανθρώπινο, μέσα στις σβουνιές της κοινωνίας, με μάτι που αντέχει να κρίνει χωρίς ν’ αποκόπτεται τελείως απ’ το ανθρώπινο και ποταπό. Κι όμως, και τα δύο έργα διαβάζονται παράλληλα και απνευστί, παρασύροντάς σε στους πλήρως συμβολικούς και πολύπλοκα διαρθρωμένους κόσμους τους, ψάχνοντας τη σωτηρία της ψυχής. Κι αν η ψυχή του Μπραντ σώζεται στο τέλος ή όχι είναι θέμα ερμηνείας. Η ψυχή της Σενιορίτας, όμως, σώζεται από αυτό ακριβώς που ο ήρωας του Ίψεν απωθεί: τη λυσιμελή επιθυμία για ζωή. Και μαζί της σώζεται κι ο κόσμος όλος: εν αντιθέσει με τον φλεγόμενο προφήτη του θανάτου, η Σενιορίτα είναι αγγελιοφόρος μιας επίγειας μετά θάνατον ζωής.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

«Άμα είναι να καεί» του Κρίστοφερ Κινγκ, εκδόσεις Δώμα
Άμα είναι να καεί: Η φωκνεριανή νουβέλα του Κρίστοφερ Κινγκ κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Δώμα

«Η μυθοπλασία αξιοποιεί μια διαφορετική αφηγηματική τεχνική από τη μη-μυθοπλασία, όμως, στην τελική, κάθε είδους γραφή αποτελεί μια αφήγηση», δήλωσε ο Κινγκ στην Athens Voice

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY