- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Ζίτα Ρούτζκα, «Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια»
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Loggia
Νέοι τίτλοι που ξεχωρίζουν, προτάσεις που αξίζουν τον χρόνο σας, κείμενα για το βιβλίο και την ανάγνωση
Ζίτα Ρούτζκα, «Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια» (μετάφραση Αναστασία Χατζηγιαννίδη, 247 σελίδες, Εκδόσεις Loggia)
Το «Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια» της Πολωνής Ζίτα Ρούτζκα (Zyta Rudzka) είναι ένα πυκνό, ανυπότακτο και αιχμηρό μυθιστόρημα (θέλαμε να πούμε βέβαια ένα μυθιστόρημα με δόντια, αλλά το αποφύγαμε) για το πένθος, τη φτώχεια, το σώμα, την επιβίωση, και μάλλον κυρίως για την επιμονή μιας γυναίκας να μιλά με τους δικούς της όρους. Εκδόθηκε στα πολωνικά το 2022, και η ελληνική έκδοση κυκλοφορεί από τις εκλεκτικές Εκδόσεις Loggia, σε μια ζωντανή, σπαρταριστή μετάφραση της Αναστασίας Χατζηγιαννίδη, που κουβαλά με άνεση, και με ένα καλά ποικιλμένο λεξιλόγιο, όλην αυτή τη μελαγχολική ακαταδεξιά της Βέρας.
Ξεκινάμε με τη μεταφράστρια, γιατί η μετάφραση έχει ιδιαίτερη σημασία σε ένα τέτοιο βιβλίο —παρά την κοινή πεποίθηση, δεν την έχουν όλα τα βιβλία· το αντίθετο συμβαίνει—, γιατί το ύφος εδώ έχει το πάνω χέρι. (Η Ρούτζκα, άλλωστε, είναι κυρίως θεατρική συγγραφέας, κι αυτό το μυθιστόρημα είναι στην πραγματικότητα ένας εκτενής μονόλογος). Η ελληνική μετάφραση λοιπόν κρατά την τραχύτητα, την ταχύτητα, τον σαρκασμό και τη σωματικότητα της φωνής —της φωνής της Βέρας—, διατηρώντας την προφορική ένταση, τη βραχνάδα από το τσιγάρο, και την άμεση επαφή της αφηγήτριας με το σώμα της, το πτώμα του άντρα της, τον καπνό του στριφτού, τα λεφτά, και τα βάρη του βίου, του θανάτου και της μνήμης.
Η Βέρα, αυτοδίδακτη κομμώτρια με πλαστό δίπλωμα, χάνει τον άντρα της, τον Κάρολ, πρώην τζόκεϊ. Ο θάνατός του δεν τη βρίσκει μέσα σε κάποιου είδους προστατευμένο περιβάλλον, με την οικεία συμπαράσταση των συγγενών και των φίλων, ή έστω με μια κάποια οικονομική άνεση. Ίσα-ίσα, την πετυχαίνει με ένα σωρό πρακτικές εκκρεμότητες: πρέπει να εξασφαλίσει καλά παπούτσια και κοστούμι για τον μακαρίτη, λεφτά για την κηδεία, λεφτά για τη βότκα, λεφτά για το νεκρόδειπνο και για όλα τα άλλα. Έτσι η διαδρομή της μέσα στην πόλη μετατρέπεται σε μια αντίστροφη ερωτική και κοινωνική απογραφή. Πηγαίνει σε παλιούς εραστές και σε παλιές ερωμένες, ζητάει, ανταλλάσσει, πουλάει, παζαρεύει, θυμάται, βρίζει, ποθεί, ειρωνεύεται — και ειρωνεύεται κι άλλο. Οι σκέψεις της κυλούν από την επιθυμία στην απώλεια και από την πάλαι ποτέ ομορφιά στη σωματική φθορά. Κι αν κάπου εκεί στήνει την παγίδα του το μελόδραμα, η Ρούτζκα/Βέρα δεν πρόκειται να του κάνουν τη χάρη και να πέσουν μέσα: εκείνο είναι που θα πέσει, όχι αυτές.
Η δύναμη του βιβλίου βρίσκεται κυρίως στη φωνή της Βέρας, αυτής της ατίθασης καρδιάς. Η Ρούτζκα γράφει με ρυθμό προφορικό, λαϊκό, συχνά βάναυσο, γεμάτο από κοφτές εικόνες, σωματικές λεπτομέρειες και σπινθηροβόλο —πλην ολέθρια μαύρο— χιούμορ. Η Βέρα δεν αφηγείται τη ζωή της σαν να κάνει εξομολόγηση πίσω από την κουρτίνα του παπά, ζητώντας κατανόηση, καταλλαγή και άφεση. Μιλάει σαν άνθρωπος που έχει συνηθίσει να στέκεται όρθιος, να υπολογίζει τι κοστίζει το καθετί, να αναγνωρίζει την επιθυμία —και να τη δέχεται—, και να κοιτάζει τον θάνατο πρωτίστως με… πρακτικό βλέμμα. Εξ ου και το πρώτο πρόβλημα μετά τον ξαφνικό χαμό του άντρα της είναι τα παπούτσια: το πένθος εδώ έχει υλικό βάρος, έχει μυρωδιά, ιδρώτα, οικονομική πίεση, κοινωνική αμηχανία.
Η Βέρα είναι από τις ηρωίδες εκείνες που σπάνια βρίσκουν κεντρική θέση στη λογοτεχνία χωρίς να γίνουν γραφικές, συμβολικές ή διδακτικές. Μια κάπως προχωρημένης ηλικίας γυναίκα της εργατικής τάξης, με έντονο σεξουαλικό παρελθόν, με τραχύτητα, μνήμη και επιθυμίες, κουβαλά μια εμπειρία που πόρρω απέχει από την ευπρέπεια ή τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό των γειτόνων της, των άλλων. Η δε Ρούτζκα δεν τη μαλακώνει για να μας γίνει συμπαθής. Την αφήνει όλο γωνίες κι αγκάθια, έτσι αιχμηρή, έτσι αστεία, κουρασμένη, και ζωντανή. Σαν αποτέλεσμα, έχουμε εδώ ένα μεγάλο πορτρέτο της γυναικείας αντοχής. Η Βέρα έχει χάσει πολλά —αν είχε και τίποτα ποτέ της—, αλλά δεν παραδίδει τη γλώσσα της, ούτε το δικαίωμα να ορίζει η ίδια τι σημαίνει ο άντρας που πέθανε, τι σημαίνουν οι άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή της, τι σημαίνει το σώμα της που γερνά.
Το μυθιστόρημα τιμήθηκε με τη σημαντικότερη λογοτεχνική διάκριση της Πολωνίας, και είχε μεγάλη διεθνή πορεία. Εύλογη αναγνώριση, καθώς συνδυάζει μια πολύ συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα με μεγάλη λογοτεχνική τόλμη στη φόρμα. Κι αν η αφήγηση κινείται σαν σχεδόν παραληρηματικός μονόλογος, κάτω από την επιφάνεια υπάρχει αυστηρή σύνθεση. Η διαδρομή για τα παπούτσια του νεκρού γίνεται διαδρομή μέσα στις σχέσεις, στην επιθυμία, στις μικρές ταπεινώσεις, στις παλιές ηδονές και στη φτώχεια, σε μια μετασοσιαλιστική Πολωνία των ανθρώπων εκείνων που έμειναν εκτός των μεγάλων αφηγήσεων της προόδου.
Το «Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια» θέλει έναν αναγνώστη πρόθυμο να μπει στην επικράτεια μιας γλώσσας που δεν ξέρει να στρογγυλεύει τα πράγματα, γιατί δεν θέλει καθόλου να τα στρογγυλέψει· δεν γουστάρει. Και η μεγαλύτερη ανταμοιβή του είναι βέβαια η ηρωίδα του βιβλίου, που μένει στη μνήμη περισσότερο και από την πλοκή: η Βέρα με τις παλιές της ιστορίες, με τον θυμό, το πικρό της χιούμορ, τη λαχτάρα της, και την άρνησή της να φερθεί όπως θα περίμεναν οι άλλοι από μια χήρα, από μια γυναίκα. Είναι ένα από αυτά τα μυθιστορήματα.
ΥΓ. Και τυπογραφικά ξεχωρίζει. Οι παράγραφοι είναι μικρές, κοφτές, σαν άσκηση πυρός με βολή κατά βολή, και ξεκινούν με εσοχή μόνο στους διαλόγους. Σε πιάνουν από τον λαιμό. Με την καλή έννοια, ή τέλος πάντων με την πρέπουσα. Μπορεί δηλαδή και με την κακή.
- Διαβάστε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:
Έφυγα να ψάξω τα παιδιά.
Πήγα στο γυαλοποιό. Τα Τολκάκια μεγάλωσαν, σκορπίσανε. Πώς να βρω τα πιτσιρίκια, πού να τηλεφωνήσω. Ο γυαλοποιός άκουσε το θυροτηλέφωνο, πλησίασε στο παράθυρο, ισόγειο. Τράβηξε την κουρτίνα, μόνο λίγο. Με είδε, την άνοιξε εντελώς, να τον δω.
Αυτουνού δεν του άρεσε ποτέ τίποτε. Αυτουνού δεν του άρεσε που γελούσαμε με την Τόλκα και κρυφομιλούσαμε. Πλησίασα μπροστά στο παράθυρο. Δεν το κούνησε από το τζάμι. Κοιτούσε.
Η μούρη του μια ζωή πασαλειμμένη, σαν βρόμικο σφουγγαράκι πιάτων. Μπίχλας, στο πουκάμισό του κάθε γεύμα της εβδομάδας. Δεν έλεγε να βάλει πάνω του κάτι καθαρό. Γλίτσας και βρομιάρης, αλλά χεράκια είχε καθαρά, όταν ξέκανε την Τόλκα με το μπλαμπλά.
Ξεκίνησε για το μαγαζί, έπεσε κάτω. Στον ακάλυπτο, δίπλα στον τοίχο. Ούτε στη σιδερένια απλώστρα δεν έφτασε για να πιαστεί από κάπου.
Στους ανθρώπους αρέσει να κοιτάζουν τη δυστυχία. Έπρεπε να τη σκεπάσει η μικρή κόρη με ένα πουλόβερ, αργούσαν να ’ρθούνε.
Πάει καιρός που η Τόλκα δε ζει κι ο γυαλοποιός στέκεται σαν αφέντης στο παράθυρο. Ξερακιανός, ψηλός.
Άνοιξε, του φώναξα.
Μισάνοιξε το παράθυρο. Γύρισε το πόμολο τόσο απότομα που ήμουν σίγουρη πως θα με αρπάξει από το μαλλί.
Πέθανε ο Τζόκεϊ.
Τι, ζούσε ακόμα;
Ήθελα το τηλέφωνο των παιδιών.
Έγειρε προς το δωμάτιο. Σφύριξε σαν καμουτσίκι.
Και τι τα θέλεις τα παιδιά μου;
Να τα πληροφορήσω για το θάνατο.
Έσφιξε τη μασέλα.
Δεν το δίνω.
Και ποιος πήγαινε τα παιδιά σου στο κατηχητικό κάθε Κυριακή; Τους έμαθε ιππασία; Τους σκάρωνε σέλες;
Το μικρό σου πόνι, είπε με χαμόγελο ικανοποίησης.
Δώσε μου το τηλέφωνο. Να τους πω ότι ο θείος τους πέθανε.
Και τι τα νοιάζει το μικρό σου πόνι. Τώρα έχουν γίνει Γερμανοί.
Φούντωσε. Με τα δυο χέρια άρπαξε το κάσωμα.
Δε θέλεις να δώσεις το τηλέφωνο. Τότε τηλεφώνα μόνος σου.
Δε θα μου πεις εσύ τι θα κάνω. Επειδή έκοβες μαλλιά, νομίζεις πως μπορείς να κουμαντάρεις το κεφάλι μας. Ξεκουμπίσου, διακονιάρα.
Σύριξε, έκλεισε το παράθυρο. Δεν απομακρύνθηκε, δεν τράβηξε την κουρτίνα. Στεκόταν και κοίταζε.
Κοίταξα αυτόν τον μπάρμπα σαν να του έκοβα το πουλί με το ψαλίδι.
Πήγα ακριβώς μπροστά στο περβάζι. Του έριξα τρεις χοντρές ροχάλες.
- Νά και το οπισθόφυλλο:
Νεκροπάπουτσα, κοστούμι, λεφτά για κηδεία και φέρετρο, για βότκα και νεκρόδειπνο. Ο άντρας της Βέρας πεθαίνει κι εκείνη πρέπει να τα κανονίσει όλα γρήγορα. Δεν έχει τα μέσα για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Πηγαίνει σε πρώην εραστές και ερωμένες για να ζητήσει λεφτά, να πουλήσει, να ανταλλάξει, να βρει ό,τι χρειάζεται. Η Βέρα είναι μια γυναίκα δυνατή, με ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης και ροπή προς τον αυτοσαρκασμό. Η αφήγησή της, άμεση, θεατρική, με πικρό χιούμορ και χωρίς ίχνος καθωσπρεπισμού, αναδεικνύει την υλικότητα του σώματος ως αντίβαρο στο πένθος.
- Και ένα μικρό βιογραφικό της συγγραφέως:
Η Ζίτα Ρούτζκα (Βαρσοβία, 1964) είναι θεατρική συγγραφέας και πεζογράφος. Τα θεατρικά της έργα έχουν διακριθεί σε πολωνικά και διεθνή φεστιβάλ, μεταξύ άλλων με το Βραβείο Gold Remi στο Worldfest International Film Festival (Χιούστον). Με τα μυθιστορήματά της η Ρούτζκα έχει επίσης αποσπάσει σημαντικά πολωνικά βραβεία. Το βιβλίο «Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια» τιμήθηκε με το Λογοτεχνικό Βραβείο Nike, τη σημαντικότερη διάκριση στην Πολωνία. Τα πεζά της μεταφράζονται συστηματικά σε ξένες γλώσσες και κυκλοφορούν σε πολλές χώρες της Ευρώπης καθώς και στην Αμερική.
Βρείτε το στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς σας, ή όπου αλλού σάς αρέσει να προμηθεύεστε τα βιβλία σας.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.
ΠΡΟΣΦΑΤΑ
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η απόλυτη βίβλος για τον αθλητισμό, την πολιτική και το παιχνίδι που κατέκτησε, κυριολεκτικά, τον κόσμο
Μιλήσαμε μαζί τους για τους νέους επιτυχημένους τίτλους τους, τα προβλήματα που προκύπτουν από την υπερπληροφόρηση και την Τεχνητή Νοημοσύνη αλλά και για την επίδραση της Key Books στους αναγνώστες
Στον φετινό διαγωνισμό οι νικητές και οι νικήτριες αναδείχτηκαν με 200.000 ψήφους αναγνωστών
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες για το καλοκαίρι
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες για το καλοκαίρι
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες για το καλοκαίρι
Η ATHENS VOICE ξεφυλλίζει σελίδες για το καλοκαίρι
Η παιδική και νεανική λογοτεχνία εξακολουθεί να αποτελεί ένα εξαιρετικά γόνιμο πεδίο επιστημονικής διερεύνησης
Μια μεγάλη συζήτηση με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Το κακό που δεν υπάρχει» (μετάφραση Δήμητρα Δότση, 336 σελίδες, Εκδόσεις Utopia)
Ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ και ο Αντρέα Μπαγιάνι γράφουν για την άνοια των γονιών τους
«Μόνο με την επίκληση της νομιμότητας δεν θα έχει κανείς μέλλον», λέει ο Αντώνης Κλάψης στην ATHENS VOICE
Ήρθε στη Θεσσαλονίκη καλεσμένος του Φεστιβάλ ΛΕΑ για να παρουσιάσει το μυθιστόρημά του «Και οι επτά ήταν υπέροχοι»
Πανελλαδική έρευνα αποκαλύπτει τις συνήθειες, τα κίνητρα και τις νέες τάσεις των Ελλήνων αναγνωστών
Το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα μεταφέρεται στη σκηνή σε διασκευή του Βαγγέλη Κωνσταντινίδη και μουσική του Δημήτρη Κοντόπουλου
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Loggia
Το μυθιστόρημα «Εκεί εκεί» του Tommy Orange (μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) κυκλοφορεί στις 19 Ιουνίου
Μια συλλογή διηγημάτων που δεν θα σε αφήσει να ησυχάσεις ούτε λεπτό
Μια νουβέλα γραμμένη σαν μια σχοινοτενής ευχή με τη μορφή νουβέλας: μακάρι ένα παιδί να στραφεί νωρίς μέσα του και να αναρωτηθεί βαθιά και ουσιαστικά ποια είμαι, πού πάω, τι θέλω, γιατί το θέλω
Μια συνέντευξη με τον δρα Θεόδωρο Παπακώστα με αφορμή το νέο του βιβλίο, «Πόση Μεγάλη Ελλάδα θέλετε; — Ναι!» (344 σελίδες, Εκδόσεις Key Books)
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.