- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Φοίβη Γιαννίση: Η ποίηση ξεκινά από την κούνια με το άκουσμα των τραγουδιών
Mοιράζεται σκέψεις της με αφορμή την έκδοση του «Goatsong»
Φοίβη Γιαννίση: Η ποίηση μέσα από τη φωνή, το σώμα και τον χώρο. Η ποιήτρια μιλάει για τη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων της «Goatsong» από τις Fitzcarraldo Editions, έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους αυτή τη στιγμή στη Βρετανία
H Φοίβη Γιαννίση είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ποιήτρια και αρχιτέκτονας. Στο έργο της διερευνά την ποιητική της φωνής, του σώματος και του χώρου συνδυάζοντας την αρχιτεκτονική (τόπος) με τη φωνή (βλ. προφορική καταγωγή της ποίησης, Ιλιάδα και Οδύσσεια) και το σώμα στην πρωταρχική του λειτουργία, τη λειτουργία της αναπνοής.
Σε μια εποχή που μας απασχολούν ανούσιες, ακατέργαστες και μεγαλόστομες δηλώσεις επί της ποίησης επειδή μόνο και μόνο εκφράζονται με προκλητικό τρόπο, η Φοίβη Γιαννίση μιλάει ελάχιστα. Μελετά όμως σε βάθος θεμελιώδη ζητήματα και γράφει με τέτοιον τρόπο ώστε η Αν Κάρσον να επιλέξει τα «Ομηρικά» ως το αγαπημένο της ποιητικό βιβλίο για το 2017.
Έχει γράψει επτά ποιητικές συλλογές, με τα «Ομηρικά» (Κέδρος, 2009), να έχουν κυκλοφορήσει στα γερμανικά («Homerika,» Reinecke und Voss, 2016, σε μετάφραση του Dirk Uwe Hansen) και στα αγγλικά («Homerica,» World Poetry Books, 2017, σε μετάφραση του Brian Sneeden. Το πιο πρόσφατο βιβλίο της Γιαννίση είναι το «Χίμαιρα» (Καστανιώτης, 2019). Όσο για τις Fitzcarraldo Editions, επέλεξαν να ξεκινήσουν την εκδοτική τους πορεία στην ποίηση με το «Goatsong».
Η αφορμή της συζήτησής μας είναι η έκδοση από έναν από τους πιο σημαντικούς εκδοτικούς οίκους, τις Fitzcarraldo Editions, του «Goatsong», ενός θα έλεγε κανείς συγκεντρωτικού τόμου της ποίησής σας. Τι περιλαμβάνει το βιβλίο;
Το βιβλίο περιλαμβάνει τις 3 μεταφρασμένες συλλογές μου που έχουν ήδη εκδοθεί στην Αμερική: τα «Ομηρικά» (Κέδρος: 2009), «Homerica» (2017), από τον τότε νεοσύστατο οίκο World Poetry Books, το «Cicada» που είναι μία επιλογή από τα βιβλία μου «Τέττιξ» (Γαβριηλίδης: 2012) και «Ραψωδία» (Gutenberg: 2016) και τέλος τη «Chimera», επιλογή από τη «Χίμαιρα» (Καστανιώτης: 2019), όλες σε μετάφραση Brian Sneeden. Οι New Directions είναι από τις πιο σημαντικές, έγκριτες εκδόσεις σύγχρονης και πειραματικής λογοτεχνίας αξιώσεων στην Αμερική, και το «Cicada» και η «Chimera» βρέθηκαν στη βραχεία λίστα των μεγαλύτερων βραβείων τη χρονιά της έκδοσης τους, δηλαδή των εθνικών βραβείων μεταφρασμένης ποίησης (National Translation Awards), όπως και εκείνων του PEN.
Τι ακριβώς συμβαίνει στα «Ομηρικά»; Με ποιον τρόπο σας εμπνέει ο Όμηρος;
Στα «Ομηρικά» μιλάει μία γυναίκα σύγχρονη που, ανάλογα με την περίσταση, εναλλάσσει προσωπεία και φωνή με την Πηνελόπη, την Κίρκη, την λατρεμένη θεά Θέτιδα, τη Ναυσικά, τη Λευκοθέα, την Αφροδίτη, αλλά και τον Οδυσσέα, τον Πάτροκλο, τον Αχιλλέα, τον Ερμή και τον Ορφέα. Νοσταλγεί, πονά, δυσκολεύεται, αγαπά, μεγαλώνει παιδιά ερωτεύεται και κατανοεί τον εαυτό της μέσα από τον μύθο. Ο τόπος του Πηλίου όπου ζούσα όταν το έγραφα, και ζω ακόμη, μου έδινε τα πρόσωπα, τις ιστορίες και την ατμόσφαιρα της εμπειρίας. Ο Όμηρος, που διαβάζω και ξαναδιαβάζω, είναι ένα λαϊκό ποίημα, πηγή λέξεων και ουσιαστικής σχέσης με τον κόσμο. Οι μύθοι, ο ρυθμός και η προφορικότητα του έπους, με μία έννοια το τραγούδι, (για την ακρίβεια η ρυθμική εκφορά) ήταν πολύ σημαντικά στη σύνθεση των Ομηρικών.
Τι σήμαινε για εσάς το ότι η Αν Κάρσον συμπεριέλαβε τα «Ομηρικά» σε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασε το 2017;
Ήταν τεράστια χαρά και έκπληξη το ότι η Αnne Carson δήλωσε πως τα «Ομηρικά» ήταν ένα από τα καλύτερα βιβλία ποίησης που διάβασε το 2017. Το άλλο ήταν ο «Ρόδινος Φόβος» της Μαρίας Λαινά, κι έτσι ένιωσα διπλά τιμημένη. Η Κάρσον είναι ένα τεράστιο παράδειγμα λόγω της ειδικής της σχέσης με την αρχαιότητα που τη νιώθω πολύ κοντινή με τη δική μου. Μπαινοβγαίνει στην αρχαιοελληνική ποίηση και φιλολογία με παραδειγματική ελευθερία και πειραματίζεται «χιμαιρικά» (με τη δική μου ορολογία) σε υβρίδια ειδών ανάμεσα στη θεωρία και την ποίηση .
Το ποίημα «Τέττιξ» περιλαμβάνεται επίσης στο «Goatsong». Πρόκειται για ένα οπτικοακουστικό ποίημα, όπως έχετε σημειώσει. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό;
Από ένα σημείο και πέρα τα ποιητικά μου πρότζεκτ περιέχουν μαζί με την γραφή και την έρευνα πάνω σε ζητήματα ποιητικής. Το «Τέττιξ» (2012) συνέχιζε πάνω στις θερινές εμπειρίες του υπαίθριου χώρου που είχα μεταφέρει στα «Ομηρικά». Ήδη στο βιβλίο των «Ομηρικών» (2009) είχα διευρύνει τα μέσα, συμπεριλαμβάνοντας σε cd κάποιες ηχογραφήσεις των ποιημάτων in situ σε διάφορες περιοχές του Πηλίου. Ήθελα να περιέχεται στο βιβλίο ο ρυθμός του λόγου μαζί με την πολυφωνικότητα του χώρου, τον ειδικό ήχο της στιγμής που μετέφερε τη μοναδική ατμόσφαιρα τόπου, εποχής και ποιήματος. Όταν η Άννα Καφέτση με προσκάλεσε κατόπιν αυτού να κάνω μία μικρή ποιητική ηχητική εγκατάσταση στο ΕΜΣΤ, αποφάσισα να μπω στη διαδικασία να δω γιατί η αρχαιοελληνική γραμματεία (ο Πλάτων στον «Φαίδρο») αντιλαμβανόταν το τζιτζίκι ως μουσικό και ποιητικό ον υψηλότερο από το άνθρωπο. Πάντα ένιωθα πως ο θερινός ήχος των τζιτζικιών είναι απόλυτα συνδεδεμένος με την εκστατική χαρά και τη μεταμορφωτική της δύναμη. Έτσι διερεύνησα το τζιτζίκι συλλέγοντας αρχαιοελληνικά και γιαπωνέζικα κείμενα όπου ο Τέττιξ, εμφανίζεται ως υπηρέτης των Μουσών και αθάνατος, πειραχτήρι ή μελωδικός σύντροφος, αλλά και άλλα που μιλούν για τον βιολογικό κύκλο ζωής του, την μεταμόρφωση του σε ενήλικο ον με φτερά που τραγουδά ερωτικά.
Κατάλαβα πως η καρδιά της σημασίας του εντόμου για την ποίηση έγκειται στην μεταμόρφωση του. Έγραψα, μάζεψα εξωσκέλετα τζιτζικών, ηχογράφησα, αλλά προσέθεσα στον ήχο και το βίντεο, εικονογραφώντας μύθους και στίχους. Η εικονογράφηση αυτή ήταν άκρως τελετουργική. Σε κάποια πλάνα έβαζα κι έβγαζα από το στόμα ένα ζωντανό τζιτζικάκι -δεν το έφαγα- που πετούσε λαλώντας, διαμαρτυρόταν το καημένο, αλλά τι τα θες, έπεα πτερόεντα - σε άλλα φορούσα στο κεφάλι ένα καλάθι σαν φυλακισμένος τέττιγας ή τριζόνι. Έφτιαξα μία φορεσιά «εξωσκέλετον», τη «Συσκευή Από Στήθους Εκφώνησης» και οργάνωσα μία χορική πολυφωνική περφόρμανς με συμμετοχή φίλων ποιητών και εικαστικών. Εντέλει με όλα αυτά στήθηκε μία εγκατάσταση, σε επιμέλεια του Σταμάτη Σχιζάκη, όπου ο ήχος των τζιτζικιών με τα μεγάλα πλάνα από το βίντεο κυριαρχούσε στην χειμερινή αίθουσα, ενώ οι στίχοι και τα κείμενα κείτονταν σε χειρόγραφα βιβλία ή ακούγονταν σε ηχητικά αρχεία αν έβαζες το κεφάλι σου μέσα σε μεγάλα καλάθια. Ήταν κυριολεκτικά οπτικοακουστική εμπειρία με θεότητα το τζιτζίκι.
Τέλος, στη συλλογή των Fitzcarraldo Editions υπάρχει και η «Χίμαιρα». Θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια και γι’ αυτή την ποιητική συλλογή;
Η μεταμορφωτική ηχητική εμπειρία του τόπου, και η σχέση της ποίησης με ένα μη ανθρώπινο ον-τραγουδίστρια με πήγε στη συνέχεια αναγκαστικά σχεδόν στη λέξη «τραγωδία» (ωδή του τράγου) και στον ήχο των κατσικιών στην γεωγραφία. Ήθελα όμως τώρα να μιλήσω για την Ωδή της Αίγας, παρούσας παντού στο Αιγαίο, του θηλυκού γιδιού, που είναι και μάνα, γιατί εκεί μου φαινόταν πως θα σκαλίσω καλύτερα τη ρίζα της τραγωδίας, δηλαδή αυτού του δραματικού τραγουδιού που μιλάει για πόνο και κάθαρση. Η μεταμόρφωση που κράτησα από το «Τέττιξ» φέρνει ένα ον σε κατάσταση διπλή ή τριπλή, και η λέξη «Χίμαιρα» στα αρχαία ελληνικά ήταν εμβληματική γιατί σήμαινε θηλυκή αίγα και μυθικό ον πολλαπλό, «τρίμορφον θηρίον». Πήγα σε ένα μαντρί Βλάχων κτηνοτρόφων στο Καλαμάκι Λαρίσης να δω από κοντά τη σχέση ανθρώπων και ζώων και τις πρακτικές τους, και ήταν μία από τις πιο συγκλονιστικές εμπειρίες της ζωής μου. Οι Βλάχοι κτηνοτρόφοι ασκούν τον εποχιακό νομαδισμό, μία αρχαία πρακτική μετακίνησης ανάμεσα στα χειμαδιά, στον κάμπο τον χειμώνα, και τα ψηλά, στα όρη το καλοκαίρι, που δυστυχώς τελειώνει σήμερα οριστικά με την ευλογιά και τις μαζικές θανατώσεις χιλιάδων ζώων, γεγονός απίστευτα τραγικό.
Τώρα που το θέμα μου ήταν η ίδια η Χίμαιρα, δεν μπορούσε παρά το ποιητικό υλικό να δουλευτεί με πρακτική χιμαιρική, ανάμεσα στα είδη και τα μέσα, διαβάζοντας, ηχογραφώντας, βιντεοσκοπώντας, γράφοντας, αλλά κυρίως ούσα εκεί, με το σώμα και την ψυχή μου. Η Χίμαιρα με μεταμόρφωσε κυριολεκτικά κι ακόμα είμαι υπό την επήρεια της. Το έργο πήρε και εξακολουθεί και παίρνει πολλαπλές μορφές, πάλι ένα αναγνωστικό αντικείμενο «φορέσιμο», ένα δέρμα γίδας-περγαμηνή, την Αιγίδα, που έγραψα για να φορώ και να διαβάζω από αυτό, μία έκθεση στο Μουσείο Αγγελικής Χατζημιχάλη, (το 2015, με την Ίριδα Λυκουριώτη), και άλλη μία στην Πρώτη, Παντοτική και Τελευταία Μπιεννάλε του Ψηλορείτη σε επιμέλεια Σταμάτη Σχιζάκη, ηχητικά έργα και βίντεο, δεκάδες περφόρμανς (με την σκηνοθετική επιμέλεια της Ισαβέλλας Μαρτζοπούλου, μία από αυτές στη Νέα Υόρκη, και ανάμεσα σε όλα αυτά και ένα τυπωμένο βιβλίο, τη «Χίμαιρα», όσο μπορούσα πιο πολυφωνικό. Εξ ορισμού χιμαιρικό στην μορφή και στο είδος, γιατί η Χίμαιρα είναι ένα υλικό επιτέλεσης, υλικό Χίμαιρας, που ποτέ δεν αποκρυσταλλώνεται σε ένα μοναδικό και τελειωτικό σχηματισμό.
Πώς έγινε η μετάφραση; Από πόσο κοντά παρακολουθήσατε τη διαδικασία και τι σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση κατά τη διαδικασία αυτή;
Ο μεταφραστής μου Brian Sneeden, ποιητής κι εκείνος, αγάπησε την ποίηση μου και ανέλαβε τρόπον τινά να γίνει ο πρεσβευτής της. Του χρωστώ ευγνωμοσύνη. Πολλές φορές διαφωνήσαμε, γιατί ο Brian, πάντα με απόλυτο σεβασμό, μου πρότεινε αλλαγές στις δομές των βιβλίων μου, κι έτσι η τελική κάθε φορά μορφή του μεταφρασμένου βιβλίου ήταν διαφορετική από εκείνη του ελληνικού, αποτέλεσμα όμως εντέλει της από κοινού συζήτησης και επεξεργασίας. Παρότι είχα μεγάλη αρχική αντίσταση σε αυτό, τώρα νιώθω πως ο Brian είναι ένα είδος επιμελητή του έργου μου στην ξένη («αυτήν που φιλοξενεί») γλώσσα και πως η μετάφραση είναι μία άλλη εκδοχή επιτέλεσης του «υλικού» του βιβλίου, προσαρμοσμένη στην ειδική συνθήκη της γλώσσας, του κοινού της, και της εκάστοτε εκδοτικής πολιτικής. Όσο προχωράει ο καιρός, νιώθω πως το υλικό της δικής μου ποίησης δεν μπορεί παρά να ρέει ανάμεσα στα είδη, τις περφόρμανς, τα μέσα, μακάρι και τις γλώσσες, σε παραλλαγές προσαρμοσμένες κάθε φορά στην περίσταση.
Υπάρχουν ποιητές παγκοσμίως που θα επιθυμούσαν διακαώς να βρεθούν στον κατάλογο των Fitzcarraldo Editions. Εσείς πώς βρεθήκατε στον κατάλογο ενός τόσο σημαντικού εκδοτικού οίκου;
Ήμουν τυχερή. Όταν η ποιήτρια Rachael Allen, ανέλαβε την επιμέλεια της ποίησης στον οίκο Fitzcarraldo Editions, (γιατί τα βιβλία ποίησης είναι εντελώς πρόσφατή τους σειρά) διάβασε τα τρία μου μεταφρασμένα βιβλία, τα αγάπησε και πίστεψε σε αυτά, κι έτσι πρότεινε να τα βγάλει σε έναν τόμο υπό μορφή τριλογίας, το «Goatsong». Μεγάλη διάκριση, γιατί το «Goatsong» ήταν αυτό που εγκαινίασε την σειρά μεταφρασμένης ποίησης του εμβληματικού αυτού οίκου.
Στα ελληνικά, ποιες ποιητικές σας συλλογές μπορούμε να βρούμε στο εμπόριο;
Tις «Θηλιές» (Νεφέλη, 2005), τη «Ραψωδία» (Gutenberg, 2016), μέρος της οποίας αποτελεί το «Cicada», τη «Χίμαιρα» (Καστανιώτης 2019), το «Θέτις και Αηδών»(Καστανιώτης 2021). Τα «Ομηρικά» έχουν εξαντληθεί, και το «Τέττιξ» πήγε για λιώσιμο μαζί με όλα τα άλλα του Γαβριηλίδη.
Έχετε σκεφτεί να κυκλοφορήσετε μια συγκεντρωτική έκδοση, αντίστοιχη με αυτή που κυκλοφορεί στα αγγλικά;
Θα ήταν ωραίο και θα χαιρόμουν. Αλλά τα πρακτικά ζητήματα με δυσκολεύουν πολύ.
Έχετε συναντήσει τον Επαμεινώνδα Γονατά και τον Μίλτο Σαχτούρη. Πόσο σας έχει επηρεάσει η θεωρητική προσέγγιση αλλά και η γραφή τους;
Γνώρισα πρώτα τον Νώντα, πολύ νέα, μαζί με τον Αριστείδη Αντονά, πατέρα των παιδιών μου, όταν φοιτητές ακόμη βγάζαμε με μία ομάδα φίλων το περιοδικό «Μαύρο Μουσείο», στο τέλος της δεκαετίας του 1980. Γίναμε φίλοι παρά την τεράστια διαφορά ηλικίας και συχνά τον βλέπαμε στην Κηφισιά στο διπλό του σπίτι ή σε λαϊκά ταβερνάκια της περιοχής. Η ταινία «Επισκέψεις στο σπίτι του Ε.Χ. Γονατά» (1996) που γύρισε η αγαπημένη μου φίλη και τρομερή κινηματογραφίστρια Εύα Στεφανή δείχνει ακριβώς το ύφος και την αξία των επισκέψεων. Ο Ε.Χ. Γονατάς, αξιοθαύμαστος γνώστης της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τρομερός αναγνώστης, λάτρης της ομορφιάς του βιβλίου, πάντα μας έδειχνε τα μικρά «διαμαντάκια» από τους αγαπημένους του «μινόρες» συγγραφείς, και μιλούσε με πάθος για αυτά ανοίγοντας κόσμους κατανόησης της τέχνης, διδάσκοντας την προσήλωση στο μη φανταχτερό, το παράξενο, το μικρό, το ελάχιστο, το μη δημοφιλές και γνωστό. Αλλά περισσότερο τον αγάπησα και διδάχτηκα από την προσωπικότητα του, την ανθρώπινη του υπόσταση, την σχέση του με τον κήπο και τα γατιά του, την εντελώς sui generis ζωή του, την τρυφερότητα του και την απόσταση του από τα μεγάλα φώτα της δημοσιότητας. Και… ήταν αστείος ο Νώντας.
Τον Μίλτο Σαχτούρη γνώρισα αργότερα την δεκαετία του 1990, όταν έβγαλα τα πρώτα μου βιβλία ποίησης, τους «Αχινούς» και το «Ραμαζάνι», σε αυτοεκδόσεις του Μαύρου Μουσείου, το 1993 και το 1996, με εξώφυλλα του Ζάφου Ξαγοράρη, και του τα έστειλα κατόπιν υποδείξεως του Νώντα. Η ποίηση του ήταν αποκάλυψη για μένα, με την συνειρμική της απλότητα, την μελαγχολία και τις ονειρικές της σκηνές. Ο Μίλτος ήταν τότε πολύ μεγάλος πλέον, δεν έβλεπε σχεδόν κανέναν, είχε αφιερώσει τη ζωή του στην ποίηση και την είχε χάσει στον τζόγο και στα άλογα. Οι δικές μου επισκέψεις στο σπίτι του της οδού Μηθύμνης με έθλιβαν για την τεράστια μοναξιά και τη φτώχεια του. Το αντίβαρο ήταν πως ο Μίλτος έμεινε για πάντα ένα μεγάλο παιδί, ένας απόλυτα αθώος άνθρωπος, και αυτό είναι το βάθος της ποίησης του, η τόσο ριζική αποκαλυπτική ανενδοίαστη παιδικότητα της.
Ποιες θα ορίζατε ως αφετηρίες της ποίησής σας;
Η ποίηση ξεκινά από την κούνια με το άκουσμα των τραγουδιών. Των τραγουδιών και της τραγουδιστής γλώσσας. Η μαμά μου στιχάκια μας έδινε σε απάντηση κάθε λέξης. Την Μεγάλη Παρασκευή στο σπίτι μας ξυπνάγαμε με τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου και τη φωνή του Μπιθικώτση, Μεγάλωσα με την εξαίσια μελοποιημένη ποίηση, είχαμε όλους τους δίσκους του Μίκη κι αργότερα του Χατζιδάκι και του Σαββόπουλου, ακούω πάντα τα ρεμπέτικα τραγούδια και τα λαϊκά του 1960 και του 1970 με τον διαμαντένιο στίχο και τον καθαρό ήχο του μπουζουκιού, και μου φουσκώνουν το στήθος. Αλλά έγραψα ποίηση με τις πρώτες αναγνώσεις των «Προσανατολισμών» του Ελύτη αλλά και των μεταφράσεων στα ελληνικά του Λόρκα που πήγαιναν μαζί με τις χαίνουσες συγκινήσεις της εφηβείας, και συνέχισα ρουφώντας την ελληνική γλώσσα σε όλες τις εποχές, τις διαλέκτους, τις γλώσσες, τις υβριδικότητες και μείξεις της, ακούγοντας τα ζωντανά λόγια όπου και να είμαι αλλά και διατρέχοντας τα λεξικά με τις λέξεις και τις ετυμολογίες, διαβάζοντας τα ποιήματα της Σαπφούς και την αρχαία λυρική ποίηση, τον Όμηρο, τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη και όλη την ελληνική πεζογραφία, τον Πλάτωνα, τα δημοτικά τραγούδια, τον Εγγονόπουλο, τον Εμπειρίκο, τη Μάτση, τον Σαχτούρη, τον Καβάφη, τον Ρίτσο, την κορυφαία όλων τελικά Μέλπω Αξιώτη που λατρεύω. Διάβασα ό,τι μπόρεσα από την δυτική μοντερνικότητα, με ιδιαίτερη αγάπη στην Μαρίνα Τσβετάγεβα και τον Ρίλκε, διάβασα και διαβάζω ποίηση από την Ιαπωνία και την Κορέα, με περιέργεια και ενθουσιασμό για την εξερεύνηση άλλων τρόπων και άλλων ζωών. Όμως μόνο η ποίηση στην δική μου γλώσσα με συγκινεί βαθιά και πραγματικά, τα υπόλοιπα τα αντιλαμβάνομαι διά του νοήματος αλλά όχι του πραγματικού αισθήματος της γλώσσας.
Και αφετηρίες συνολικά της πνευματικής σας υπόστασης;
Εκτός από τα παραπάνω, αφετηρίες της υπόστασης μου είναι ό,τι μέσα του βαφτίζομαι για να μπορώ να ζήσω, ο έρωτας και η αγάπη για πρόσωπα πολύτιμα και μοναδικά, τα παιδιά μου, η κολύμβηση στο θαλασσινό νερό, η θάλασσα, ο αέρας κι οι μυρωδιές του, τα ζώα, το περπάτημα, οι αρχαίοι τόποι με τη δύναμή τους, το ταξίδι, οι φίλες και οι φίλοι, οι κουβέντες, η μουσική, η ομορφιά. Και το χιούμορ. Είναι πολύ βαριά η ζωή χωρίς το χιούμορ.
Έχετε πολλές φορές αναφερθεί στο ζήτημα της σχέσης της Ποίησης με τον Χώρο και το Σώμα. Πώς ακριβώς εννοείτε τη σχέση αυτή;
Θεωρώ την ποίηση ένα είδος διαλόγου που έχει ξεκινήσει από ένα έξω, μία πνοή από τον χώρο, την συνολική ομορφιά του τόπου ή την λαλιά και την ύπαρξη ενός Άλλου που μεταμορφώνει, ενός Έξω από το εγώ που εισέρχεται ορμητικά και απαντιέται ξαναβγαίνοντας μηρυκασμένο. Είναι μνήμη; Είναι φαντασία πλασμένη από μνήμη; Είναι αίσθημα και αίσθηση; Πάντως είναι απόκριση. Το τραγούδι, δηλαδή το ποίημα είναι μία αναπνοή, άνεμος που μπαινοβγαίνει, ρυθμός, αυτό είναι η ποίηση, και για αυτό δεν μπορεί παρά να είναι σωματική.
Από την ιδέα αυτή προκύπτει και η σχέση σας με την performance;
Ίσως, αφού ξεκίνησα να μιλάω για μηρυκασμό να συνεχίσω έτσι: Μηρυκάζω τα λόγια και για αυτό πρέπει να τα φτύσω έξω και να τα ξαναφάω. Αυτό όμως το έξω τα εμπλουτίζει, είναι η επαφή μου με τα άλλα όντα γύρω μου, χωρίς αυτά τι να την κάνεις την ποίηση, είναι ζωντανό ον η ποίηση και χρειάζεται τις άλλες παρουσίες γύρω της.
Σκέφτομαι ότι το να γράφει κανείς ποίηση είναι μια μοναχική διαδικασία ενώ η performance απαιτεί την ύπαρξη του Άλλου για να λειτουργήσει. Πρόκειται για τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος ή πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα;
Οπωσδήποτε δύο πλευρές του ιδίου νομίσματος. Ο δάσκαλος μου ακαδημαϊκός και ποιητής Jesper Svenbro απαντά το ερώτημα με τον μύθο του βοσκού Κεράμβου που επειδή αρνήθηκε να κατέβει μία χρονιά με το κοπάδι του από τα θερινά ύψη στα χειμαδιά τιμωρήθηκε και έχασε τους δρόμους, τα πρόβατα του αφανίστηκαν, και οι θεοί τον μεταμόρφωσαν σε έντομο με μορφή λύρας. Τιμωρήθηκε ο Κέραμβος γιατί αρνήθηκε να πάει στην κοινότητα τους καρπούς του μοναχικού του έργου - τα ζωντανά του. Υπάρχει καιρός του σπείρειν και καιρός του θερίζειν, και το θερίζειν είναι η ένταξη του ζωντανού λόγου σε μία κοινότητα που τον προσλαμβάνει, διαλέγεται και είναι παρούσα. Για μένα, εκτός από τις ακροάτριες και αναγνώστριες στις κατά καιρούς περφόρμανς και αναγνώσεις, τέτοια καθημερινή κοινότητα είναι οι φοιτήτριες και φοιτητές μου: η τριβή μαζί τους, οι συνομιλίες και οι ανταλλαγές, μου δίνουν μεγάλη χαρά και με ανανεώνουν.
Είστε Αρχιτέκτων και διδάσκετε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στον Βόλο. Ποια είναι για εσάς η σχέση ανάμεσα στην Ποίηση και την Αρχιτεκτονική;
Πολύ θεμελιώδης εντέλει. Όπως βλέπετε ο χώρος είναι για μένα κυρίαρχος στην ποίηση, είναι το πολλαπλό της υποκείμενο, γιατί ο τόπος είναι εξ ορισμού πολυφωνικός και η πολυφωνικότητα είναι ένα προσωπικό ποιητικό στοίχημα. Ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι τον χώρο έχει να κάνει με την αρχιτεκτονική μου παιδεία, αλλά και με την διδασκαλία μου στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, και βοηθάει στο να στηθούν αναλογίες με την πράξη της ποίησης. Η είσοδος και η κίνηση στον χώρο, καθοριστική στην αρχιτεκτονική, είναι η κίνηση εντός του ποιήματος, ο ρυθμός είναι μουσική επανάληψη χωρική και χρονική. Κι ύστερα η αρχιτεκτονική συνθέτει δημιουργώντας δομές, και οι δομές με βοηθούν να σκεφτώ τις τελικές μορφές των βιβλίων μου, των ποιημάτων και των αναγνωστικών αντικειμένων που κατασκευάζω. Άλλοτε, όπως πιο πρόσφατα στο «Θέτις και Αηδών», ή παλιότερα στο «Τέττιξ», κατασκευάζω ολόκληρο το βιβλίο οπτικά σε σαλόνια, ανοιχτά δισέλιδα. Η διαμεσικότητα, καταστατική σε ό,τι φτιάχνω, είναι κομμάτι της αρχιτεκτονικής: η αρχιτεκτονική φιλοξενεί το ζωντανό σώμα, κι έτσι είναι δομή, χώρος, χρόνος, εικόνα, διάρκεια, μορφή, μουσική. Τέλος η αρχιτεκτονική μου παιδεία με βοήθησε να κατανοήσω πώς η υλικότητα και η μορφή καθορίζονται από την ανάγκη. Έτσι και η ποίηση βρίσκεται κάθε φορά αλλιώς καθώς γεννιέται, διαφορετικά είναι νεκρή φόρμα. Ορίστε, κατέληξα να γράφω ύμνο στην αρχιτεκτονική, ενώ νόμισα πως την άφησα για την ποίηση.
Σε τι σκέψεις σας έχει οδηγήσει η έκδοση του «Goatsong» από τις Fitzcarraldo Editions και τι σχεδιάζετε για το επόμενο διάστημα;
Με βοήθησε να αποδεχθώ κάπως τον τρόπο μου, που συνεχώς μου ξεφεύγει. Είμαι ανυπόμονη γιατί έχω ήδη ολοκληρώσει και περιμένω να βγει ένα επόμενο βιβλίο, το «Πέλαγος. Έλεγοι και Επιγράμματα». Είναι φτιαγμένο από αποσπάσματα που διαδέχονται το ένα το άλλο, σαν κύματα. Και αποτελεί μέρος από το υλικό ενός μεγαλύτερου πρότζεκτ που ακόμα δεν έχω βρει την υπόλοιπη μορφή του. Περιμένω με χαρά ακόμα να βγει και το «Αιγαίου 7. Προς μία αρχιτεκτονική της επιτέλεσης», ένα ιδιαίτερο βιβλίο ανάμεσα στην θεωρία και την ποίηση, που έχω γράψει μαζί με τον Ζήση Κοτιώνη για το σπίτι μας και την αγαπημένη γειτονιά μας, τον παραθαλάσσιο προσφυγικό Συνοικισμό της Αγριάς, στα περίχωρα του Βόλου. Έχω ήδη στα σκαριά καναδυό ποιητικά έργα ακόμα, και θέλω να μπω να ξαναφτιάξω χειροποίητα βιβλία, να βρω την ποίηση στην υλικότητα, όπως έκανα στο «Τέττιξ», στην «Αιγίδα», και το «Θέτις και Αηδών». Αλλά τώρα, πριν μερικές μέρες επισκέφτηκα το μαντρί μετά από χρόνια, και τρελαίνομαι να ξαναπάω, δεν ξέρω ακόμα ακριβώς γιατί. Θα επιθυμούσα τέλος να μπορούσε το έργο μου να γίνει μουσική - αλλά αυτό δεν εξαρτάται από μένα. Ίσως ζωντανή παράσταση. Και άλλα πολλά. Αν δεν με παρασύρει η ζωή, ή η θάλασσα και τα μπάνια, όπως συνήθως γίνεται, και τα ξεχάσω όλα.
-Να κολυμπήσω ή να γράψω;
-Να κολυμπήσω.
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Mοιράζεται σκέψεις της με αφορμή την έκδοση του «Goatsong»
Το Βιβλίο της Εβδομάδας, από τις Εκδόσεις Ίκαρος
Ο πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής μιλάει με αφορμή την επανακυκλοφορία του βιβλίου του «Η πόρτα – Una comedia humana» από τις εκδόσεις Βακχικόν
Αφήνει πίσω του πλούσιο έργο και μια ζωή αφιερωμένη στη διδασκαλία και τη λογοτεχνία
Πώς τα παιδιά βλέπουν τη σύγχρονη τέχνη και τι μπορούμε να μάθουμε από αυτά
Από σκοτεινά μυστήρια μέχρι ιστορίες που σε ταξιδεύουν – ό,τι πρέπει για πασχαλινό binge reading
Η A.V. ψάχνει στα βιβλιοπωλεία για τα καλύτερα non fiction βιβλία
Nαι, τα παιδιά μας διαβάζουν ακόμα βιβλία, όπως διαβάζουν και τα εγγόνια μας – και όχι επειδή τους τα χώνουμε με το ζόρι, κάθε άλλο
Όταν ένα παιδικό βιβλίο σε συγκινεί σαν μεγάλο μυθιστόρημα
2 Απριλίου: Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου. Τι ξέρουμε γι’ αυτό, και τι θέλουμε από αυτό
Η A.V. κάνει βόλτα στα βιβλιοπωλεία και διαλέγει βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνία
Ο μεγάλος νικητής θα ανακοινωθεί τον Μάιο στο Tate Modern του Λονδίνου
Πώς η Ευρώπη υπενθυμίζει στον κόσμο την τραγωδία της ιστορίας και ξεχωρίζει από τις άλλες ηπείρους
Το μυθιστόρημα, «Το Βιβλίο Μαγειρικής του Νεκρού Συζύγου» της Danielle Valentine (μετάφραση Βεατρίκη Κάντζολα Σαμπατάκου, Εκδόσεις Bell), κυκλοφορεί στις 3 Απριλίου
Βάζοντας καλάθι...στη μάχη κατά της οθόνης
Διαβάσαμε το βιβλίο «Vangelis: Ο άγνωστος άνθρωπος», την εκτενή βιογραφία του μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη που μόλις κυκλοφόρησε
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.