Βιβλιο

Το Τούνελ: Για τον φασισμό της καρδιάς, και τη μεγάλη τέχνη

Μία συζήτηση με τον Γιώργο Κυριαζή για τον μεταφραστικό του άθλο, και γιατί μας κάνει καλό να διαβάζουμε πραγματικά μεγάλη λογοτεχνία

kyriakos_1.jpg
Κυριάκος Αθανασιάδης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Από το εξώφυλλο του «Τούνελ» του Χ. Γκας (Καστανιώτης)
Από το εξώφυλλο του «Τούνελ» του Χ. Γκας (Καστανιώτης)

Το «Τούνελ» του Γουίλιαμ Χ. Γκας: μιλήσαμε με τον Γιώργο Κυριαζή μεταφραστή αυτού του αριστουργήματος της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Καστανιώτης)

Το «Τούνελ», το αριστουργηματικό έπος του Γουίλιαμ Χ. Γκας, μεταφράστηκε επιτέλους στη γλώσσα μας: ένας πραγματικός άθλος για τον μεταφραστή, καθώς εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πραγματικά τιτάνιο έργο, ποιητικό, μακροπερίοδο, βαρύ, γριφώδες και γεμάτο σκοπέλους και υφάλους, που ο καλά κατηρτισμένος μεταφραστής δεν οφείλει απλώς να προσπεράσει αλώβητος, αλλά να δημιουργήσει μαζί τους Λογοτεχνία. Σπουδαίο έργο, ένα μυθιστόρημα-ορόσημο της Δυτικής λογοτεχνίας που συνομιλεί με την ιστορία και τα ανομολόγητα μυστικά της ψυχής και της συνείδησής μας, και μας καλεί να αναμετρηθούμε μαζί του. Μια αναμέτρηση που πάντα αποβαίνει προς το συμφέρον μας.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε μόλις από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, σε έναν εξαιρετικά φροντισμένο, σκληρόδετο τόμο σχεδόν χιλίων σελίδων. Είχαμε τη χαρά να μιλήσουμε με τον Γιώργο Κυριαζή, πολύπειρο μεταφραστή αυτού καθώς και άλλων μεγάλων βιβλίων.

 

                                                         * * *

Α.Κ.: Ας αρχίσουμε από τον μεταφραστικό άθλο, πριν πάμε στον συγγραφικό. Το «Τούνελ» θεωρείται —και μάλλον βάσιμα— ένα εξαιρετικά δύσκολο στην ανάγνωσή του έργο. Απολαυστικό μεν, αλλά μόνο αν του αφιερωθείς, μόνο αν το προσπελάσεις με αποφασιστικότητα. Αυτά για την ανάγνωσή του. Η μετάφρασή του λοιπόν;
Γ.Κ.: Το «Τούνελ» είναι το δυσκολότερο βιβλίο που έχω μεταφράσει ώς τώρα. Χρειάστηκε πολύς κόπος και πολύ «σπάσιμο του κεφαλιού» για να μεταφερθεί στα ελληνικά. Στην αρχή, μέχρι να μπω στο κλίμα, με είχε πιάσει απελπισία. Το πρωτότυπο κείμενο ήταν πολύ πυκνό, με λόγο τόσο δουλεμένο που δεν περίσσευε τίποτε· αντίθετα, σε σημεία ήταν εξαιρετικά αφαιρετικό, αλλά ταυτόχρονα η γλώσσα του ήταν πολύ πλούσια και περίπλοκη, γι’ αυτό και σαγηνευτική. Επίσης περιείχε πάρα πολλές αναφορές σε άλλα, παλαιότερα, κείμενα και καταγεγραμμένες μαρτυρίες, και έπρεπε να τα αναζητήσω όλα αυτά, προκειμένου να γνωρίζει ο αναγνώστης τι είναι αυτό που διαβάζει. Βλέπετε, ο αγγλόφωνος αναγνώστης έχει σήμερα τη δυνατότητα να βάλει κάποιο παράθεμα σε μια μηχανή αναζήτησης και να βρει στο διαδίκτυο από πού είναι και περί τίνος πρόκειται. Ο Έλληνας δεν έχει αυτή τη δυνατότητα, είτε γιατί τα εν λόγω κείμενα δεν έχουν μεταφραστεί, είτε γιατί οι μεταφράσεις δεν είναι ελεύθερα διαθέσιμες, καθώς αυτές, σε αντίθεση με τα πρωτότυπα, αποτελούν πρόσφατο πνευματικό έργο, και τίθεται ζήτημα δικαιωμάτων. Γι' αυτό, έχω προσθέσει αρκετές σημειώσεις, οι οποίες βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου. Είναι ένα μυθιστόρημα που απαιτεί όλη σου την προσοχή, δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις με χαλαρότητα, ούτε ως αναγνώστης ούτε ως μεταφραστής. Αρμόδιοι να κρίνουν το αποτέλεσμα είναι άλλοι, αλλά, βλέποντας εκ των υστέρων το ελληνικό κείμενο, πιστεύω ότι οι κόποι μας δικαιώθηκαν — και οι δικοί μου και της επιμελήτριας, της Σταλίνας Βουτσινά.

Α.Κ.: Δεν είναι όμως το πρώτο δύσκολο, τόσο απαιτητικό, βιβλίο που μεταφράσατε. Για την ακρίβεια, έχετε μία ειδίκευση στα μεγάλα, ερμητικά, δυσπρόσιτα μυθιστορήματα, τους μοντέρνους (και μεταμοντέρνους) κλασικούς. Πού βρίσκεται λοιπόν ο Γκας σε σχέση με τον Τόμας Πίντσον και Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, επί παραδείγματι; Και, πέραν της ερμηνευτικής προσέγγισής τους, τι άλλα κοινά έχουν;
Γ.Κ.: Ο Γκας έβλεπε ότι τον αποκαλούσαν μεταμοντέρνο, και απορούσε. Ο ίδιος θεωρούσε πως η γραφή του ανήκε στην παράδοση του μοντερνισμού, πως ήταν μια φυσική συνέχεια των παλαιών μεγάλων συγγραφέων. Και αυτό μπορούμε να το πούμε και για άλλους αποκαλούμενους «μεταμοντέρνους», όπως ο Πίντσον και ο Γουάλας, που αναφέρατε. Η γραφή του Πίντσον, για παράδειγμα, οφείλει πολλά σε συγγραφείς όπως ο Φόκνερ και ο Φιτζέραλντ — απλώς εμπεριέχει μια επιπλέον «τρέλα» και πάρα πολύ χιούμορ. Ο Γουάλας θα έλεγα ότι μάλλον έχει περισσότερα κοινά στοιχεία με τον Γκας παρά με τον Πίντσον, και έχει ενδιαφέρον πως ούτε κι αυτός ένιωθε άνετα με όλη αυτή την ιστορία περί μεταμοντερνισμού, τον θεωρούσε μάλλον επιφανειακό, και ήθελε να εμβαθύνει σε αυτό που πίστευε πως υπήρχε κάτω από τη μεταμοντέρνα ειρωνική διάθεση που έδειχνε να έχει κυριέψει τη σύγχρονη ζωή: την απελπισία και τη στασιμότητα. Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι και οι τρεις αυτοί συγγραφείς στην πραγματικότητα γράφουν για τον άνθρωπο, για την ανθρώπινη εμπειρία, αλλά από διαφορετική σκοπιά ο καθένας.

Α.Κ.: Πάμε στο βιβλίο καθαυτό λοιπόν. Ο Γκας το δούλευε επί κάπου τριάντα χρόνια, αν δεν απατώμαι, του είχε αφιερωθεί, όπως και ο ήρωάς του αφιερώνεται σ’ αυτό το σκάψιμο του τούνελ στο υπόγειο του σπιτιού του, και της συνείδησής του, της ψυχής του. Δεν είναι ένα «κανονικό» μυθιστόρημα και η πλοκή —μολονότι δεν απουσιάζει— δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τη συμβατική λογοτεχνία. Περί τίνος πρόκειται λοιπόν;
Γ.Κ.: Πράγματι, δεν είναι «κανονικό». Ουσιαστικά είναι ένας εσωτερικός μονόλογος. Είναι οι σκέψεις και τα συναισθήματα ενός ανθρώπου ο οποίος κάποια στιγμή, μάλλον απροσδόκητα, αντικρίζει χωρίς εξωραϊσμούς την ώς τότε ζωή του και, ψάχνοντας διέξοδο, απογοητευμένος απ’ αυτό που βλέπει, αποφασίζει να αποτυπώσει κρυφά στο χαρτί ό,τι τον έχει διαμορφώσει μαζί με τις σκέψεις του: αναμνήσεις από την παιδική ηλικία, εμπειρίες από την περίοδο των σπουδών του, έρωτες, σχέσεις με συναδέλφους ακαδημαϊκούς, την απογοήτευση του έγγαμου βίου. Είναι μια συνεχής αφήγηση, η οποία σπάει μόνο από παραθέματα και ποιήματα. Και, σαν να μην έφτανε το ψυχολογικό βάρος από την απογοήτευση του πρωταγωνιστή, υπάρχει και το βάρος του ιστορικού φόντου, που βαραίνει και τον ίδιο: οι ναζιστικές θηριωδίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στις οποίες είχε συμμετάσχει επιπόλαια και περιφερειακά, πράγμα που τον έκανε να βλέπει με άλλο μάτι εκείνους τους εγκληματίες, μιλώντας με κατανόηση για «φασισμό της καρδιάς». Παρ’ όλα αυτά, το τελικό αποτέλεσμα δικαιώνει τον Γκας, όντας πανέμορφο. Είναι ένα βιβλίο για τους λάτρεις της γλώσσας, της λογοτεχνίας και της ιστορίας. Όποιος διαβάζει μυθιστορήματα μόνο για την πλοκή τους, μάλλον θα απογοητευτεί.Όποιος απολαμβάνει τον μακροπερίοδο λόγο και διαβάζει για να δει σε ποιες καινούργιες ατραπούς θα οδηγήσει το μυαλό του ο συγγραφέας, θα το αγαπήσει.

Το Τούνελ, Γουίλιαμ Χ. Γκας
Α.Κ.: Μιας και ο Γκας μιλά τόσο για τον φασισμό, θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια για το τι σημαίνει «φασισμός της καρδιάς», και γιατί είναι απολύτως επίκαιρη μια τέτοια ανάλυση, και ένας τέτοιος «αναστοχασμός», όπως θα έλεγαν κάποιοι;

Γ.Κ.: Ο πρωταγωνιστής, ο Κόλερ, βρισκόταν στη Γερμανία για σπουδές την περίοδο κατά την οποία άρχισε να αυξάνεται η επιρροή των Ναζί στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Εκεί, είδε από πρώτο χέρι πώς γεννήθηκε αυτό το φαινόμενο, και πιστεύει ότι η αιτία είναι η απογοήτευση, η πικρία, η αίσθηση αδικίας που κυριεύουν τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους. Υπάρχει κάτι σκοτεινό στην άβυσσο αυτού που αποκαλούμε «ψυχή», το οποίο ψάχνει ευκαιρία να αναδυθεί, και οι άσχημες εξωτερικές συνθήκες ευνοούν αυτή την ανάδυση. Οι φασιστικές ιδέες, βλέπετε, αφορούν μόνο τον στενό πυρήνα των φασιστικών οργανώσεων. Τα απλά μέλη, όμως (που σε αυτά, εντέλει, οφείλεται η ευρεία διάδοση του φασισμού), βρίσκουν εκεί μια διέξοδο στην αδιέξοδη ζωή τους. Και εδώ, πιστεύω, βρίσκεται ο κίνδυνος: όσο μεγαλύτερη οικονομική πίεση δέχονται τα κατώτερα και μικρομεσαία στρώματα, και όσο περισσότερο νιώθουν ότι το «σύστημα» (στο οποίο συγκαταλέγουν όλες τις πολιτικές δυνάμεις) τους έχει περιθωριοποιήσει, τόσο πιο έντονα θα ψάχνουν για λύσεις περιθωριακές και ακραίες, κυρίως προς την κατεύθυνση του φασισμού, που ξέρει να χαϊδεύει τα αυτιά. Το είδαμε στην Ιταλία, στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, και τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη και την Αμερική. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι τρελοί· υπάρχει λόγος που νιώθουν έτσι· είναι εν μέρει δικαιολογημένοι, και δεν θα αλλάξουν στάση· αυτό που πρέπει να αλλάξει στάση είναι το σύστημα. Το γράφει πολύ εύγλωττα ο Γκας:«Η απώλεια στη ζωή: αυτό θρηνώ· αυτό θρηνούμε όλοι, όλοι εμείς που έχουμε έρθει σε επαφή με τον φασισμό της καρδιάς. Το να μην έχουμε κρατήσει αυτό που υπήρχε στα χέρια μας να κρατήσουμε· να μην έχουμε νιώσει τα συναισθήματα που μας είχαν υποσχεθεί οι γο­νείς, οι φίλοι και οι εραστές μας· να μην έχουμε πάρει τα απλά αγαθά που μας είχαν διαβεβαιώσει πως τα είχαμε κερδίσει τίμια και δίκαια, και πως μας άξιζαν».

Α.Κ.: Δυο λόγια ακόμη: Είναι ΚΑΙ ποίημα αυτό το βιβλίο; Και είναι επίσης ΚΑΙ «μουσική», τρόπον τινά; Αλλά και Ιστορία;
Γ.Κ.: Ναι, είναι και ποίημα. Είναι ένα πεζό ποίημα, ένα έπος με αναφορές στον Ρίλκε, τον Δάντη και άλλες δόξες του παρελθόντος, με διάσπαρτα πρόστυχα λίμερικ, μια ποιητική ενδοσκόπηση στην εσωτερική άβυσσο. Είναι και μουσική: ο Γκας έχει πει ότι τα 12 μέρη του βιβλίου αντιστοιχούν στις 12 νότες της οκτάβας στο δυτικό μουσικό σύστημα, και η ανάπτυξη των θεμάτων και των φράσεων θυμίζει πράγματι συμφωνικό έργο, αλλά σε πολύ βαθιά ανάγνωση. Και βέβαια είναι και ιστορία: με αφορμή την ιδιότητα του πρωταγωνιστή (ιστορικός και καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο), ο Γκας παρουσιάζει μια θεώρηση της ιστορίας που σε κάνει να αναρωτιέσαι κατά πόσο η δική σου ματιά στο παρελθόν είναι αντικειμενική και βασισμένη σε γεγονότα. Στο κάτω-κάτω, τι είναι τα γεγονότα; Μπορούν να ιδωθούν ξέχωρα από οποιαδήποτε αφήγηση; Και τι κουβαλάνε μέσα τους τα μάτια που βλέπουν αυτά τα γεγονότα; Για να το πω με δικά μου λόγια: δεν υπάρχει αντικειμενικότητα στην ιστορία —τη στιγμή που ανοίγεις το στόμα σου για να μιλήσεις για το παρελθόν, έχεις ήδη πάρει θέση.

Α.Κ.: Τελειώνοντας: ποιοι είναι οι κυριότεροι λόγοι που ένας άνθρωπος σήμερα πρέπει —ή: θα ήταν καλό, θα ήταν προς το συμφέρον του— να αφιερώσει έναν ή δύο μήνες της αναγνωστικής ζωής του με το «Τούνελ» του Γουίλιαμ Χ. Γκας;
Γ.Κ.: Η ανάγνωση οποιουδήποτε σπουδαίου κειμένου (και το «Τούνελ» είναι σπουδαίο κείμενο, και αυτό δεν το λέω επειδή τυχαίνει να το έχω μεταφράσει εγώ) βελτιώνει τον εγκέφαλο (που είναι και η έδρα των συναισθημάτων, ας μην το ξεχνάμε αυτό), δημιουργεί νέες συνάψεις, «οξύνει τον νου», που έλεγαν οι παλαιοί. Για να μη μασάμε τα λόγια μας, σε κάνει καλύτερο άνθρωπο — εννοώ, καλύτερο σε σχέση με αυτό που ήσουν πριν, όχι σε σχέση με τους άλλους. Για να ολοκληρώσω τις (πάντοτε αληθινές) κοινοτοπίες: σου ανοίγει τους ορίζοντες. Και το μέσον για να γίνει αυτό είναι η γλώσσα. Έχουμε μάθει από καιρό, πια, ότι χωρίς τη γλώσσα δεν υπάρχει σκέψη. Και η εμβάθυνση σε μια τόσο πλούσια και περίτεχνη γλώσσα, σαν αυτή που χρησιμοποιεί ο Γκας, αναγκαστικά εμβαθύνει και τη σκέψη. Μου προξενεί τεράστια εντύπωση που υπάρχουν άνθρωποι σαν εκείνο τον Αμερικανό αναγνώστη που είδα σε κάποια σελίδα να απαξιώνει τους επαίνους άλλων για τη γλώσσα ενός μυθιστορήματος, λέγοντας πως εκείνον τον ενδιαφέρει μονάχα η πλοκή, και ότι θεωρεί πως κάθε αναφορά στη γλώσσα ενός κειμένου είναι περιττή — διαγράφοντας έτσι κάθε έννοια τέχνης στη διαδικασία της συγγραφής και υποβιβάζοντας τη λογοτεχνία (την τέχνη του λόγου, παρεμπιπτόντως) σε σύνοψη σεναρίου. Τέλος, θέλω να θυμίσω ότι είναι καλό να καταπιανόμαστε με τα δύσκολα. Να διαβάζουμε βιβλία που μας αντιστέκονται, να ακούμε μουσικές που μας ακούγονται ακατανόητες, να βλέπουμε ταινίες που μας φαίνονται αλλόκοτες. Η έκθεση σε τέτοιες νέες εμπειρίες δεν πάει ποτέ χαμένη.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ