Τάκης Ζαχαράτος: «Είμαι ερωτευμένος με τη δημιουργία»
Θεατρο - Οπερα

Τάκης Ζαχαράτος: «Είμαι ερωτευμένος με τη δημιουργία»

Τα παιδικά του χρόνια, οι άνθρωποι που σημάδεψαν τη ζωή του, η στιγμή που σκέφτηκε να εγκαταλείψει τη σκηνή, το τίμημα της επιτυχίας, και η νέα αρχή που κάνει με το «Δεσποινίς Μαργαρίτα».
Ειρήνη Παδουβά
Ειρήνη Παδουβά
ΤΕΥΧΟΣ 1016
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Μια εκ βαθέων συζήτηση με τον Τάκη Ζαχαράτο για την απώλεια, την αγάπη, τη μοναξιά της επιτυχίας και την εσωτερική ειρήνη με αφορμή την παράσταση «Δεσποινίς Μαργαρίτα» στο Πτι Παλαί.

Λίγο πριν από την πρεμιέρα τού «Δεσποινίς Μαργαρίτα», στο θέατρο Πτι Παλαί, συναντιόμαστε με τον Τάκη Ζαχαράτο. Γλυκός, ευγενικός, με μια σπάνια ικανότητα να αγκαλιάζει όλες τις πλευρές της ζωής, τις φωτεινές και τις σκοτεινές. Δεν φοβάται να συγκινηθεί, να ενθουσιαστεί, να απογοητευτεί, να αναμετρηθεί με τις δυσκολίες. Μοιάζει να αντλεί από κάθε εμπειρία κάτι πολύτιμο. Και ίσως αυτή ακριβώς η βαθιά επαφή με όσα αισθάνεται να είναι ένα από τα μυστικά της τέχνης του.

Ύστερα από μια μεγάλη διαδρομή γεμάτη επιτυχίες, απαιτήσεις και αδιάκοπη δουλειά, μοιάζει να έχει φτάσει σε μια καινούργια, απελευθερωτική διαπίστωση. «Δεν θέλω πια να αγωνίζομαι. Θέλω να παίζω», δηλώνει εμφατικά. Για χρόνια, παραδέχεται, η αγωνία ήταν το καύσιμό του. Έγραφε, σκηνοθετούσε, δημιουργούσε, φρόντιζε κάθε λεπτομέρεια, συχνά χωρίς να προλαβαίνει να απολαύσει όσα είχε κατακτήσει. Μέχρι που αποφάσισε να πάψει να αντιμετωπίζει τη δημιουργία σαν μάχη και να ξαναβρεί τη χαρά του παιχνιδιού. Και τότε ήρθε η «Δεσποινίς Μαργαρίτα». Μια πρόταση που αρχικά ετοιμαζόταν να απορρίψει, μέχρι που διάβασε τη μετάφραση του Κώστα Ταχτσή και αναγνώρισε στο έργο δικές του σκέψεις και προβληματισμούς. Στην αυταρχική δασκάλα, που είναι ταυτόχρονα θύμα και θύτης, ανακάλυψε έναν χαρακτήρα με αντιφάσεις που του πρόσφερε την ευκαιρία να εξερευνήσει μια άγνωστη πλευρά του εαυτού του. Μιλά γι’ αυτή τη νέα εμπειρία με τον ενθουσιασμό ενός πρωτοεμφανιζόμενου. Χαίρεται που ξαναγίνεται μαθητής, που ανακαλύπτει, που εξελίσσεται. Αυτή τη φιλοσοφία ζωής ετοιμάζεται να μοιραστεί και μέσα από το καινούργιο του βιβλίο, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Διόπτρα, μια προσωπική «εργαλειοθήκη» με βιώματα, σκέψεις και μικρά «ζαχαρετένια κόλπα», όπως τα αποκαλεί ο ίδιος, για να αντιμετωπίζουμε ευκολότερα τις προκλήσεις της καθημερινότητας.

Ο Τάκης Ζαχαράτος μιλάει στην ATHENS VOICE

― Ήταν εύκολο να βρείτε τον εαυτό σας, όταν καλούσασταν διαρκώς να υποδύεστε διαφορετικούς χαρακτήρες;

Δεν είχα την ανάγκη να είμαι κάτι άλλο, μου άρεσε μόνο να υποδύομαι κάτι άλλο. Δεν μπερδεύτηκα ποτέ, γιατί πάντα είχα έναν μετρονόμο που με έβαζε στη θέση μου. Όταν έρχεσαι από την Πάτρα και σε ρίχνουν στον ωκεανό, είσαι σαν τον Οδυσσέα. Έπρεπε να επιβιώσω σε έναν χώρο που δεν ήξερα τι ήταν, χωρίς καμία προϋπηρεσία, χωρίς να έχω περάσει από κάποια σχολή, και ξαφνικά βρέθηκα πρωταγωνιστής.

― Πιστεύετε ότι η φοίτηση σε κάποια δραματική σχολή θα σας βοηθούσε;

Μου λένε πολλοί φίλοι μου: «Εσύ, αν πήγαινες σε δραματική σχολή, θα είχες φύγει». Λόγω του χαρακτήρα μου, και το πιστεύω. Είχα πει στη μαμά μου: «Θέλω να πάω σε δραματική». Μου λέει: «Σου ανοίξαμε κομμωτήριο τώρα, μια χαρά. Άμα αξίζεις, θα σε βρούνε». Και έγινε. Όμως εγώ θα ήθελα να έχω περάσει αυτή τη διαδικασία, να έχω μοιραστεί τις αγωνίες μου με τους συμφοιτητές μου. Ήταν πολύ μοναχικό αυτό το μονοπάτι, ήμουν ο οδηγός μου, ο τραγουδιστής μου, ο μπαμπάς μου και η μαμά μου, ο μάνατζέρ μου και ο συγγραφέας.

― Αυτή η σιγουριά στον εαυτό σας πιστεύετε ότι έχει τις ρίζες της στην αποδοχή και την αγάπη που εισπράξατε από την οικογένειά σας;

Ναι, είναι πολύ ωραίο αυτό που λες. Μεγαλώνοντας κατάλαβα πόσο σπουδαίους γονείς είχα. Κατ' αρχάς οι γονείς μου δεν είχαν ποτέ θέμα διακρίσεων, γι' αυτό εγώ δεν βάζω ταμπέλες στους άλλους. Ρωτούσαν: είναι καλός άνθρωπος, έχει καλή ψυχή; Με έβαζαν από μικρό να κοιτάζω έσω, όχι έξω. Μια φορά ο μπαμπάς μου μ’ έριξε στη θάλασσα, ενώ δεν ήξερα ακόμα να κολυμπάω. Όμως στεκόταν δίπλα μου. Εγώ θύμωσα. «Γιατί το έκανες αυτό;» τον ρώτησα. «Ήξερα ότι θα κολυμπήσεις, γιατί μου μοιάζεις», ήταν η απάντησή του.

― Πώς αντέδρασαν όταν ανακάλυψαν για πρώτη φορά το ταλέντο σας στις μιμήσεις;

Θυμάμαι, έκανα ένα βίντεο για πλάκα στο κομμωτήριο, όπου ντυνόμουν γυναίκα και άντρας κι έκανα τον Καζαντζίδη, τη Μελίνα, την Αλίκη. Όταν το έδειξα στη μαμά μου, μου είπε: «Πρέπει να το δει ο πατέρας σου. Βάλε το βίντεο, πάτα το play κι εξαφανίσου!». Ο πατέρας μου είχε μεν χιούμορ, αλλά ήταν αυστηρός σε κάποια πράγματα. Κρύβομαι λοιπόν πίσω απ’ την πόρτα και σκεφτόμουν ποιος ξέρει τώρα τι θα γίνει… καταλαβαίνεις. Και τον ακούω να γελάει και να λέει: «Τι ταλέντο έχει το παιδί μας!».

― Η οικογένειά σας, φαίνεται, ήταν το στήριγμά σας απέναντι στη μοναξιά που συχνά συνοδεύει την επιτυχία. Με αφορμή και όσα έχουν συζητηθεί πρόσφατα για τον Γιώργο Μαζωνάκη, εσείς πώς βιώνετε την επιτυχία;

Κατ' αρχάς να πω για τον Γιώργο Μαζωνάκη ότι είναι μεγάλη απώλεια και ότι η μοναξιά είναι το τίμημα που ο καθένας, και ο κάθε καλλιτέχνης, έχει τον δικό του τρόπο να το διαχειριστεί. Για μένα πρέπει να δουλέψεις, να μελετήσεις, να συγκεντρωθείς, αλλά και να ηρεμήσεις, να μην αφήνεις την αρνητική ενέργεια να σε τρώει. Είναι σαν να ζεις μια αθλητική ζωή…

― Αθλείστε;

Εγώ δεν ζω χωρίς γυμναστική. Είναι τα πάντα για μένα! Μου δίνει τόση ευεξία, ενέργεια και χαρά… Δεν το κάνω για το σώμα, αλλά για τη διάθεσή μου. Είναι το αγχολυτικό μου, η θεραπεία μου. Τώρα, με την παράσταση, ξέρω ότι πρέπει να προσέχω, να περιορίσω τις εξόδους μου. Δεν έχω ακυρώσει ποτέ παράσταση και θα μου στοίχιζε πολύ αν αρρώσταινα και χρειαζόταν να το κάνω. Γι’ αυτό θεωρώ τη μοναξιά μέρος αυτής της διαδρομής, όπως όταν έκανα αγώνες: δεν έβγαινα, πρόσεχα τη διατροφή μου, κοιμόμουν και προπονούμουν. Θέλω να πω σ’ αυτό το σημείο σε όσους γονείς διαβάζουν τη συνέντευξη ότι θα σώσουν τον εαυτό τους και τα παιδιά τους και τον κόσμο εάν τα βάλουν από μικρά στον αθλητισμό. Γιατί μαθαίνεις να διαχειρίζεσαι από μικρός και τη μοναξιά και την ήττα και την επιτυχία.

― Πότε καταλάβατε για πρώτη φορά ότι η σκηνή ήταν αυτό που πραγματικά θέλατε να κάνετε στη ζωή σας;

Από παιδάκι νομίζω ήξερα τι ήθελα να κάνω. Πέντε χρονών είχα πει στη μαμά μου: «Αυτές τις χρυσές κουρτίνες, αν πεθάνεις, θα μου τις δώσεις;». «Χριστός και Παναγία! Τι θα τις κάνεις;» μου λέει. «Μαμά, εγώ θα φοράω φανταχτερά κοστούμια, θα βγαίνω στη σκηνή, θα τραγουδάω, θα γελάμε με τον κόσμο και θα περνάμε τέλεια!». Στη γειτονιά διάλεγαν εμένα να ανεβαίνω στο τραπέζι, να χορεύω, να μου χτυπάνε παλαμάκια και να τα σπάνε. Ερχόταν η μάνα μου να με μαζέψει κι εγώ έκλαιγα! Το ζούσα, το χαιρόμουν. Αυτό το παιδάκι, λοιπόν, γνώριζε. Είχε αποφασίσει. Η ψυχή μου ήξερε τι ήθελε. Και ό,τι έχω κάνει μέχρι σήμερα το έχω κάνει με το ένστικτό μου.

Η κομμωτική, πάλι, είναι άλλη ιστορία. Γύρω στα έντεκα πήγα με την αδερφή μου να κουρευτεί σε μια καταπληκτική κομμώτρια. Καθόμουν εκεί, θυμάμαι, με τη σάκα μου, παρακολουθώντας ευλαβικά τις κινήσεις της. Το κατάλαβε και μου λέει: «Να μη γίνεις ποτέ κομμωτής, θα μας πάρεις τη δουλειά!». Εγώ γελούσα, γιατί ήθελα να γίνω γυμναστής. Κάποια στιγμή, μια φίλη μού λέει ότι θέλει να κουρευτεί και της απαντώ: «Θέλεις να σε κουρέψω εγώ; Ξέρω!». Και την κούρεψα. Έτσι, ο ένας έφερνε τον άλλον. Μετά το σχολείο κούρευα. Ακόμη και στον στρατό, όταν έπαιρνα άδεια, γύριζα και κούρευα τις πελάτισσές μου. Δεν ήθελα να ζητάω χρήματα από τους γονείς μου, να τους επιβαρύνω. Από παιδί ήθελα να είμαι οικονομικά ανεξάρτητος. Μου έχει τύχει να μην έχω καθόλου χρήματα και να μου προσφέρουν μια επιταγή για μια δουλειά. Γύρισα σπίτι και σκέφτηκα: «Τι θα κάνω εγώ εκεί; Δεν μου λέει τίποτα». Την επομένη την επέστρεψα. Είχα μια σακούλα όπου μάζευα τα ψιλά, και για δύο μήνες, μέχρι να βρω ξανά δουλειά, ζούσα μ’ αυτά. Έτρωγα έναν μικρό τόνο και μια ντομάτα μεσημέρι βράδυ. Δεν με πείραζε: έλεγα αυτό είναι τώρα· δεν θα πάω να ξεφτιλιστώ. Κι αν δεν τα καταφέρω, θ’ ανοίξω κομμωτήριο. Δεν μπορώ να κάνω κάτι με μισή καρδιά.

― Θα μας διηγηθείτε τη διαδρομή σας; Ξεκινήσατε, λέτε, να γίνετε γυμναστής, γίνατε κομμωτής και καταλήξατε στο θέατρο...

Στο σχολείο έκανα για πλάκα μιμήσεις των καθηγητών μας. Μου έλεγαν «κάνεις ίδια τη φωνή» κι εγώ δεν καταλάβαινα ότι είχα αυτό το «εργαλείο» στον λαιμό μου. Κι ο μπαμπάς μου όμως έκανε μιμήσεις και τραγουδούσε. Έτσι ξεκίνησα τις μιμήσεις, στις εκδρομές, αλλά μόνο μέσα στην παρέα. Αν μου έλεγαν να βγω στο μικρόφωνο μπροστά σε όλο το σχολείο, θα κρυβόμουν! Μετά άρχισα να κάνω μιμήσεις στα σπίτια όπου πήγαινα και χτένιζα.

Όταν φίλοι μου, η Ρένια, η Ρουμάνη, με έβγαζαν με τα χίλια ζόρια στο «Χάραμα», εγώ έτρεμα, στέγνωνε ο λαιμός μου, δεν ήθελα καθόλου να κάνω μιμήσεις με μικρόφωνο. Κι άρχισε να διαδίδεται ότι υπάρχει κάποιος που «κάνει φωνές». Ώσπου μια μέρα, το έχω ξαναπεί, έρχεται η Ρούλα Κορομηλά στο κομμωτήριο, με σπασμένο πόδι και πατερίτσες, και μου λέει: «Σας θέλω για μια εκπομπή». Αυτό ήταν.

― Διστάσατε;

Ρώτησα τον μπαμπά μου: «Να το κάνω;». Μου λέει: «Καταρχήν, έχεις τη δουλειά σου, έχεις το κομμωτήριό σου. Να το κάνεις για την πλάκα σου. Φυσικά και θα το κάνεις!». Ήμουν τότε 18 ετών. Το κομμωτήριο ήταν μια τεράστια δραματική σχολή. Εγώ τον ρόλο τον κούρευα, τον άκουγα, του μίλαγα… Δεν τον διάβαζα, τον ζούσα, τον βίωνα, τον άγγιζα.

― Πώς βιώσατε εκείνα τα πρώτα χρόνια, όταν αρχίσατε να γνωρίζετε την επιτυχία;

Δεν το πήρα ποτέ σαν επιτυχία. Με ενδιέφερε η δημιουργία. Πιστεύω ότι το πιο ουσιαστικό και σημαντικό σε οτιδήποτε κάνεις είναι το κίνητρο, το γιατί το κάνεις. Μου έλεγε ο Ανδρέας Βουτσινάς: «Γιατί θέλεις να γίνεις ηθοποιός;». Αν θέλεις να είσαι σταρ, να κάνεις εξώφυλλα και να ασχολούνται μαζί σου, αυτό είναι μια άλλη κατηγορία. Εγώ, λοιπόν, κατάλαβα ότι μου άρεσε πάρα πολύ η δημιουργία. Να ράβω τα ρούχα, να χτίζω τους ρόλους, να δημιουργώ έναν χαρακτήρα. Μετά, αν είχε επιτυχία, φυσικά και το χαιρόμουν. Αλλά έπρεπε αμέσως να πάω στην επόμενη φιγούρα. Είμαι ερωτευμένος με τη δημιουργία. Στο Παλλάς, που ήταν, νομίζω, μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες μου, έκανα ένα one-man show με 28 soldout παραστάσεις, 1.500 άτομα κάθε βράδυ. Το συνειδητοποίησα τέσσερα χρόνια μετά. Δεν ήθελα να με βασανίσει αυτή η επιτυχία. Δεν ήθελα να χάσω τη χαρά που νιώθω στη δική μου παιδική χαρά, τη σκηνή, και να με οδηγήσει όλο αυτό κάπου αλλού – ν’ αρχίσω να φοβάμαι ή να αγχώνομαι.

― Από την άλλη, η επιτυχία συνδέεται και με τον βιοπορισμό, αλλά και με την ανάγκη του καλλιτέχνη για αναγνώριση, για το χειροκρότημα, για ένα «μπράβο». Δεν το είχατε κι εσείς ανάγκη;

Φυσικά, και χαίρομαι όταν το θέατρο είναι γεμάτο. Νιώθω τεράστια ευγνωμοσύνη για τον κόσμο που με ακολουθεί τόσα χρόνια. Είναι σαν συγγενείς μου. Σου το λέω και συγκινούμαι, γιατί δεν είναι μια επαγγελματική σχέση αυτή που έχω με το κοινό. Δεν αισθάνομαι ότι είναι μια οικονομική συναλλαγή. Είναι σαν να θέλουμε και οι δύο πλευρές να γίνει αυτό ένα λειτούργημα. Ειδικά φέτος, που κάνω κάτι διαφορετικό, είναι συγκινητικό ότι οι παραστάσεις είναι σχεδόν γεμάτες πριν καν με δουν. Είναι σαν να έχω ξανά τους γονείς μου, που δεν είναι πια εδώ. Νιώθω αυτή την αγάπη και τη στήριξη. Είναι σαν να μου λένε: «Σε εμπιστευόμαστε, γιατί δεν μας έχεις προδώσει». Ίσως και η τελειομανία μου και η αγωνία για το τι θα προσφέρω δεν με αφήνουν να εστιάσω στην επιτυχία. Ίσως είναι και μια άμυνα. Πολλές φορές, όταν βγαίνω στον δρόμο, ξεχνάω ποιος είμαι, σου τ’ ορκίζομαι! Μου ζητούν μια φωτογραφία και ξαφνιάζομαι. Δεν θέλω να χάσω τον Παναγιώτη που πάει στο μανάβικο να ψωνίσει.

― Σας είναι εύκολο να διατηρείτε αυτή την ισορροπία;

Πολύ. Είναι θέμα τού πώς επιλέγεις να πορευτείς στη ζωή. Ο Θεός μού έδωσε ένα δώρο κι εγώ οφείλω να το μοιράζομαι. Όπως έλεγε η Μαρινέλλα, στην οποία είναι αφιερωμένη η παράσταση, το ταλέντο είναι ένα δώρο από τον Θεό, δεν σου ανήκει. Πρέπει να το καλλιεργείς, να το ποτίζεις, να το κλαδεύεις και να το προσφέρεις.

― Καταφέρνατε πάντα να απολαμβάνετε αυτό που κάνετε ή υπήρξαν περίοδοι που η αγωνία της επιτυχίας σάς στερούσε τη χαρά της δημιουργίας;

Παλαιότερα έκανα παραστάσεις που δεν έπαιρνα ανάσα, δεν το ευχαριστιόμουν. Και το χειρότερο είναι ότι δεν το καταλάβαινα. Τα τελευταία χρόνια άρχισα να καταλαβαίνω πού πιέζομαι και πώς μπορώ να αποσυμπιέζομαι. Όταν το συνειδητοποίησα, άρχισα να κάνω μικρές αλλαγές, έγινα ένας άλλος προπονητής του εαυτού μου. Πιο εξελιγμένος.

― Αυτή η αλλαγή μοιάζει να κρύβει μια βαθύτερη σοφία…

Δεν ξέρω αν είναι σοφία. Ξέρω ότι οι ανάγκες μας αλλάζουν και πρέπει να είμαστε σε επαφή με τον εαυτό μας, να τον φροντίζουμε. Όταν έχασα και τους δύο γονείς μου, συνειδητοποίησα ότι ενηλικιώθηκα. Και κατάλαβα ότι το δώρο μιας τέτοιας απώλειας είναι πως πρέπει πια να γίνεις εσύ ο καλός γονιός του εαυτού σου.

Βέβαια, θέλει χρόνο. Στην αρχή λες: «Γιατί να μη ζει η μαμά μου; Πήρα ένα βραβείο και δεν μπορώ να της το πάω». Μετά όμως σκέφτεσαι: «Πόσα δώρα έχεις πάρει απ’ αυτούς τους ανθρώπους; Πόση κάβα αγάπης έχεις μέσα σου! Θα ήθελαν να με βλέπουν να κλαίγομαι ή να εξελίσσομαι και να φέρομαι όμορφα στον εαυτό μου;». Και ήταν πολύ απελευθερωτικό αυτό. Συνειδητοποίησα ότι είμαι ελεύθερος να είμαι όπως θέλω. Όσο ζουν οι γονείς σου, είναι κατά κάποιον τρόπο εκείνοι στο τιμόνι και σου λένε πού να στρέψεις το πλοίο. Όταν φύγουν, πρέπει να πάρεις εσύ το τιμόνι στα χέρια σου. Να γίνεις καπετάνιος της ζωής σου.

― Σε μια συνέντευξή σας είπατε ότι το σημαντικότερο στη ζωή δεν είναι η αγάπη, αλλά η εσωτερική ειρήνη. Αισθάνεστε ότι έχετε κατακτήσει αυτή την εσωτερική ειρήνη;

Απολύτως. Και είναι κάτι που δεν το διαπραγματεύομαι. Να έχεις ειρήνη μέσα σου σημαίνει να αποδέχεσαι τους άλλους και τον εαυτό σου. Γιατί, αν δεν αποδεχτείς τους άλλους, που είναι ο καθρέφτης σου, δεν θα μπορέσεις να αποδεχτείς ούτε τον εαυτό σου. Είναι πάρα πολύ σημαντικό να επιτρέπεις στους άλλους, αλλά και στον εαυτό σου, να είναι αυτό που είναι. Χρειάστηκαν χρόνια για να φτάσω σ’ αυτό το σημείο. Αλλά είναι ένα δώρο που χρωστούσα στον εαυτό μου.

― Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε τρεις ανθρώπους που υπήρξαν φάροι στη ζωή σας, που σας καθοδήγησαν ή σας επηρέασαν, ποιοι θα ήταν;

Μπορεί να μην πήγα σε σχολή, αλλά γνώρισα σχολές. Ήμουν πολύ τυχερός που φοίτησα στο πανεπιστήμιο που λέγεται Μαρινέλλα. Και πήρα και το δίπλωμα με πολύ μεγάλη χαρά από την ίδια. Τη Μαρινέλλα τη θεωρούσα μητέρα μου, της σκηνής και της ζωής. Τεράστια δασκάλα, που είχα την τιμή να είναι και φίλη μου. Συνεργαστήκαμε, βγαίναμε και τρώγαμε το φαγάκι μας, ήταν το καθημερινό τηλεφώνημά μου, ο άνθρωπός μου. Δεν είχαμε μια σχέση τυπική. Ταιριάζαμε πάρα πολύ στο χιούμορ, στη συγκίνηση, στο τι μας αρέσει, τι δεν μας αρέσει. Ήταν καρμικό. Σκέψου ότι τεσσάρων χρονών άκουγα τη φωνή της στο ραδιόφωνο κι έλεγα: «Αν δεν έρθει αυτή η κυρία που τραγουδάει, εγώ δεν τρώω!». Έκανα απεργία πείνας και μου έγραφαν ψεύτικα γράμματα για να φάω. Όλο αυτό το σενάριο είναι σαν επιστημονικής φαντασίας!

Έπειτα, ο Ανδρέας Βουτσινάς. Στο Actor Studio, τεράστιος δάσκαλος στη ζωή μου. Μου έκανε μαθήματα στο σπίτι μου, στην Κυψέλη. Μεγάλη λατρεία, μεγάλη προσφορά.

Ο Μιχάλης Κακογιάννης. Πήγα ως κομμωτής να παίξω έναν ρόλο και ήμουν δίπλα στην Ειρήνη Παπά και σε μια πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών. Φαντάσου το λίγο: Να πηγαίνω στο γύρισμα και το πρωί να είμαι στο κομμωτήριο.

― Πώς νιώθατε όταν συνέβαιναν όλα αυτά;

Πολύ άνετα. Ήμουν έτοιμος μάλλον. Μπορεί να κούρευα την κυρία Βάσω, τη μοδίστρα μου, να έκλεινα το κομμωτήριο, να διάβαζα τον ρόλο μου και να έφευγα με το ΚΤΕΛ των έξι για να είμαι στις εννιά στην Αθήνα. Με περίμεναν, έκανα τη σκηνή μου και μου φαινόταν πολύ φυσικό όλο αυτό. Εννοείται πως είχα τεράστιο δέος και σεβασμό γι’ αυτούς τους ανθρώπους.

Και ήταν τόσοι άλλοι! Η Λάιζα Μινέλι, το είδωλό μου, που είχα την τύχη να τη γνωρίσω. Ο μέντοράς μου, ο Σταμάτης Κραουνάκης, η Σοφία Σπυράτου, ο Δημήτρης Παπάζογλου, ο Γιάννης Ξανθούλης, ο σπουδαίος μαέστρος Νίκος Δανίκας, ο Γιώργος Θεοφάνους, ο Μίμης Πλέσσας, ο πιο γενναιόδωρος άνθρωπος που έχω γνωρίσει, μαγικός!

Καθένας απ’ αυτούς μου έφερε ένα δώρο. Και ντρέπομαι, γιατί σίγουρα θα έχω ξεχάσει κι άλλους. Είναι ευλογία να συναντάς στη ζωή σου ανθρώπους που σου προσφέρουν τόσο πολύτιμα δώρα για να συνεχίσεις τη διαδρομή σου.

― Υπήρξαν στιγμές όλα αυτά τα χρόνια που, παρά την επιτυχία, σκεφτήκατε να τα αφήσετε όλα πίσω σας;

Φυσικά! Ξέρεις τι είναι να έχεις επιτυχία, να γεμίζεις το μαγαζί και να μη σε πληρώνουν; Οι επιχειρηματίες, όταν χτυπούσα την πόρτα τους, δεν μου άνοιγαν. Κάποια στιγμή αποφάσισα να σηκωθώ να φύγω. Ήμουν γύρω στα 27-30 και μπήκα σ’ ένα ταξί κλαίγοντας. Έλεγα: «Δεν ξαναπαίζω. Δεν γίνεται να δουλεύω απλήρωτος».

Και ξαφνικά μου λέει ο ταξιτζής: «Θέλω να σας πω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Δεν ξέρετε τι έχετε κάνει για μένα και την οικογένειά μου». «Τι εννοείτε;» τον ρωτάω. «Από τότε που ήρθατε εδώ, έχει δουλειά η πιάτσα μας. Χάρη σ’ αυτό σπουδάζω τα δύο παιδιά μου στην Αγγλία. Να σας έχει ο Θεός καλά!». Εγώ πώς μπορούσα μετά να φύγω; Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τέτοια υποχρέωση απέναντι σ’ αυτόν τον άνθρωπο και στον κόσμο που ερχόταν να με δει. Δεν μπορούσα να τα παρατήσω. Συνειδητοποίησα πως, όταν δουλεύει ένας καλλιτέχνης, δουλεύουν μαζί του τα ταξί, τα κομμωτήρια, οι φούρνοι, τα ανθοπωλεία, οι κάβες. Δεν είχα ιδέα πόσοι άνθρωποι ζουν γύρω από όλο αυτό.

― Έχετε καταλήξει γιατί τελικά διαλέξατε αυτή την τέχνη;

Γιατί με ανανεώνει, με ενθουσιάζει, με συγκινεί, με μορφώνει, με εξελίσσει, με ξαναβαφτίζει. Αυτό νιώθω. Με ευλογεί!

― Ποια λόγια των γονιών σας κουβαλάτε πάντα μέσα σας και σας δίνουν δύναμη στις δύσκολες στιγμές;

Θα σου πω δύο πράγματα. Τους γονείς μου τους θαυμάζω και για μένα είναι πάντα ζωντανοί. Θυμάμαι, έλεγαν στον μπαμπά μου: «Ο γιος σας είναι καταπληκτικός!». Κι εκείνος μου έλεγε: «Ξέρεις τι με χαροποιεί περισσότερο; Το ταλέντο, εντάξει. Αλλά το ότι μου λένε πως είσαι καλός άνθρωπος. Αυτή είναι η χαρά μου». Κι αυτό αποκτά άλλη σημασία όσο περνούν τα χρόνια. Ακόμη και σήμερα, όταν αντιμετωπίζω μια δυσκολία και φοβάμαι, λέω στον εαυτό μου: «Τι φοβάσαι, ρε; Είσαι ο γιος του Ντίνου και της Χαρίκλειας!».

― Υπάρχουν πράγματα που δεν έχετε υλοποιήσει ακόμα και τα σκέφτεστε σαν όνειρα;

Ναι. Το βιβλίο που ετοιμάζω, με τα δικά μου τρικ και κόλπα, είναι ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα. Θέλω να γράψω κι άλλα πράγματα, ακόμη και μυθιστορήματα, να κάνω κάποιες παραστάσεις στο θέατρο. Έχω πολλά στο μυαλό μου. Θέλω να κάνω και ταινία!

― Τι θέλετε να πείτε με αυτό το βιβλίο;

Γράφω για όσα με βοήθησαν στη διαδρομή μου. Είναι σαν ένα δώρο από μένα, αφιερωμένο σε όσους αυτοσαμποτάρονται, δεν έχουν αυτοπεποίθηση ή αυτοτιμωρούνται. Κι εγώ, ως τελειομανής, πέρασα απ’ αυτό το στάδιο. Υπήρχε πολύ αυτομαστίγωμα. Ήθελα, λοιπόν, να γράψω για εκείνον τον παλιό εαυτό μου και να προσφέρω στους άλλους κάποια δικά μου «κλειδάκια», μήπως ταιριάξουν στις πόρτες άλλων ανθρώπων και ίσως τους βοηθήσουν.

***

Info

«Δεσποινίς Μαργαρίτα»

Παραστάσεις Παρασκευή & Σάββατο στις 21:00, Κυριακή στις 18:00, Θέατρο Πτι Παλαί
Πρωταγωνιστεί: Τάκης Ζαχαράτος, κείμενο: Ρομπέρτο Ατάιντε, μετάφραση: Κώστας Ταχτσής, σκηνοθεσία: Βασίλης Μυριανθόπουλος, βοηθός σκηνοθέτη: Έλενα Γεροδήμου, μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου, στίχοι τραγουδιού: Γιάννης Ξανθούλης, σκηνικά: Γιάννης Μουρίκης

Δειτε περισσοτερα