- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Πάολο Καρινιάνι: Ο σπουδαίος μαέστρος μιλά για το κύκνειο άσμα του Βέρντι
Ο Ιταλός αρχιμουσικός επιστρέφει στο πόντιουμ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με τον «Φάλσταφ»
Συνέντευξη του Πάολο Καρινιάνι με αφορμή το ανέβασμα της κωμικής όπερας «Φάλσταφ» του Βέρντι στην ΕΘνική Λυρική Σκηνή
Στην πολύχρονη καριέρα του, ο Πάολο Καρινιάνι έχει κερδίσει διεθνή αναγνώριση συμμετέχοντας ως αρχιμουσικός σε σπουδαίες παραγωγές όπερας των μεγαλύτερων λυρικών θεάτρων και φεστιβάλ, όπως η Κρατική Όπερα της Βιέννης, η Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, η Βασιλική Όπερα της Δανίας, η Κοντσέρτχεμπαου του Άμστερνταμ, η Βασιλική Όπερα του Λονδίνου (Κόβεντ Γκάρντεν), η Όπερα της Βαστίλλης, το Φεστιβάλ Γκλάιντμπορν, το Φεστιβάλ Όπερας Ροσίνι και τόσα άλλα. Από τη θέση του γενικού μουσικού διευθυντή της Όπερας της Φρανκφούρτης για μια δεκαετία (1999-2008) διαμόρφωσε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ρεπερτόρια, εντάσσοντας σύγχρονες όπερες αλλά και άλλες που παίζονται σπάνια.
Ο Καρινιάνι με το ιταλικό ταμπεραμέντο του έχει κερδίσει και το ελληνικό κοινό, διευθύνοντας ως προσκεκλημένος μαέστρος της ΕΛΣ, τον «Ναμπούκο» το 2023, τη «Δύναμη του πεπρωμένου» το 2025 και πρόσφατα την «Τόσκα». Αυτή τη φορά επιστρέφει στην Ελλάδα για να διευθύνει τον «Φάλσταφ» του Βέρντι. Λίγο πριν από την πρεμιέρα (ΕΛΣ, 15, 18, 21, 26 Φεβρουαρίου & 1, 5 Μαρτίου) μιλήσαμε μαζί του.
— Σε λίγες μέρες θα ανεβείτε ξανά στο πόντιουμ για να μας μεταφέρετε στο κωμικό σύμπαν του «Φάλσταφ». Πώς εξελίσσεται η μέχρι τώρα συνεργασία σας με την ορχήστρα της ΕΛΣ;
Πολύ καλά, νομίζω. Όταν η ορχήστρα γνωρίζει τον μαέστρο κι εκείνος τους μουσικούς, τα πράγματα γίνονται ακόμα καλύτερα. Η εμπιστοσύνη μεταξύ μας μεγαλώνει, γνωρίζω τι μπορούμε να καταφέρουμε μαζί και ποια είναι τα όριά τους. Αυτό που ξέρω είναι ότι, για να δίνω κάθε φορά το 100% της ενέργειάς μου, θέλω να είμαι ο εαυτός μου. Απαιτώ διαρκώς το καλύτερο από τους μουσικούς κάθε ορχήστρας, όχι μόνο της Λυρικής, κι όταν δεν είμαι ευχαριστημένος, το δείχνω ξεκάθαρα, τους φωνάζω. Καταλαβαίνουν το γιατί, αλλά στρεσάρονται. Τους λέω τότε «να θυμάστε πάντα ότι είστε σπουδαίοι μουσικοί και ότι μπορείτε να παίξετε υπέροχα» –η ρουτίνα της δουλειάς συχνά τους κάνει να το ξεχνούν– και ξαφνικά, ξυπνούν!
— Ο «Φάλσταφ» είναι η τελευταία όπερα του Βέρντι και υφολογικά πολύ διαφορετική από προηγούμενα έργα του. Πώς το εξηγείτε;
Το πρώτο έργο που συνέθεσε, το «Un giorno di regno» (Μια μέρα βασιλείας ) ήταν μια κωμική όπερα, το ανέβασμά της όμως ήταν αποτυχία. Πιστεύω λοιπόν ότι ο Βέρντι αποφάσισε να κλείσει τη διαδρομή του έτσι όπως την είχε αρχίσει, με μια κωμωδία. Όσο για το διαφορετικό, μοντέρνο ύφος του «Φάλσταφ», η εξήγηση βρίσκεται αλλού. Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι κριτικοί μιλούσαν με ενθουσιασμό για τον Βάγκνερ και τις καινοτομίες που εισήγαγε στην ενορχήστρωση. Πλέον, η μουσική του Βέρντι θεωρούνταν «παλιομοδίτικη». Ο Βέρντι ήταν απογοητευμένος. Μάλιστα, πήγε στην Μπολόνια, στην ιταλική πρεμιέρα του «Λόενγκριν», για να δει ποιος είναι αυτός ο «μοντέρνος» συνθέτης. Κρυμμένος σ’ ένα θεωρείο, άκουσε προσεκτικά όλη την όπερα και συνειδητοποιώντας ότι η μουσική του Βάγκνερ φέρνει όντως κάτι νέο, σταμάτησε να συνθέτει. Άρχισε να πειραματίζεται πάνω στην αντίστιξη και τη φούγκα αναζητώντας έναν πιο εξελιγμένο τρόπο γραφής. Και τα κατάφερε. Έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα σιωπής, παρουσίασε πρώτα την αναθεωρημένη μορφή του Σίμον Μποκανέγκρα, για να ακολουθήσουν ο «Οθέλλος» και τέλος ο «Φάλσταφ».
— Το περίφημο «Tutto nel mondo è burla» (Όλα στον κόσμο είναι ένα αστείο) του «Φάλσταφ» θα λέγαμε πως είναι η τελευταία φράση του Βέρντι. Πώς λέτε ότι θα ήθελε να το εκλάβουμε; Ως ειρωνεία ή ως σοφία;
Και τα δύο. Όταν βρίσκεσαι, όπως ο Βέρντι, κοντά στο τέλος, βλέπεις τη ζωή σου από διαφορετική οπτική και τότε συνειδητοποιείς ότι εκείνα που κάποτε νόμιζες σημαντικά –το να κάνεις καριέρα ή να βγάλεις πολλά λεφτά– μπορεί και να μην ήταν. Ίσως λοιπόν θα ήθελε να μας πει ότι τελικά δεν αξίζει να παίρνουμε τα πράγματα και τόσο στα σοβαρά…
— Σε σχέση με άλλες όπερες, ο «Φάλσταφ» έχει περισσότερες δυσκολίες για τον μαέστρο και την ορχήστρα;
Είναι μια όπερα με εντελώς διαφορετική δομή, χωρίς τις τυπικές άριες και τα ρετσιτατίβι, χωρίς μπαλέτο και, για πρώτη φορά, με μια φούγκα στο φινάλε – για τον Βέρντι η φούγκα σηματοδοτεί την επιστροφή του στις απαρχές της κλασικής μουσικής και συνδέεται με την πηγή της έμπνευσής του, τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Οι καινοτομίες αυτές έχουν μεγάλο ενδιαφέρον αλλά και μεγάλη δυσκολία. Είναι δε μια όπερα που, επειδή δεν ανεβαίνει τόσο συχνά, απαιτεί εντατικότερη μελέτη και προετοιμασία τόσο από τους μουσικούς όσο και από τον μαέστρο, ιδίως αν είναι προσκεκλημένος, όπως τώρα εγώ. Όπως σας είπα, όμως, αναζητώ τις προκλήσεις. Ποτέ δεν αντιμετώπισα τη διεύθυνση ορχήστρας σαν δουλειά, γι’ αυτό με κουράζει να κάνω τα ίδια και τα ίδια. Ο «Φάλσταφ» ήταν για μένα μια νέα πρόκληση. Τον είχα διευθύνει πριν από χρόνια και το ανέβασμά του από τη Λυρική μού έδωσε το κίνητρο να δω αυτή τη σπουδαία όπερα με φρέσκια ματιά.
— Ο «Φάλσταφ» είναι μια όπερα συνόλου με λίγο χώρο για φωνητική επίδειξη. Ως διευθυντής ορχήστρας τι ζητάτε από τους σολίστ;
Το ίδιο που ζητώ σε κάθε παραγωγή όπερας. Ο πρωταγωνιστής και όλοι οι σολίστ να είναι μουσικά καλά προετοιμασμένοι και ανοιχτοί στον διάλογο σε ό,τι αφορά προβλήματα ερμηνείας. Γι’ αυτό θεωρώ σημαντικό –και λίγοι συνάδελφοί μου το κάνουν– να είμαι παρών στις σκηνικές πρόβες, ιδιαίτερα τώρα που η σκηνοθεσία έχει καθοριστικό πια ρόλο. Εκεί θα μπορώ να εξηγήσω στους τραγουδιστές το τέμπο που θα ακολουθήσουμε, να επισημάνω τυχόν δύσκολα σημεία στη μουσική του χαρακτήρα που υποδύονται ή, ακόμα, να ζητήσω από τον σκηνοθέτη μια μικρή αλλαγή στην τοποθέτησή τους στη σκηνή, για να διευκολύνω την ερμηνεία τους. Αν φτάσεις την τελευταία στιγμή στην πρόβα τζενεράλε, είναι πια πολύ αργά να διορθώσεις το οτιδήποτε. Το παν σε μια παραγωγή όπερας είναι η συνεργασία. Ο μαέστρος μπορεί να απαιτεί πολλά απ’ όλους, μερικές φορές να τους δυσκολεύει, όμως πρέπει να προσπαθεί ώστε στο τέλος να είναι ευχαριστημένοι όχι μόνο οι μουσικοί της ορχήστρας αλλά και όσοι βρίσκονται επί σκηνής. Να τους κάνει να νιώσουν ότι το βράδυ της πρεμιέρας θα είναι δίπλα τους και θα τους στηρίζει. Κι αν αυτό συμβεί, θα το νιώσει και το κοινό.
— Εσείς σπουδάσατε πιάνο, εκκλησιαστικό όργανο και σύνθεση. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να στραφείτε στη διεύθυνση ορχήστρας;
Όλα ήρθαν φυσικά, αλλά με κάπως ανορθόδοξο τρόπο. Από μικρός ήθελα πολύ να μάθω να παίζω όργανο, αν και δεν προέρχομαι από μουσική οικογένεια. Αυτό όμως που εννοούσα δεν ήταν το εκκλησιαστικό όργανο, αλλά τα πληκτροφόρα που έβλεπα να παίζουν τα ποπ συγκροτήματα! Όταν στα δώδεκα με δέχτηκαν στο Ωδείο στο Μιλάνο και κατάλαβα το λάθος μου, απογοητεύτηκα τρομερά. Είχα όμως την τύχη να με αναλάβει ένας θαυμάσιος δάσκαλος, ο οποίος μου μετέδωσε το πάθος του για το εκκλησιαστικό όργανο. Βέβαια δεν ήταν ακριβώς το όνειρό μου –το να παίζω στην εκκλησία και όχι στα πάρτι…– ωστόσο, όχι μόνο το έκανα, αλλά παράλληλα διηύθυνα και τη χορωδία της εκκλησίας. Άρχισαν όμως να έρχονται κι άλλα παιδιά από το ωδείο, που έπαιζαν πνευστά ή έγχορδα, και η κατάσταση δυσκόλεψε πολύ. Μου ήταν αδύνατο να βρίσκομαι στο όργανο και ταυτόχρονα να συντονίζω εκτός από τη χορωδία και τόσους μουσικούς. Έτσι ζήτησα από έναν συμμαθητή μου να παίξει εκκλησιαστικό όργανο κι εγώ άρχισα να διευθύνω και να βρίσκω επιτέλους τον δρόμο μου!
— Διευθύνετε σχεδόν αποκλειστικά παραστάσεις όπερας. Τις προτιμάτε από μια συναυλία, ένα κονσέρτο συμφωνικής μουσικής;
Όχι απαραίτητα, αλλά τι να κάνω, όλοι λένε «είναι Ιταλός, άρα είναι καλός για όπερα (γέλια)! Σοβαρά τώρα, η διεύθυνση όπερας είναι μια πιο δύσκολη αλλά και πολύ πιο διασκεδαστική ενασχόληση, γι’ αυτό την προτιμώ. Σε μια παραγωγή μένεις για μεγάλο χρονικό διάστημα στο ίδιο μέρος, όσο διαρκούν οι πρόβες, κι όταν ξεκινούν οι παραστάσεις, έχεις ενδιάμεσα αρκετές κενές μέρες που μπορείς άνετα να κυκλοφορήσεις, να γνωρίσεις ανθρώπους, να χαρείς την πόλη! Σε ένα κονσέρτο όλα συμβαίνουν σε μια εβδομάδα. Φτάνεις, κάνεις τρεις μέρες πρόβες, τρεις μέρες διευθύνεις και την επομένη φεύγεις. Καταλήγεις να μη ζεις, να μεταφέρεσαι μόνο από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο και στο τέλος να μη θυμάσαι καν σε ποια πόλη βρίσκεσαι…
INFO
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Στήβεν Λάνγκριτζ
- ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Σερ Τζων Φάλσταφ: Τάσης Χριστογιαννόπουλος, Φορντ: Διονύσης Σούρμπης, Φέντον: Βασίλης Καβάγιας, Δρ Κάιους: Ανδρέας Καραούλης, Μπαρντόλφο: Γιάννης Καλύβας, Πιστόλα: Χάρης Ανδριανός, Αλίτσε Φορντ: Τσέλια Κοστέα, Ναννέττα: Μαριλένα Στριφτόμπολα, Κυρία Κουίκλυ: Νεφέλη Κωτσέλη, Μεγκ Πέιτζ: Χρυσάνθη Σπιτάδη
- ΘΕΑΤΡΟ: Εθνική Λυρική Σκηνή
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
«Στον “Ημιυπαίθριο” υπάρχουν όλοι οι χαρακτήρες που μπορεί κανείς να συναντήσει στην Ελλάδα»
Ένα έργο για τη δύναμη της μαζικής αυταπάτης
Η Μαρία Φραγκή μεταφέρει επί σκηνής την ψυχολογική νουβέλα του Ντοστογιέφσκι 150 χρόνια μετά τη συγγραφή της
Ο Ιταλός αρχιμουσικός επιστρέφει στο πόντιουμ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με τον «Φάλσταφ»
Μέρος των εσόδων από την παράσταση στις 25 Φεβρουαρίου θα διατεθούν στο Μαζί για το Παιδί
Από τον Ημιυπαίθριο του Γιώργου Αλκαίου μέχρι το Grease και την Οικογένεια Addams
Μιλήσαμε με την καλλιτεχνική διευθύντρια του θεάτρου Olvio και σκηνοθέτρια του έργου «Ο Μουνής»
Ήταν επί σειρά ετών μέλος της Ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Ο Τόμας Οστερμάιερ μεταφέρει το έργο του Ίψεν στο σήμερα, σε μια παράσταση όπου ο θεατής δεν παρακολουθεί απλά, αλλά καλείται να πάρει θέση, να αφυπνιστεί.
Η θρυλική ηρωίδα της Τρούμπας ζωντανεύει ξανά
Η συναρπαστική ζωή της, όπως μας την αφηγήθηκε
Οι αναγνώστες μας, όπως και τις προηγούμενες χρονιές, επέλεξαν σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια. Δείτε το αποτέλεσμα
Οι αναγνώστες μας, όπως και τις προηγούμενες χρονιές, επέλεξαν σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια. Δείτε το αποτέλεσμα
Οι αναγνώστες μας, όπως και τις προηγούμενες χρονιές, επέλεξαν σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια. Δείτε το αποτέλεσμα
Ο γνωστός ηθοποιός μιλά για τον ρόλο του στην παράσταση «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» και όχι μόνο
Η Ομάδα Νάμα επιστρέφει με το έργο της Penelope Skinner, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη
Ένα έργο λόγου και εσωτερικής έντασης, μια υπαρξιακή μονομαχία για το τι αξίζει να κρατήσει έναν άνθρωπο στη ζωή
Από τον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας» μέχρι την «Λοκαντιέρα» και το «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι»
Ένα διαχρονικό ελληνικό ειδύλλιο μεταμορφώνεται σε σύγχρονο μιούζικαλ. Κερδίστε διπλές προσκλήσεις.
Όσα έμαθε, όσα άφησε πίσω και όσα εξακολουθεί να αναζητά
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.