Θεατρο - Οπερα

Γρηγόρης Χατζάκης: Πότε πεθαίνει ο Πινόκιο;

Μιλήσαμε για την αγάπη του για τα παραμύθια, τα όνειρα, τη θνητότητα. Αφορμή η νέα του παράσταση στο Bios.

woman_guest.jpg
Ιωάννα Γκομούζα
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Χατζάκης με αφετηρία τον "Πινόκιο" δημιουργεί μια παράσταση για την φθαρτότητα
Ο Γρηγόρης Χατζάκης με τον "Πινόκιο" καταθέτει μια παράσταση για την φθαρτότητα © Φίλιππος Μαργαλιάς

Ο Γρηγόρης Χατζάκης ανεβάζει τον «Πινόκιο» στο Bios με τους Χρήστο Καπενή και Δώρα Παρδάλη. Συνέντευξη με αφορμή την κλασική ιστορία του Κάρλο Κολόντι. 

Από πιτσιρίκι είχε εμμονή με τον ξύλινο ήρωα του Κάρλο Κολόντι, «που σκεφτόταν, κινούνταν και μιλούσε όπως όλα τα παιδιά από δέρμα. Και ήθελε κι εκείνο να αποκτήσει δερμάτινο σώμα». Στο νηπιαγωγείο, όταν ερχόταν η ώρα για ταινία, ζητούσε επίμονα ξανά και ξανά να δουν τον Πινόκιο του Ντίσνεϋ. Στο σπίτι είχε παιχνίδια με τη φιγούρα του, παρακολουθούσε φανατικά τη σχετική σειρά κινουμένων σχεδίων στην τηλεόραση και σε βιντεοκασέτες τις καινούργιες πιο σκοτεινές περιπέτειές του.

«Παρόλα αυτά, η αίσθησή που μου άφηνε ήταν κάπως ανάμεικτη. Μου ήταν πολύ συμπαθής ο Πινόκιο ως σχέδιο, αλλά μου έβγαζε και μία μελαγχολία η ατμόσφαιρα στις ιστορίες του. Αυτή η ταυτόχρονη έλξη και απώθηση είναι νομίζω που τον κάνει, από την πρώτη έκδοση του βιβλίου μέχρι τις πιο πρόσφατες εκδοχές και αναγνώσεις του, τόσο πετυχημένο. Το ανθρώπινο αλλά και ξύλινο, το χαρούμενο αλλά ταλαιπωρημένο, το αισιόδοξο αλλά σκοτεινό, όλες αυτές οι αντιθέσεις ασκούν μία έλξη στο ασυνείδητο, ίσως γιατί πάντα κάτι χρειάζεται λύση, κάπου χρειάζεται και τον θεατή ή αναγνώστη να πράξει» μου λέει ο Γρηγόρης Χατζάκης ξετυλίγοντας το νήμα της προσωπικής του σύνδεσης με τη διάσημη μαριονέτα.

Ο ξύλινος κούκλος του μπαρμπα-Τζεπέτο, που έβλεπε τη μύτη του να μεγαλώνει όταν έλεγε ψέματα και έφτασε να μεταμορφωθεί σε γάιδαρο αλλά και να κινδυνέψει να σκοτωθεί από τα χέρια ψεύτικων φίλων, γίνεται η αφετηρία για τη νέα παράσταση του 41χρονου σκηνοθέτη. Δεν είναι η πρώτη φορά, άλλωστε, που βουτά στον κόσμο των παραμυθιών. Μετά την περσινή του ενασχόληση με την «Αλίκη» (με την Ελένη Ζιώγα), από τις 17 Μαΐου έως 2 Ιουνίου επιστρέφει στο Bios με τους σταθερούς συνεργάτες του Χρήστο Καπενή και Δώρα Παρδάλη με μια σκηνική πρόταση πάνω στη φθαρτότητα.

Ο Χρήστος Καπενής και η Δώρα Παρδάλη πρωταγωνιστούν στον "Πινόκιο" που σκηνοθετεί ο Γρηγόρης Χατζάκης
Ο Χρήστος Καπενής και η Δώρα Παρδάλη πρωταγωνιστούν στον "Πινόκιο" που σκηνοθετεί ο Γρηγόρης Χατζάκης © Φίλιππος Μαργαλιάς

«Συχνά επιστρέφω σε ιστορίες που με γοήτευαν ως παιδί και αναζητώ τη σύνδεσή μου σήμερα με τα έργα αυτά καθαυτά αλλά και με τον τρόπο που τα έβλεπα τότε», παραδέχεται. Καταλήγει στα θέματα με τα οποία καταπιάνεται κάθε φορά ως επί το πλείστον διαισθητικά, αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαδρομή αποδείχθηκε πιο δαιδαλώδης. Αρχικά η ιδέα ήταν να παρουσιαστεί ο «Πινόκιο» ως ραδιοπτική παράσταση –ένα οπτικοακουστικό είδος που φλερτάρει με τη φόρμα της βίντεο τέχνης αλλά έλκει την καταγωγή του από το ραδιοφωνικό θέατρο και το οποίο λάνσαραν με τον Χρήστο Καπενή, την ομάδα τους Ginger Creepers και σε συνεργασία με τη διαδικτυακή πλατφόρμα aejaa μέσα στην καραντίνα. Στην πορεία τα πλάνα για μια θεατρική εκδοχή ναυάγησαν, αλλά αναζωπυρώθηκαν χάρη και στη συνεργασία τους με τη Δώρα Παρδάλη.

«Στην παράσταση πήραμε σαν άξονα το πρωτότυπο κείμενο του Κολόντι και όχι τόσο τις κινηματογραφικές εκδοχές του. Ένα στοιχείο που με αφορά ερευνητικά είναι οι πολλαπλές αντιθέσεις του Πινόκιο. Το κυριότερο, όμως, είναι η ιδέα της φθαρτότητας όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο. Η πορεία προς τη θνητότητα ως κάτι το υπερβατικό, αφού ο ήρωας ακολουθεί μια διαδρομή προς τη μεταμόρφωσή του σε άνθρωπο, ενώ ταυτόχρονα με την “ενανθρώπισή” του αναπόφευκτα ξεκινά η πορεία του προς τον θάνατο. Όσο ο Πινόκιο ήταν κούκλα, ζούσε στο φαντασιακό πλαίσιο της αφθαρσίας. Ως άνθρωπος αναγκαστικά μπαίνει στην τροχιά του θνητού. Εντυπωσιακό είναι πώς στο βιβλίο ο Πινόκιο φαίνεται να αρχίζει να επιθυμεί τη μεταμόρφωσή του αυτή πολύ αργά κι αφότου έχει έρθει σε επαφή με τον θάνατο κοντινών του ανθρώπων. Κάτι που σημαίνει μία βαθιά συνειδητότητα στην απόφασή του αυτή. Αναγνωρίζει κάτι ανώτερο στον άνθρωπο ακόμα και στο περιορισμένο της ύπαρξής του. Αυτό αναζητούμε κι εμείς στην παράσταση».

Ο Γρηγόρης Χατζάκης για τον «Πινόκιο» στο Bios

Πώς αφηγείται η παράσταση την ιστορία του Πινόκιο, αλλά και την ιστορία του ανθρώπου; Μας έχεις προϊδεάσει για μια «διαφορετική, ντοκουμαντερίστικη, ονειρική κι άναρχη ανάγνωση του έργου του Κολόντι».

Δε με ενδιαφέρει ποτέ η τυπική σκηνική μεταφορά μιας ιστορίας, αλλά αυτό που συμβαίνει στο μεταξύ μας, ανάμεσα στην ιστορία, τον συγγραφέα κι εμένα, αυτό θέλω να μεταφέρω.

Στην παράσταση δεν βλέπουμε την ιστορία του Πινόκιο. Βρισκόμαστε σε έναν χώρο που θυμίζει ξυλουργείο και παρακολουθούμε εικόνες/ιστορίες εμπνευσμένες από τις περιπέτειές του, που συνδέονται με μια σειρά μαγνητοφωνημένων συνεντεύξεων με ανθρώπους διαφορετικών ειδικοτήτων. Σε αυτές ο καθένας μεταφέρει τις σκέψεις του πάνω σε μία διαφορετική ενότητα του έργου. Στην ενότητα για τη δημιουργία του ήρωα ακούμε τον ξυλουργό Σταύρο Χατζηγιαννάκη. Στην ενότητα «ο Πινόκιο βγαίνει στον κόσμο» τον κοινωνιολόγο Γιάννη Κτενά. Για τις «πρώτες σχέσεις» (με τη νεράιδα κ.λπ.) μιλά ο ψυχοθεραπευτής Ηλίας Βλάχος, για τις «σημαντικές αλλαγές» η πλαστική χειρουργός Βίλλυ Ροδοπούλου και για τη «μεταμόρφωση» ο θεολόγος Αλέξανδρος Πιπιλιός.

Παράλληλα, πέρα από τους ρόλους που επωμίζονται οι δύο ηθοποιοί, παρακολουθούμε και την «κρυπτική» σχέση τους επί σκηνής. Είναι, ας πούμε, σαν ένα ζευγάρι που φτιάχνουν ένα χειροποίητο ντοκιμαντέρ, του οποίου παρακολουθούμε την προετοιμασία και το αποτέλεσμα. Μέσα από τα πολλαπλά αυτά στρώματα αλήθειας, αληθοφάνειας και ψευδαίσθησης, αφηγούμαστε έναν πιο προσωπικό Πινόκιο, που προβάλλει όλους τους βασικούς προβληματισμούς του Κολόντι σε σχέση με τη ζωή και τις αξίες.

Εδώ να σημειώσω πως το έργο στην αρχική μορφή του δημοσιευόταν σε συνέχειες σε περιοδικό, σε κεφάλαια πολύ πιο αποσπασματικά και ανερμάτιστα από τη ρέουσα εκδοχή του Ντίσνεϋ μέσα από την οποία έγινε ευρύτερα γνωστός.

Γιατί επέλεξες αυτή την προσέγγιση, τι σου προσφέρει;

Συμπυκνώνει με έναν τρόπο όλα τα παραπάνω. Την αίσθηση του βιβλίου, τη σχέση μου με την ιστορία, τους προσωπικούς και θεατρικούς προβληματισμούς μου. Επίσης, δίνει χώρο. Δοκιμάζοντας διαφορετικούς σκηνικούς κώδικες, αποκτούμε περισσότερο χώρο έκφρασης. Μας δίνει σε όλους την ευκαιρία να δοκιμάσουμε πράγματα διαφορετικά και να ανακαλύψουμε νέα όρια. Γίνεται ένας δημιουργικός τόπος παιχνιδιού.

Ο Χρήστος Καπενής συμπρωταγωνιστεί στον "Πινόκιο" στο Bios
Ο Χρήστος Καπενής συμπρωταγωνιστεί στον "Πινόκιο" στο Bios © Φίλιππος Μαργαλιάς

Ποια τα ζητήματα που θέλεις να αναδείξεις;

Η παράσταση στοχεύει στις διαφορετικές πολλαπλές προσλαμβάνουσες. Ανοίγονται πολλά θέματα, σα μια σειρά ανοιχτών συζητήσεων με το θεατή, ο οποίος στοχεύουμε στο να τις εξελίξει ή ολοκληρώσει μέσα του. Βασικός πυρήνας είναι, όπως προείπα, η έννοια της φθαρτότητας, της θνητότητας –αλλά από την άλλη, ποιο έργο δεν έχει στο επίκεντρό του αυτό το θέμα; Ανοίγει, όμως, σε πολλά κέντρα, που μπορεί να τα αναγνωρίσει διαφορετικά ο καθένας ή να συνδεθεί με διαφορετικά κομμάτια του και να τους δώσει μία τελείως προσωπική ανάγνωση. Είναι ένα έργο που αναζητάει το ξεχωριστό στον άνθρωπο ως είδος αλλά και στον άνθρωπο ως μονάδα. Ως εκ τούτου, στοχεύουμε στην υποκειμενικότητα και την προσωπική ανακάλυψη.

Η παράσταση έχει υπότιτλο Are You The Same Person As You Were When You Were A Child (είσαι το ίδιο πρόσωπο που ήσουν όταν ήσουν παιδί), φράση που αναφέρεται σε ένα άρθρο του Joshua Rothma στον New Yorker. Τι δηλώνει η επιλογή να τη χρησιμοποιήσεις σε σχέση με την παράσταση;

Ο συγκεκριμένος υπότιτλος συνδέεται φυσικά με την αλλαγή του ήρωα από κούκλα σε άνθρωπο, αλλά κυρίως θέτει το πρώτο από τα ερωτήματα που τίθενται στην παράσταση: Πόσο αλλάζουμε μέσα στα χρόνια. Πόσο αφήνουμε τις εμπειρίες να μας προχωρήσουν. Πόσο μένουμε παιδιά και πόσο προδίδουμε την πιο «αθώα» εκδοχή μας. Ίσως με έναν τρόπο προετοιμάζει τον θεατή ως προς την ανάγνωση του έργου. Ότι θα είναι περισσότερες οι ερωτήσεις από τις απαντήσεις.

Ο Γρηγόρης Χατζάκης για τα παραμύθια, την ελευθερία και τα όνειρα

Από την «Αλίκη» στο «Jinx» (που ανεβάσατε με τους Ginger Creepers πάνω στην παραλογή «Του Νεκρού Αδελφού») και τώρα στον Πινόκιο, το θέμα της θνητότητας και του θανάτου φαίνεται να σε απασχολεί ιδιαίτερα. Πώς στέκεσαι απέναντι σ’ αυτά τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα; Γιατί επανέρχονται στη δραματουργία σου;

Ασχολούμαι με την Τέχνη ακριβώς επειδή με αυτό τον τρόπο μπορώ να αναζητήσω και να δομήσω αυτά τα ερωτήματα καλύτερα. Η σχέση μας με την καθημερινότητα, τη ζωή, τη φύση, τον θάνατο, τον Θεό, είναι που μας συνδέει. Ακόμα και να μιλάς με φίλους για καφέ, ποτά, κορίτσια/αγόρια, είναι στην πραγματικότητα η πρόφαση για να μιλήσεις για τα παραπάνω θέματα. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στα έργα αυτά, απλώς δεν υπάρχουν τόσες προφάσεις. Ξεκινάμε με το «πάμε να μιλήσουμε κατευθείαν για αυτά τα θέματα και μετά τα συζητάς με τους φίλους στον καφέ ή το ποτό».

Η Δώρα Παρδάλη στον Πινόκιο
Η Δώρα Παρδάλη στον Πινόκιο © Φίλιππος Μαργαλιάς

Τι σε γοητεύει στα παραμύθια και ασχολείσαι σταθερά μαζί τους; Προτιμάς, μάλιστα, να στέκεσαι στην σκοτεινή τους πλευρά.

Τα παραμύθια προσφέρουν εκπληκτικό έδαφος για έκφραση. Δίνουν χώρο στη φαντασία. Άλλωστε, σ’ αυτό το «άνοιγμα» της φαντασίας βρίσκω τον χώρο όπου νιώθω τη μεγαλύτερη οικειότητα. Παράλληλα, ο θεατής μέσα από τη συνθήκη του παραμυθιού δέχεται φυσικότερα τη φαντασία, οπότε μπορούμε από κει και πέρα να επικοινωνήσουμε αμεσότερα. Όταν ένα παιδί πει σε κάποιον «η κούκλα μου μιλάει», ο ενήλικας θα πει «αυτό δε γίνεται». Όταν, όμως, θα του διαβάσει το παραμύθι, τον Πινόκιο καλή ώρα, θα πει το παιδί «είδες που το λες κι εσύ;». Είναι σα να είμαι αυτό το παιδί, που αν μιλήσω απευθείας για τον Πινόκιο δε χρειάζεται να πείσω τον άλλον ότι όντως η κούκλα μιλάει και περπατάει χωρίς σχοινιά, το δέχεται εκ των προτέρων κι έτσι συμφωνούμε στον τρόπο που θα επικοινωνήσουμε και μπορούμε να κάνουμε μια πιο βαθιά, πιο προσωπική κουβέντα.

Όταν μιλάμε για τη «σκοτεινή πλευρά», δεν πρόκειται απαραίτητα για την πιο «σκληρή πλευρά». Επί της ουσίας μιλάμε για το κομμάτι αυτό που δεν έρχεται εύκολα στο φως, που είναι το πιο βαθύ, προσωπικό, αυτό που σε μια ιστορία, κρύβεται πίσω από τις περιστάσεις που φωτίζει ο συγγραφέας. Και συνήθως αυτά είναι τα κομμάτια που αγγίζουν τα ζητήματα για τα οποία μιλήσαμε. Τα πιο οικουμενικά. Το ότι ο Πινόκιο γίνεται παιδάκι είναι μια μνήμη που έχουμε όλοι, το ότι μπαίνει στη ροή της ιστορίας, με την έννοια της θνητότητας, είναι κάτι που μας αφορά όλους άμεσα σε οποιαδήποτε ηλικία.

«Γιατί ακόμα και χωρίς σχοινιά, μια μαριονέτα είναι πάντα μια μαριονέτα», αναφέρεις στο σκηνοθετικό σου σημείωμα. Νιώθεις ότι είμαστε μαριονέτες και πότε πραγματικά καταφέρνουμε να είμαστε ελεύθεροι;

Ο Πινόκιο ξεχωρίζει από τις άλλες μαριονέτες επειδή μπορεί και κινείται χωρίς σχοινιά. Και οι άλλες μαριονέτες μπορούν να μιλήσουν, ας πούμε, αλλά δεν μπορούν να κινηθούν χωρίς τα σχοινιά. Έτσι, ο Πινόκιο είναι ξεχωριστός επειδή ακριβώς δεν έχει σχοινιά. Στις δεκάδες περιπέτειές του, όμως, έχουμε την αίσθηση πως υπάρχουν κάποια αόρατα σχοινιά που τον οδηγούν. Τα υπόλοιπα πλάσματα, οι παρορμήσεις του, ο ενθουσιασμός του. Όσο και να θέλει να ακολουθήσει τον δρόμο που του υποδεικνύουν ο πατέρας του, ο γρύλος ή η νεράιδα, τελικά στρέφεται προς έναν άλλο δρόμο. Αυτό που τον αλλάζει και τον μεταμορφώνει σε αγόρι είναι η απόφαση να γίνει κύριος του εαυτού του. Να αντιδράσει στη φωνή της αλλαξοδρόμησης.

Ο άνθρωπος ως κοινωνικό πλάσμα είναι φυσικό να ρέπει προς κατευθύνσεις που τον κάνουν πιο αρεστό στον περίγυρό του. Ο άνθρωπος, στο επίκεντρο των κοινωνικών δικτύων και της ριζωμένης καπιταλιστικής αντίληψης, τείνει πλέον να χάσει ακόμα και το ποιος είναι ο δρόμος που αποφεύγει να πάρει. Έχει εξαφανιστεί από το οπτικό του πεδίο και απλώς άγεται και φέρεται σύμφωνα με τις επιταγές της εποχής και των προσλαμβανουσών στην κάθε νέα μεταφόρτωση. Χρειαζόμαστε όλο και περισσότερες αντιστάσεις για να ελαττώσουμε την έλξη των σχοινιών αυτών.

Πραγματικά ελεύθεροι δεν μπορούμε εκ φύσεως να είμαστε πριν τον θάνατο. Μπορούμε, όμως, να είμαστε ουσιαστικά ελεύθεροι όταν οι στόχοι στη ζωή μας είναι καθαροί.

Ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Χατζάκης
Γρηγόρης Χατζάκης © Φίλιππος Μαργαλιάς

Η ελευθερία, η ηθική, η ειλικρίνεια, η αγάπη είναι θέματα που θίγει το έργο του Ιταλού συγγραφέα. Για σένα ποια είναι, αλήθεια, η αξία που ιεραρχείς πιο ψηλά στη ζωή;

Ως προς τους άλλους ανθρώπους βασικές αξίες για μένα, αλλά πιστεύω και συνολικά βασικές αξίες συνύπαρξης, είναι η αγάπη και η ειλικρίνεια. Ως προς εμένα τώρα, η πίστη, η αγάπη και η έκφραση (καλλιτεχνική).

Ο Πινόκιο ήθελε ν’ αποκτήσει δερμάτινο σώμα. Εσύ τι ονειρεύεσαι και πόσο σημαντικά είναι για σένα τα όνειρα –πόσο σε κινητοποιούν οι επιθυμίες σου, σου δείχνουν δρόμους που «κυνηγάς»;

Βλέπω σπάνια όνειρα στον ύπνο και όταν βλέπω συνήθως είναι πολύ βαρετά, όνειρα ρουτίνας. Από την άλλη, το ασυνείδητο είναι σε υπερδιέγερση στον ξύπνιο μου και με οδηγεί αφενός στο να μεταφράζω τον κόσμο σε ένα πιο ανοιχτό πλαίσιο αλλά και να ονειρεύομαι πράγματα διαρκώς. Είτε καλλιτεχνικά είτε για την καθημερινότητά μου. Και συνηθίζω να τα ακολουθώ. Ναι, τα αφήνω να με κινητοποιήσουν, μ’ αρέσει να ρισκάρω με τα όνειρά μου. Δεν ονειρεύομαι κάτι συγκεκριμένο όπως ο Πινόκιο, απλώς επεκτείνω περισσότερο το διαρκές ονειρικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαι.

Η ATHENS VOICE είναι χορηγός επικοινωνίας της παράστασης

Περισσότερες πληροφορίες για τον «Πινόκιο» που παρουσιάζεται στο Bios στον City Guide της ATHENS VOICE

INFO
«Πινόκιο» στο Bios Ελληνικό
Διάρκεια: 90'

<p>Are You The Same Person As You Were When You Were A Child</p>

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γρηγόρης Χατζάκης
  • ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Χρήστος Καπενής, Δώρα Παρδάλη
  • ΘΕΑΤΡΟ: Bios
Δες αναλυτικά

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Forced Entertainment, «Signal to Noise»
Οι Forced Entertainment εκπέμπουν Signal to Noise από την Πειραιώς 260

«Η αγαπημένη του κυρίου Λιν» με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, «50 χρόνια, μια νύχτα» από τον Μάνο Καρατζογιάννη, αφιέρωμα στον Λευτέρη Βογιατζή και άλλες παραστάσεις αυτή την εβδομάδα

"Τραβιάτα" από την ΕΛΣ στο Ηρώδειο
Το καλοκαίρι 2024 σε ΕΛΣ, Μέγαρο, Πειραιά και στα ανοιχτά θέατρα της Αθήνας

«Τραβιάτα», «Κάρμεν» και «Σαρλότ» από την ΕΛΣ, «Τι οφείλουμε στη Δημοκρατία» από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και το Φεστιβάλ Αθηνών, οι «Κουταλιανοί» στο Μέγαρο κ.ά.

Όλοι κοιτούν το σαπούνι. Από αριστερά: Αναστάσης Γεωργούλας, Αρετή Πολυμενίδη, Δημήτρης Λώλης, Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος. © Γιώργος Μάνος
Το Σαπούνι: Μια ωδή στην ελαφρότητα με τον τρόπο των ντανταϊστών

Το έργο του Φρανσίς Πονζ παρουσιάστηκε από τη νεοσύστατη ομάδα Πλατς τον περασμένο χειμώνα στην «Κάμιρος» και ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη πριν λίγες μέρες. Επιστρέφει στην Αθήνα τον χειμώνα.

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.