Από τον Γιώργο Ζαμπέτα στο Happening, τους Magic De Spell και τη Rockarolla. Θυμάται το καλοκαίρι που ξεκίνησαν όλα και μιλά για μια ζωή που κύλησε ολόκληρη μέσα στη μουσική
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Ηλίας Ασλάνογλου: Όχι απλά ένας τραγουδιστής σε μια rock μπάντα
Ηλίας Ασλάνογλου: Συνέντευξη με τον ιδιοκτήτη της δισκογραφικής εταιρίας διανομής Rockarolla και τραγουδιστή - Από τις αναμνήσεις με τον Γιώργο Ζαμπέτα στους Magic De Spell και τους Yeah!
Η κουβέντα μας ξεκινάει με γέλια. Ο Ηλίας Ασλάνογλου θυμάται έναν γνωστό παραγωγό που, κάθε φορά που σήκωνε το τηλέφωνο, άλλαζε τη φωνή του για να ακούγεται πιο επιβλητικός. «Τον παίρνω μια μέρα και μου απαντάει με μια βαριά φωνή: “Παρακαλώ;”. Του λέω “ο Ηλίας ο Ασλάνογλου είμαι”. Και ξαφνικά ακούω με τη γνώριμή του φωνή: “Έλα, αγόρι μου! Τι κάνεις;”. Του λέω “Ρε συ, εσύ είσαι; Δεν σε γνώρισα, πίστευα ότι είχα πάρει λάθος αριθμό”. Και μου απαντάει: “Ηλία, με τη φωνή που έχω, άμα μιλήσω κανονικά δεν θα πάρω ούτε μία δουλειά. Έτσι φοράω ένα προσωπείο...”». Γελάει. Κι ύστερα, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, αρχίζει να ξετυλίγει μια ιστορία που διατρέχει πενήντα χρόνια ελληνικής μουσικής.
—Έχεις υπάρξει τραγουδιστής, άνθρωπος της δισκογραφίας, δισκοπώλης, παραγωγός, διανομέας. Τελικά, τι δουλειά έκανες σε όλη σου τη ζωή;
Δεν ξέρω αν έκανα δουλειά... Εγώ αγαπούσα τη μουσική. Και όταν αγαπάς κάτι, θέλεις να το μοιράζεσαι. Νομίζω αυτό έκανα μια ζωή. Κάποιοι άνθρωποι μου έδωσαν δίσκους, μου άνοιξαν δρόμους, μου έδειξαν πράγματα που δεν ήξερα. Κάποια στιγμή βρέθηκα εγώ στη θέση τους. Να δίνω μουσική στους επόμενους.
—Να πιάσουμε το νήμα από την αρχή. Γεννιέσαι το 1961...
Ναι, το 1961. Και άμα το γυρίσεις ανάποδα, πάλι 1961 βγαίνει! (γέλια) Μεγάλωσα στο Αιγάλεω. Η μητέρα μου, η Τζένη, ήταν από οικογένεια με ρίζες παλιές αθηναϊκές. Η αγαπημένη μου ξαδέλφη και γνωστή εικαστικός Ελένη Μωραΐτη μού είπε σε ανύποπτο χρόνο ότι πρόγονοί μας υπάρχουν στα κιτάπια της Αθήνας από τα μέσα του 17ου αιώνα. Ο πατέρας μου, ο Κοσμάς, ήταν παιδί προσφύγων από την Αττάλεια της Μικράς Ασίας. Οι δικοί του ήρθαν στην Ελλάδα με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, πέρασαν από τη Βέροια και μετά εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, στο Θησείο αρχικά κι έπειτα στους Αμπελόκηπους. Από τη μεριά της μάνας μου, ο παππούς ήταν Πλακιώτης κι από τους πρώτους ταξιτζήδες της Αθήνας. Είχε κτήματα πέριξ του Ερυθρού Σταυρού, αλλά τα πούλησε για να ζήσουν τα οκτώ του παιδιά μέσα στην Κατοχή. Αυτές τις ιστορίες τις άκουγα από μικρός. Δεν καταλαβαίνεις τότε πόσο σε διαμορφώνουν, αλλά μένουν μέσα σου.
—Στην ίδια γειτονιά μεγάλωνε κι ένας άνθρωπος που έμελλε να γίνει θρύλος του ελληνικού τραγουδιού. Για σένα, όμως, ήταν απλώς ο θείος Γιώργος.
Ακριβώς έτσι. Ο Γιώργος Ζαμπέτας ήταν πρώτος ξάδερφος της μητέρας μου. Το σπίτι του ήταν δίπλα στο δικό μας. Κυριολεκτικά δίπλα. Υπήρχε ένας τοίχος ανάμεσα στις δυο αυλές κι εγώ πήδαγα από το μπαλκόνι μας στην ταράτσα της εξωτερικής τουαλέτας τους. Η μάνα μου έτρεχε από πίσω μου γιατί νόμιζε ότι θα σκοτωθώ. Δεν μεγάλωσα με την αίσθηση ότι δίπλα μου ζούσε ένας σπουδαίος δημιουργός. Για μένα ήταν ο μπαρμπα-Γιώργος. Ο άνθρωπος που ερχόταν στις οικογενειακές συγκεντρώσεις, έπαιζε λίγο μπουζούκι το Πάσχα στην αυλή και μετά καθόταν μαζί μας στο τραπέζι. Τα Χριστούγεννα πηγαίναμε να του πούμε τα κάλαντα. Τον ξυπνούσε η γυναίκα του. Σηκωνόταν όπως ήταν, μας έδινε τα λεφτά και μας έλεγε: «Άντε παιδιά, και του χρόνου».
—Πότε κατάλαβες ποιος πραγματικά ήταν ο Ζαμπέτας;
Εγώ κατάλαβα τι σημαίνει Ζαμπέτας αφού πέθανε. Το λέω και το εννοώ. Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ τι είχε προσφέρει στον κόσμο, πόσες ζωές είχε αγγίξει. Και τότε θυμήθηκα και κάτι που κουβαλάω ακόμα σαν βάρος. Όταν είχαμε βγάλει τον πρώτο δίσκο με τους Magic De Spell («A Body In A Snare», 1983), ο Ζαμπέτας είχε ακούσει από τον Μαρτέν Γκεσάρ της Music Box ότι ο ανιψιός του έχει καλή φωνή. Είπε, λοιπόν, στη μάνα μου: «Τζενάρα, κάνε κουβέντα στον Λιάκο να με βρει για να συνεργαστούμε». Η μάνα μου, μου το είπε. Κι εγώ της απάντησα: «Πες στον θείο ότι εγώ είμαι αλλού». Σήμερα θεωρώ ότι ήταν από τις μεγαλύτερες βλακείες που έχω κάνει στη ζωή μου. Όχι γιατί θα άλλαζε η καριέρα μου και τα γούστα μου, αλλά θα είχα συνεργαστεί με τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον ένα και μοναδικό. Τότε δεν είχα καταλάβει ποιος ήταν ο καλλιτέχνης που μου άπλωνε το χέρι. Για μένα ήταν ο θείος μου. Δεν του έδινα το credit που του άξιζε.
—Η μουσική πότε μπαίνει πραγματικά στη ζωή σου;
Το καλοκαίρι του 1973. Ακούω τον Γιάννη Πετρίδη στο Rock Club να παίζει το «Epitaph» των King Crimson και παθαίνω σοκ. Μετά αγοράζω το soundtrack του «Jesus Christ Superstar» και για μήνες πρέπει να το άκουγα δέκα φορές τη μέρα στο φορητό μου κασετόφωνο. Εκεί έγινε το κλικ. Από εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι δεν είχα επιλέξει εγώ τη μουσική. Εκείνη είχε επιλέξει εμένα.
—Οι γονείς σου πώς το αντιμετώπισαν;
Δύσκολα. Ήθελαν ο μοναχογιός τους να γίνει κάτι άλλο. Γιατρός, δικηγόρος, ό,τι ονειρεύονταν τότε οι περισσότεροι γονείς. Με είχαν στείλει στη Γαλλική Σχολή του Πειραιά γιατί ήθελαν να μου δώσουν τις καλύτερες δυνατότητες. Κι εγώ κλεινόμουν στο δωμάτιό μου και άκουγα ροκ. Η μάνα μου είχε φτάσει στο σημείο να μισεί τον Πετρίδη. Τον θεωρούσε κακή επιρροή. Έλεγε ότι αυτός έφταιγε που μπήκα σε όλο αυτό. Και μετά έρχεται ο Ντέιβιντ Μπόουι. Εκεί άλλαξαν όλα. Τον γνώρισα από το «Aladdin Sane». Θυμάμαι ακόμα να κοιτάζω το εξώφυλλο και να λέω: «Παναγία μου, τι είναι αυτός; Από πού κατέβηκε;» Δεν ήταν μόνο η μουσική του. Ήταν ότι άλλαζε συνέχεια. Από το glam στη soul, μετά στο Βερολίνο, μετά αλλού. Δεν επαναλαμβανόταν ποτέ. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο μάθημα που πήρα από εκείνον. Να μη φοβάμαι την αλλαγή. Να μη βαριέμαι να ψάχνω. Να μη μένω ποτέ στο ίδιο σημείο. Αυτό προσπάθησα να κάνω και στη ζωή μου.
—Τον γνώρισες ποτέ;
Ποτέ. Και είναι ίσως το μεγαλύτερο απωθημένο μου. Το 1996 είχε έρθει στην Αθήνα. Παρακαλούσα να αναβάλουμε μια συναυλία με τους Magic De Spell για να πάω να τον δω. Δεν μου έκαναν τη χάρη. Πήγαμε στα Χανιά, εκείνη η συναυλία μας θα μου μείνει αξέχαστη. Αλλά δεν είδα τον Μπόουι ποτέ. Αυτό με πονάει ακόμη.
—Τελειώνεις το σχολείο, περνάς στη Βιομηχανική Πειραιά, αλλά έχω την αίσθηση ότι το πανεπιστήμιο δεν ήταν αυτό που σε καθόρισε.
Όχι. Αν και πέρασα στη Βιομηχανική και πήγα πολύ καλά αρχικά. Παραλίγο να πάρω και υποτροφία. Χρωστάω πολλά στους καθηγητές που είχα στο φροντιστήριο. Αυτοί με έκαναν να αγαπήσω την Ιστορία, τα Μαθηματικά, την Έκθεση. Ήταν οι καθηγητές που δεν είχα μέχρι τότε. Μου άνοιξαν τα μάτια. Κι εγώ μετά βοηθούσα συμμαθητές μου να περάσουν την τάξη. Το έβλεπα σαν ανταπόδοση. Αλλά, αν με ρωτήσεις ποιο ήταν το πραγματικό πανεπιστήμιο για μένα, θα σου πω χωρίς δεύτερη σκέψη: τα δισκάδικα. Στον Πειραιά πήγαινα στον μουσικό οίκο Ζοζέφ του Λάζαρου Τερζιβασιάν. Ήταν μεγάλος μουσικός κι αρχοντάνθρωπος. Στο μαγαζί του είχε κι ένα μικρό χώρο που πουλούσε δίσκους. Από εκεί πήρα μερικούς από τους σημαντικότερους δίσκους της ζωής μου. Το «A Night at the Opera» των Queen, το «Rattus Norvegicus» των Stranglers, Μπράιαν Ίνο… Θυμάμαι να κρατάω δύο δίσκους στα χέρια μου και να μην ξέρω ποιον να πρωτοπάρω. Εκεί έμαθα το punk και κατάλαβα ότι ένας δίσκος μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή.
—Πριν από το Happening προηγήθηκε ένα μικρό πέρασμα από τη Hoover.
Ναι, γιατί ήθελα να βγάζω τα δικά μου λεφτά. Έκανα τα πάντα. Κουβαλούσα ηλεκτρικές σκούπες, τηλεοράσεις, πήγαινα από σπίτι σε σπίτι για επιδείξεις. Έχω πάει μέχρι και στο σπίτι του Κωνσταντίνου Τσάτσου, Προέδρου της Δημοκρατίας, για να επιδείξω μια παρκετέζα στη γυναίκα του. Αλλά μόλις τελείωνα από τη δουλειά, αντί να γυρίσω σπίτι, πήγαινα στο Jazz Rock, που ήταν στα 100 μέτρα από το κατάστημα της Hoover που βρισκόταν στη Χρήστου Λαδά. Εκεί ήταν η πραγματική ζωή μου.
—Εκεί γνωρίζεις ανθρώπους που θα αποδειχθούν καθοριστικοί.
Ακριβώς. Πρώτα απ’ όλους τον Τάκη Κάκο. Δεν ήταν ένας άνθρωπος που απλώς πουλούσε δίσκους. Ήξερε τι άκουγες, σε ρωτούσε τι σου άρεσε και μετά σου έλεγε: «Άκου κι αυτό». Ένας μέντορας που μου πούλησε μερικούς από τους καλύτερους δίσκους που έχω στη συλλογή μου. Μια μέρα, λοιπόν, γυρίζει και μου λέει: «Ρε συ, Ηλία, θες να πιάσεις δουλειά σε δισκάδικο;».
—Κι έτσι βρέθηκες στο Happening.
Έτσι απλά. Ο Τάκης μού λέει: «Πήγαινε. Δεν έχουν ξεκινήσει καλά καλά ακόμα. Θα το φτιάξεις εσύ». Και πραγματικά, από εκεί ξεκίνησαν όλα. Για ένα πολύ μικρό διάστημα, ως «αλλαγή φρουράς», συνεργαστήκαμε εκεί με τον Κώστα, ο οποίος από τότε έγινε φίλος αδερφικός.
—Τι ήταν το Happening; Για όσους δεν το έζησαν, μοιάζει σχεδόν μυθικό.
Ήταν κάτι πολύ περισσότερο από δισκάδικο. Ήταν τόπος συνάντησης για όλες τις μουσικές φυλές. Έμπαινε ο άλλος για να αγοράσει έναν δίσκο και έφευγε έχοντας γνωρίσει συγκροτήματα και καλλιτέχνες που δεν ήξερε ότι υπάρχουν. Δεν υπήρχε ίντερνετ. Δεν υπήρχε streaming. Δεν υπήρχε Shazam. Αν ήθελες να ανακαλύψεις μουσική, έπρεπε να μιλήσεις με ανθρώπους. Κι αυτό κάναμε όλη μέρα. Συζητούσαμε. Βάζαμε δίσκους. Διαφωνούσαμε. Ξαναβάζαμε τον ίδιο δίσκο. Δεν πουλούσαμε απλά δίσκους, δημιουργούσαμε σχέσεις ζωής.
—Ακούγοντάς σε, καταλαβαίνω ότι δεν λειτουργούσες ποτέ ως πωλητής.
Δεν ήμουν ποτέ πωλητής. Αν δεν πίστευα σε έναν δίσκο, δεν υπήρχε περίπτωση να τον προτείνω. Το θυμάμαι ακόμη. Μου λέει κάποια στιγμή ο Κώστας Κερασιώτης: «Ρε Ηλία, γιατί δεν πουλάς αυτό;». Του λέω: «Γιατί είναι μια μαλακία». Μπορεί να μην ήταν η πιο εμπορική απάντηση, αλλά ήταν η αλήθεια. Δεν μπορείς να πείσεις κάποιον για κάτι που ούτε εσύ πιστεύεις.
—Από το Happening πέρασε σχεδόν όλη η μουσική Αθήνα.
Περνούσαν όλοι. Δημοσιογράφοι, μουσικοί, άνθρωποι που αργότερα έγιναν πολύ γνωστοί. Τώρα, κάθε φορά που περνάω από κει και βλέπω απέναντι τα γραφεία της ΑTHENS VOICE, θυμάμαι εκείνα τα χρόνια. Αλλά το ωραίο δεν ήταν μόνο οι γνωστοί. Ήταν οι άγνωστοι. Τα κορίτσια και τα αγόρια που έμπαιναν μέσα και έλεγαν: «Τι άλλο υπάρχει;». Αυτό ήταν η μεγαλύτερη χαρά, να μοιράζομαι τη γνώση και την πληροφορία που είχα αποκτήσει με τον κόσμο που αδημονούσε να μάθει κάτι καινούργιο. Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν βρισκόμαστε με τα παιδιά που τότε περνούσαν τον χρόνο τους στο Happening και μου θυμίζουν ωραίες ιστορίες από κάτι που είχαμε συζητήσει ή από κάποιον δίσκο που τους είχα προτείνει και τον αγάπησαν.
«Το Happening ήταν κάτι πολύ περισσότερο από δισκάδικο. Ήταν τόπος συνάντησης για όλες τις μουσικές φυλές. Αν ήθελες να ανακαλύψεις μουσική, έπρεπε να μιλήσεις με ανθρώπους. Κι αυτό κάναμε όλη μέρα. Δεν πουλούσαμε απλά δίσκους, δημιουργούσαμε σχέσεις ζωής» - Ηλίας Ασλάνογλου
—Υπάρχει μια ιστορία που λες συχνά και μάλλον σε διασκεδάζει ακόμη.
Με τα νησιώτικα του Πάριου; (γελάει) Μπαίνει ένας τύπος και μου λέει: «Μπορείτε να μου δώσετε τα νησιώτικα του Πάριου;». Του εξηγώ ότι μάλλον έχει μπερδέψει το μαγαζί. (Το Happening, από επιλογή, δεν πουλούσε τότε ελληνικό ρεπερτόριο, παρά μόνο ελληνικό ροκ, την ανεξάρτητη σκηνή και τους δίσκους του Χάρρυ Κλυνν.) Και μου απαντάει, εντελώς ψύχραιμα: «Εντάξει. Δώστε μου τότε το “If I Die, I Die” των Virgin Prunes». Αυτά δεν ξεχνιούνται. Καταλάβαινες ότι κάτι άλλαζε. Ότι ο κόσμος άρχιζε να ψάχνει διαφορετικά πράγματα.
—Εκείνη την περίοδο γνωρίζεις και τον άνθρωπο που, όπως λες, σου έδειξε πώς λειτουργεί πραγματικά η εμπορική πλευρά της δισκογραφίας. Τον Δημήτρη Κερασιώτη.
Τεράστιος μέντορας. Ο άνθρωπος που ίδρυσε το Happening κι αυτός που διοργάνωσε αξέχαστες συναυλίες (Ρόρι Γκάλαχερ, Έρικ Κλάπτον κ.λπ.). Με πήρε μαζί του το 1981 στην Αγγλία για να αγοράζουμε δίσκους. Μέχρι τότε αγαπούσα τη μουσική και μάζευα δίσκους, αλλά δεν είχα ιδέα πώς παιζόταν το εμπορικό παιχνίδι. Εκεί κατάλαβα πώς γίνεται η δουλειά. Τον έβλεπα να διαπραγματεύεται με τις εταιρείες. Να παζαρεύει τιμές. Να επιμένει. Να λέει στους Άγγλους «You fucking me, re malaka?». Να γελάνε, να ξανασυζητάνε, να κλείνουν συμφωνίες. Εκεί έμαθα ότι πίσω από κάθε δίσκο υπάρχει μια τεράστια αλυσίδα ανθρώπων. Και τότε άρχισα να νιώθω ότι ίσως αυτό να ήταν τελικά το δικό μου επάγγελμα. Να φέρνω μουσική. Να τη συστήνω. Να ανοίγω πόρτες. Να στήνω γέφυρες.
—Εκείνη την ίδια περίοδο ξεκινά και μια δεύτερη ζωή. Οι Magic De Spell.
Ναι, αλλά δεν το ένιωσα ποτέ σαν δύο διαφορετικές ζωές. Το πρωί ήμουν στο Happening. Το βράδυ ήμουν στη σκηνή. Για μένα ήταν το ίδιο πράγμα. Όσα μάθαινα πίσω από τον πάγκο, τα κουβαλούσα στις συναυλίες. Και όσα ζούσα στις συναυλίες, με έκαναν να ακούω αλλιώς τους δίσκους όταν επέστρεφα στο μαγαζί. Δεν έγινα τραγουδιστής γιατί ήθελα να γίνω σταρ. Ήθελα απλώς να ζω μέσα στη μουσική. Κι αυτό, τελικά, το κατάφερα.
—Παράλληλα με τους Magic De Spell αρχίζει να μεγαλώνει και η άλλη σου διαδρομή. Από το Happening περνάς στην Eros Music και από εκεί στις μεγάλες δισκογραφικές. Ήταν μια φυσική εξέλιξη;
Νομίζω πως ναι. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν μου αρκούσε να ανακαλύπτω μουσική. Ήθελα να συμμετέχω και στη διαδρομή της. Να φέρνω εταιρείες στην Ελλάδα, να κλείνω συμφωνίες, να βοηθάω έναν δίσκο να βρει τον δρόμο του. Στην Eros βρέθηκα δίπλα στον Στέλιο Φωτιάδη. Για μένα είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς που πέρασαν ποτέ από την ελληνική δισκογραφία. Ήξερε τα πάντα για το λαϊκό τραγούδι, αλλά ταυτόχρονα είχε βαθιά γνώση και του ξένου ρεπερτορίου. Αυτό ήταν σπάνιο. Μου έδωσε χώρο. Μου έδειξε εμπιστοσύνη και μου επιβεβαίωσε ότι η δισκογραφία δεν είναι μόνο εμπορικές αποφάσεις. Είναι και ένστικτο αλλά και γούστο.
—Εκεί αρχίζουν και τα συνεχή ταξίδια στο MIDEM, στις Κάννες.
Έχω πάει πάνω από είκοσι πέντε φορές. Το MIDEM ήταν το σημείο όπου μύριζες το μέλλον. Εκεί, αν είχες ένστικτο, καταλάβαινες τι ερχόταν πριν φτάσει στο ευρύ κοινό. Στην αρχή έτρωγα πόρτες – ήταν λογικό. Οι περισσότερες ανεξάρτητες εταιρείες της εποχής είχαν ήδη αντιπροσώπους στην Ελλάδα. Αλλά τότε ξεκινούσε η έκρηξη της ηλεκτρονικής μουσικής. Warp, Ninja Tune, Tresor, Café del Mar… απίστευτες μουσικές από φρέσκους παραγωγούς και djs απ’ όλον τον πλανήτη. Εκεί βρήκαμε χώρο. Και ξαφνικά η Eros είχε στα χέρια της ένα ρεπερτόριο που δεν είχε πάρει χαμπάρι κανείς άλλος.
—Μετά έρχεται η Sony;
Η Sony ήταν άλλο σχολείο. Μεγαλύτερη εταιρεία, άλλες απαιτήσεις, άλλες δυνατότητες. Δεν με ενδιέφερε όμως ποτέ να λειτουργώ σαν λογιστής της μουσικής. Ήθελα να συνεχίσω να φέρνω πράγματα που πίστευα. Έτσι ήρθαν συνεργασίες με labels και καλλιτέχνες που αγαπούσα, από τους Calexico και τους Tindersticks μέχρι τους Thievery Corporation και τον Parov Stelar. Ήθελα η εταιρεία να ανοίγει παράθυρα, όχι μόνο να διαχειρίζεται επιτυχίες.
—Υπάρχει όμως μια ιστορία που μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική. Τη μέρα που φεύγεις από τη Sony Ελλάδας, σε ζητά η Sony Τουρκίας.
Αυτό το ξέρουν μόνο δικοί μου άνθρωποι… Εγώ είχα φύγει από τη Sony τέλος Μαρτίου 2009. Η εταιρεία άλλαζε μοντέλο, ήθελε συνεργάτες με μπλοκάκι. Δεν πίστευα ότι αυτό θα ήταν προς το συμφέρον μου και αποφάσισα να μη δεχθώ την πρόταση συνέχισης της συνεργασίας που μου έγινε. Την επόμενη μέρα (1η Απριλίου, σαν κάποιος να έκανε πλάκα) όμως, χωρίς να ξέρει καν ότι έχω αποχωρήσει, ο φίλος Σαμ Γκιόκτας από τη Sony Τουρκίας ζητάει από τα κεντρικά της Sony στο Λονδίνο να με πάρει μεταγραφή στην Κωνσταντινούπολη για να αναλάβω το ξένο ρεπερτόριο. Όταν μιλήσαμε, μου λέει: «Ηλία, δεν με νοιάζει που δεν ξέρεις τούρκικα ή που δεν γνωρίζεις της άκρες και τα media εδώ. Θα έχεις δίπλα σου 24 στα 7 κάποιον που μιλάει καλά αγγλικά για να μπορείς να συνεννοηθείς. Εγώ εσένα θέλω. Τα υπόλοιπα θα τα μάθεις». Ήταν τεράστια τιμή.
—Γιατί δεν πήγες;
Γιατί υπήρχαν πράγματα πιο σημαντικά. Έχω δύο κόρες που υπεραγαπώ, την Αλεξάνδρα και την Αφροδίτη. Η μάνα μου είχε μείνει μόνη μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Δεν μπορούσα να λείψω δύο ή τρία χρόνια από την Ελλάδα και να μην μπορώ να έρθω ούτε 2 φορές τον μήνα για να δω την οικογένειά μου. Του είπα: «Σαμ, σ’ ευχαριστώ. Με τιμάς. Αλλά δεν μπορώ». Δεν το μετάνιωσα ποτέ. Μεσολαβεί μια δύσκολη περίοδος. Έμεινα περίπου έναν χρόνο χωρίς δουλειά. Ζούσα από τις οικονομίες μου και προσπαθούσα να μη δείχνω στην οικογένειά μου πόσο αγχωμένος ήμουν. Και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν από τη Heaven.
—Εκεί βρέθηκες σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτόν που είχες συνηθίσει.
Πάρα πολύ διαφορετικό. Ήταν τα περισσότερα χρήματα που έχω πάρει ποτέ από τη δισκογραφία. Και ταυτόχρονα η μοναδική δουλειά που κάθε πρωί που πήγαινα έλεγα: «Θεέ μου, τι κάνω εδώ;». Δεν ταίριαζα καθόλου στο ύφος της εταιρείας, αλλά είχα δουλειά για να φέρνω λεφτά σπίτι. Έκανα τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορούσα, ως υπεύθυνος πωλήσεων, αλλά δεν ήταν ο φυσικός μου χώρος.
—Κι όμως, εκεί λες ότι γνώρισες αλλιώς τον Γιώργο Μαζωνάκη.
Ναι, και χαίρομαι που το συζητάμε γιατί πολλοί δεν το ξέρουν. Ένας από τους λόγους που ήθελα να πάει καλά ο Μαζωνάκης ήταν ότι ήταν παιδί από την Αγία Βαρβάρα, από τα μέρη μου στο Σίτυ. Αλλά ο βασικός λόγος ήταν άλλος. Το 2001 είχαμε πάει με τον αγαπητό μου φίλο Σάββα Υσάτη (πρωτοπόρο παραγωγό ηλεκτρονικής μουσικής, με σπουδαίες κυκλοφορίες σε όλον τον κόσμο) σε ένα από τα πρώτα Mad Video Music Awards ως προσκεκλημένοι. Είχαμε μόλις κυκλοφορήσει την «Ωραία μέρα» ως Αλλού κι είχε βγει και το βίντεο. Περιμέναμε να μπούμε μέσα και ακούμε πίσω μας μια μηχανή να φρενάρει. Κατεβαίνει ο Μαζωνάκης. Πιτσιρικάς ακόμα. Έρχεται κατευθείαν πάνω μας και μας λέει: «Ρε παιδιά, εσείς δεν είστε οι Aλλού; Θέλω να σας πω κάτι. Κάθε βράδυ κλείνω το πρόγραμμά μου με την “Ωραία μέρα”. Είναι καταπληκτικό τραγούδι». Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Γυρνάω στον Σάββα και του λέω: «Ρε συ, ξέρεις ποιος είναι αυτός;» «Όχι!» μου απαντάει. «Ρε Σάββα, τέτοιο credit από τη φάρα μου δεν έχω πάρει ποτέ!». Αυτό δεν το ξέχασα και κατάλαβα ότι ο Μαζωνάκης κατά βάθος ήταν ένα απλό παιδί από τα δυτικά προάστια όπως κι εγώ. Και όταν αργότερα βρέθηκα στη Heaven, ήθελα να κάνω ότι καλύτερο για να του ανταποδώσω το credit. Όχι επειδή απλά ήταν ο Μαζωνάκης. Επειδή θυμόμουν τον άνθρωπο. Θυμάμαι ακόμα τον δίσκο με το «Ακόμα σ' αγαπώ». Πίστευα πολύ σε εκείνο το τραγούδι, το είχα αγαπήσει. Αν το είχε παίξει ελληνικό ροκ συγκρότημα θα το είχαν λατρέψει όσοι είναι του ύφους. Πήρα τηλέφωνο τον Γιώργο Γκικοδήμα των O.P.A., συνθέτη και στιχουργό του τραγουδιού, και του είπα: «Ρε συ Γιώργο, τι κομματάρα έγραψες... Μου έδωσες λόγο να μπορώ να πουλήσω αυτόν τον δίσκο». Έτσι λειτουργούσα πάντα. Έπρεπε πρώτα να συγκινήσει εμένα κάτι για να μπορέσω να το υποστηρίξω. Επίσης, αν ο Μαζωνάκης δεν ήταν αυτός που είναι, δεν θα είχε τραγουδήσει ποτέ κι ούτε θα είχα βάλει σε δίσκο του αυτό το κομμάτι, που κανένας άλλος στη Heaven, εκτός από μένα, δεν είχε πιστέψει.
—Από τη Heaven περνάς στη Spicy και στη συνεργασία με τον Φοίβο.
Ο Φοίβος είναι από τους ανθρώπους που θεωρώ ευεργέτες μου. Δεν υπάρχουν πολλοί σαν κι αυτόν. Βλέπει μακριά. Ο κόσμος ξέρει τις επιτυχίες του. Εγώ ξέρω και τον άνθρωπο. Τη λατρεία για τη Heavy Metal που είχε από πιτσιρικάς, όταν ερχόταν και ψώνιζε δίσκους από το Happening. Την αγάπη του για τους Iron Maiden, τους Kiss, τους Motley Crue, τους Twisted Sister και τόσους άλλους. Θυμάμαι όταν η Spicy είχε διοργανώσει συναυλία των Twisted Sister σε ένα μαγαζί στην Ιερά Οδό να μου παίζει στο κινητό του μια ηχογράφηση όπου οι ίδιοι οι Twisted Sister του τραγουδούσαν «Phoebus, Las Vegas!». Έλαμπε και χαιρόταν σαν μικρό παιδί. Αυτός είναι ο Φοίβος για μένα.
—Και μετά έρχεται η Rockarolla.
Ναι. Για πρώτη φορά έπρεπε να αποφασίσω για να κάνω κάτι μόνος μου. Η δισκογραφία αργοπέθαινε, αλλά εγώ αυτό ήξερα να κάνω και προπάντων αυτό αγαπούσα. Και τότε συνέβη κάτι που με συγκίνησε πολύ. Άνθρωποι από το εξωτερικό, με τους οποίους συνεργαζόμουν χρόνια, μου είπαν: «Δεν μας ενδιαφέρει το μέγεθος της εταιρείας. Θέλουμε να συνεργαστούμε μαζί σου». Εκεί κατάλαβα ότι τελικά το πιο σημαντικό κεφάλαιο δεν είναι τα χρήματα. Είναι η εμπιστοσύνη.
«Όταν είσαι είκοσι πέντε χρονών, νομίζεις ότι πρέπει να κατακτήσεις τον κόσμο. Σήμερα ανεβαίνω στη σκηνή για να περάσω καλά» - Ηλίας Ασλάνογλου
Σήμερα, με τους Yeah!, ξανανεβαίνεις στη σκηνή. Τι διαφορετικό έχει αυτή η επιστροφή;
Ότι δεν έχω τίποτα να αποδείξω. Όταν είσαι είκοσι πέντε χρονών, νομίζεις ότι πρέπει να κατακτήσεις τον κόσμο. Σήμερα ανεβαίνω στη σκηνή για να περάσω καλά. Να τραγουδήσω με φίλους. Να χαρώ τη μουσική. Και ξέρεις κάτι; Το απολαμβάνω περισσότερο από ποτέ.
Αν έπρεπε να συνοψίσεις όλη αυτή τη διαδρομή σε μία φράση;
(Σιωπή) Η μουσική είναι μια αλυσίδα ανθρώπων. Κάποιος σου δίνει έναν δίσκο. Εσύ τον ακούς, τον αγαπάς και κάποια στιγμή περνάς αυτήν την αγάπη στον επόμενο. Αυτό προσπάθησα να κάνω σε όλη μου τη ζωή. Αν άφησα κάτι πίσω μου, ελπίζω να είναι αυτό. Η αγάπη για τη μουσική.
Φεύγοντας από το Tiki, σκέφτομαι ότι ο Ηλίας Ασλάνογλου δεν υπήρξε ποτέ απλώς τραγουδιστής, ούτε μόνο άνθρωπος της δισκογραφίας. Ήταν και είναι ένας σπάνιος «μεσολαβητής» της μουσικής: από εκείνους που ανακαλύπτουν έναν ήχο, τον πιστεύουν και τον περνούν στον επόμενο. Ίσως γι’ αυτό, όταν τον ρωτάς τι δουλειά έκανε τελικά στη ζωή του, δυσκολεύεται να απαντήσει. Γιατί, όπως λέει κι ο ίδιος, δεν έκανε απλώς μια δουλειά. Πέρασε μια ζωή μοιράζοντας μουσική.
Δειτε περισσοτερα
Αύγουστος στην Αθήνα με θέατρο- Δείτε τις επιλογές σας
Μια βόλτα στο κέντρο χρειάζεται και μια μικρότερη ή μεγαλύτερη δόση... τέχνης
«Τις Κυκλάδες δεν τις έχω γνωρίσει ακόμη, τις υποψιάζομαι»
Δωρεάν εκδηλώσεις, μουσεία, παραλίες, πεζοπορίες, φαγητό και μοναδικές εμπειρίες στην Αττική
Ο ομότιμος καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας Γιάννος Λώλος και η συνεργάτιδά του, Χριστίνα Μαραμπέα, μας ξεναγούν στο σπήλαιο που ταυτίστηκε με τον τραγικό ποιητή