Μια μεγάλη εξομολόγηση από τον Κλαούντιο Δέσπο στην ATHENS VOICE. Από το πρώτο κλάμα στο Τεπελένι στο νέο του άλμπουμ «10», ο ράπερ μιλάει για τη δύσκολη ζωή και τις προσωπικές του ρίμες
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Άρης Δαβαράκης: Από τον Χατζιδάκι και το Εργοστάσιο μέχρι τα τραγούδια με τη Ρεμπούτσικα
O γνωστός στιχουργός, δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός, Άρης Δαβαράκης αφηγείται τη ζωή του: Από την Αλεξάνδρεια στο Παλλάς, 60 τραγούδια δρόμος
Ο Άρης Δαβαράκης είχε ανέκαθεν μια νηφαλιότητα στην έκφρασή του, που τον έκανε να δείχνει σαν να φορούσε τα μαύρα του γυαλιά ακόμα και μέσα στη νύχτα, όπως όταν «έκανε πόρτα» στο ιστορικό κλαμπ Εργοστάσιο, ή όταν έβγαζε το βραχύβιο αλλά επιδραστικό ασπρόμαυρο περιοδικό Πρόσωπα. Είτε γράφοντας τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» με τον Μάνο Χατζιδάκι είτε συνεργαζόμενος με την Ευανθία Ρεμπούτσικα σε τραγούδια που αγαπήσαμε και θα ακουστούν στις 13 Μαΐου στο Παλλάς, ο Άρης Δαβαράκης έζησε και ζει μια ζωή με ταχύτητα, ενώ παραμένει κουλ ακόμα κι όταν μιλάει για τις μέρες στη φυλακή ή για την περιπέτεια της υγείας του. Είναι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, που μας διηγήθηκε μονορούφι τη ζωή του.
«Τα τραγούδια μας»
Με την Ευανθία Ρεμπούτσικα και με τον Παναγιώτη Καλαντζόπουλο γνωριστήκαμε γύρω στο ’95. Είχαν ένα ωραίο σπίτι στην Αγία Παρασκευή και πηγαίναμε εκεί. Η Φρόσω Ράλλη μάς γνώρισε για να γράψουμε τραγούδια για μια σειρά που έκανε τότε, το «Εσύ αποφασίζεις». Για κάθε επεισόδιο χρειαζόταν ένα καινούργιο τραγούδι. Οπότε πήραμε μπρος με φοβερό ενθουσιασμό και γράφαμε. Εκεί πάνω ήρθε ο Γιώργος Κυβέλος, ο παραγωγός του Κότσιρα, ο οποίος τότε επρόκειτο να βγει. Κι εκείνα τα χρόνια τα πράγματα δεν ήταν όπως τώρα. Οι εταιρείες λέγαν γράψτε, πάρτε προκαταβολές, έχετε έξι μήνες. Ο Γιάννης μάς άρεσε πάρα πολύ, οπότε γράψαμε τον πρώτο δίσκο του, τον «Αθώο ένοχο», που είχε μέσα την «Αλεξάνδρεια» και το «Λέει, λέει, λέει» – ένα χορευτικό, πιο πολύ μπουζουξίδικο, αλλά ποιοτικό, και διάφορα άλλα τραγούδια, τα οποία δεν έγιναν σουξέ, αλλά είναι όμορφα και ακούγονται ακόμα.
Τον δεύτερο δίσκο του ο Γιάννης τον έκανε με την Ευανθία και την Ελένη Ζιώγα κι έκανε τεράστια επιτυχία. Και στον τρίτο δίσκο ξανάρθαν σ’ εμένα, και κάναμε κι έναν ακόμα κι ένα δεύτερο ολόκληρο LP. Μετά, όποτε μας ζητούσαν, από θέατρο, από οτιδήποτε, για να φτιάξουμε ένα τραγούδι, εμείς φωνάζαμε τον Γιάννη. Κάναμε και πολλές άλλες δουλειές μαζί με την Ευανθία: την Άλκηστη Πρωτοψάλτη, τον Γιώργο Περρή, κι είχαμε μαζέψει καμιά εξηνταριά τραγούδια. Κάποια στιγμή λέω στην Ευανθία: «Δεν κάνουμε μια συναυλία τύπου “Τα τραγούδια μας”; Έχουμε εξήντα, θα διαλέξουμε είκοσι πέντε, πόσα χωράει μια παράσταση; Της άρεσε η ιδέα κι έτσι το ξεκινήσαμε. Και θα είμαστε στις 13 Μαΐου στο Παλλάς.
Θα έχουμε guest βέβαια τον Γιάννη Κότσιρα και άλλους καλλιτέχνες, όπως την Εριέττα Μανούρη, που είναι συμπρωταγωνίστρια στην «Αλεξάνδρεια» στο Παλλάς και τραγουδάει πάρα πολύ ωραία, τον Νίκο Μερτζάνο, ήδη γνωστό θεατρικό ηθοποιό και τραγουδιστή, και τον Στέλιος Θεοδώρου, που είναι τραγουδιστής και ηθοποιός και, ας πούμε, χορευτής, μια και είναι ο πιο καινούργιος συνεργάτης της ομάδας του Παπαϊωάννου στα δύο τελευταία έργα. Έτσι, θα πούνε νέοι άνθρωποι τα πιο παλιά μας τραγούδια αλλά και τα καινούργια που έχουμε γράψει για την «Αλεξάνδρεια».
Αποχαιρετώντας την Αλεξάνδρεια
Η Αλεξάνδρεια είναι η γεωγραφική μου πατρίδα. Έφυγα από κει έντεκα χρονών, το ’64. Τότε έγινε η τελική μετακόμιση. Η ζωή εκεί περιστρεφόταν γύρω από τη γιαγιά, τα ξαδέρφια, τους γονείς, το σπίτι. Ήμασταν πολυμελής οικογένεια. Μόνο παππούδες δεν είχαμε. Είχαν πεθάνει όλοι. Αλλά είχαμε τις γιαγιάδες και τα παιδιά, θείους, θείες και όλο αυτό ήταν ένα παιχνίδι ωραίο. Αισθανόμουν λίγο σαν σε παιδική χαρά. Το σπίτι μου είχε έναν ωραίο κήπο, πήγαινα στο σχολείο της ελληνικής κοινότητας, το αντίστοιχο δημόσιο, θα λέγαμε, εδώ, γιατί η μάνα μου δεν ήθελε αυτά τα ιδιωτικά και αγγλικά σχολεία. Ήθελε ν’ ακολουθήσω το ελληνικό πρόγραμμα για να μπορώ να ενταχθώ στο σχολείο εδώ. Όπως κι έγινε. Τελείωσα την πέμπτη δημοτικού στην Αλεξάνδρεια και στην έκτη βρέθηκα εδώ.
Τώρα που έχω μεγαλώσει τους έχω καταλάβει τους γονείς μου. Ήταν δυο νέοι άνθρωποι που παντρεύτηκαν στα είκοσι πέντε - είκοσι έξι τους, ερωτευμένοι, καλομαθημένοι-κακομαθημένοι. Κυρίως ο πατέρας μου, γιατί προερχόταν από οικογένεια με λεφτά, αλλά και η μάνα μου ήταν αστή. Καλοβαλμένη. Δεν ήταν ελίτ όπως ο μπαμπάς. Περάσανε πολύ ωραία μαζί απ’ ό,τι μπορώ να ξέρω. Δεύτερο παιδί δεν ήθελε να κάνει η μάνα μου, γιατί πήρε κιλά. Ήταν πάρα πολύ κοκέτα. Εκ των υστέρων, τα σκέφτομαι καμιά φορά και λέω γιατί δεν έκαναν αυτό ή γιατί έκαναν εκείνο το λάθος ή γιατί δεν φέρνανε λεφτά, και λέω, ρε παιδί μου, είκοσι πέντε χρονών παιδιά ήτανε. Τι μυαλό να ’χουν; Ζητάω λογαριασμό από δύο εικοσιπεντάρηδες; Ολονών οι γονείς υπήρξαν νέοι και απερίσκεπτοι. Και είχαν όλα τα δικαιώματα που κι εμείς τα δώσαμε στη γενιά μας, στον εαυτό μας. Εκείνοι γιατί όχι;
Ένα παράξενο παιδί
Τα καλοκαίρια οι γονείς μου κι εγώ ερχόμασταν για δύο μήνες στην Αθήνα πρώτα και μετά Γλυφάδα, Πόρο, σε τέτοια μέρη. Την Ελλάδα την είχα στο μυαλό μου σαν καλοκαίρι, καλοπέραση, διακοπές και, κυρίως, όχι Αθήνα. Στην Αθήνα ερχόμασταν μόνο για να πάμε κάπου, στους Αγίους Θεοδώρους, ας πούμε. Γι’ αυτό και βαριέμαι πάρα πολύ τον χειμώνα και, με το που σκάει η άνοιξη, χαμογελάω, είμαι «πάμε να κολυμπήσουμε».
Τα χρόνια της εφηβείας μου ήταν πάρα πολύ δύσκολα, διότι οι γονείς μου βρέθηκαν μέσα σε τεράστια οικονομικά προβλήματα και ανέχεια. Δεν κατάφεραν να βγάλουν λεφτά, γιατί εδώ ό,τι είχαν το σπατάλησαν γρήγορα. Δεν ξέρανε να διαχειριστούν τα οικονομικά. Οπότε βρέθηκα σ’ ένα σπίτι μέσα στο οποίο αυτά τα δύο παιδιά άρχισαν να σκοτώνονται μεταξύ τους. Εσύ φταις, όχι εσύ φταις… Κι εγώ είχα ζαλιστεί με όλη αυτή τη φασαρία. Αφού κάποια στιγμή κάτι συμμαθητές μου που ήταν γείτονές μας, ήρθαν και μου είπαν «πάλι δεν μας αφήσατε να κοιμηθούμε χθες το βράδυ». Το θυμάμαι αυτό ως τραύμα. Ρεζίλι. Ε, προσευχόμουν «Θεέ μου, ας χωρίσουν, να έχω δύο σπίτια, να πηγαίνω και στα δύο, να σταματήσει αυτό το κακό».
Καθώς τα οικονομικά προβλήματα γίνονταν όλο και πιο άγρια, άρχισαν να πουλάνε τα πράγματα, τα έπιπλα μέχρι τα ασημικά… τα γνωστά. Και φτάσαμε στο μηδέν. Εγώ αισθανόμουν πολύ περίεργα. Με είχαν βάλει και σε ιδιωτικό σχολείο, στου Μωραΐτη, που τα παιδιά ήταν ευκατάστατα και δεν είχαν προβλήματα τέτοια. Και προσπαθούσα να το παίξω ότι ήμουν σαν κι αυτούς, αλλά δεν έβγαινε πρακτικά.
Ήμουν ένα πολύ παράξενο παιδί, που θύμωνε εύκολα, όχι με τους φίλους μου, αλλά με το περιβάλλον το οικογενειακό ή τους φίλους των γονιών. Ευτυχώς, έκανα πολύ καλούς φίλους. Τον Χρήστο, τη Μανουέλλα, τη Μαριάννα και φυσικά τον Τάσο Μελετόπουλο, με τους οποίους πορευόμαστε μαζί μέσα στα χρόνια. Με τον Τάσο ειδικά έχουμε συνεργαστεί κιόλας, έχουμε κάνει τα πάντα: από τραγούδι μέχρι νάιτ κλαμπ. Αναγκαστικά λοιπόν, πήρα στη ζωή μου και στοιχεία από τη ζωή των παιδιών εκείνου του σχολείου. Θυμάμαι ότι φορούσαμε τα «λακοστάκια». Πηγαίναμε στα πάρτι με blazer. Αλλά συγχρόνως άρχισαν να παίζουν και τα πολιτικά. Όταν ήρθε η χούντα του ’67, ήμουν δεκατεσσάρων. Αυτό, χωρίς να με κάνει αριστερό, αλλά επειδή είχα αυτή την επαναστατικότητα, με επηρέασε. Είχα αρχίσει και φορούσα πατατούκες, στρατιωτικά παντελόνια, το ναυτικό το τζάκετ με τα τέσσερα κουμπιά. Τα αγοράζαμε στο Μοναστηράκι.
Από το «Μεγάλο μας Τσίρκο» στο Πολυτεχνείο
Έτσι βρέθηκα και στο Πολυτεχνείο με τον Τάσο. Πριν, όμως, το καλοκαίρι του ’73, είχα δουλέψει βοηθός σκηνοθέτη στο «Μεγάλο μας τσίρκο». Τεράστια εμπειρία! Είχα γνωρίσει τον Σταύρο Ξαρχάκο στο Παρίσι από τη μητέρα του Τάσου, τη Λίλιαν Μελετοπούλου. Βλέποντάς με να κάνω ένα σωρό πράγματα, γιατί ήμουν ένα πολύ δραστήριο παιδί, με πρότεινε στον Καζάκο. Έτσι, από την Καρέζη, τον Καζάκο, απ’ όλους εκεί, κατάλαβα τι συνέβαινε. Από την άλλη, η φίλη μου η Μανουέλλα Παυλίδου ήταν στο Παρίσι με τη Μελίνα Μερκούρη και είχα κι από κει ενημέρωση. Εγώ τότε πηγαινοερχόμουν στο Παρίσι.
Έκανα δημοσιογραφία και λογοτεχνία στη Σορβόννη, αλλά δεν είμαι καθόλου του ακαδημαϊκού. Οπότε, μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, όταν ξέσπασε το Πολυτεχνείο, πήρα τα πόδια μου και πήγα. Ήμουν περίεργος. Χώθηκα και μέσα, κι αφού έμεινα λίγες ώρες, τηλεφώνησα στον Τάσο και του λέω πρέπει να έρθεις. Δεν ήταν τρομαχτικά, υπήρχε μεγάλος ενθουσιασμός και μια αίσθηση κοινότητας. Υπήρχε αθωότητα. Ο Τάσος ήρθε αμέσως, και μάλιστα, θυμάμαι, ανέβαινε στα δέντρα, μάζευε νεράντζια και τα πέταγε στους αστυνομικούς. Και μ’ αυτό το αθώο πραγματάκι θεωρούσαμε ότι κάτι κάναμε και εμείς. Πανηγύρι επαναστατικότητας, ας πούμε.
Την Παρασκευή το βράδυ, που ήρθε το τανκ, καταλάβαμε ότι το πράγμα χοντραίνει. Θυμάμαι, καθόμασταν σ’ ένα παράθυρο, πέρασε ένα φορείο με έναν χτυπημένο, με αίματα, και μου λέει ο Τάσος: «Είσαι έτοιμος γι’ αυτό;». 21 εγώ, ούτε 18 εκείνος. Μικροί ακόμα. Του λέω «Όχι, δεν είμαι». Μου λέει: «Ωραία, γιατί μου είπαν κάτι παιδιά ότι στην πίσω μεριά έχουν ξηλώσει τα κάγκελα για να μας βγάλουν έξω, να φύγουμε προς Εξάρχεια». Και το κάναμε.
«Κι εσύ χτενίζεσαι»
Παράλληλα, στο Άλσος Παγκρατίου, στο μικρό θεατράκι το καλοκαιρινό, γινόταν το «Κι εσύ χτενίζεσαι»: Φασουλής, Παναγιωτοπούλου και Ελεύθερο Θέατρο, όπως λεγόταν ακόμα τότε η μετέπειτα Ελεύθερη Σκηνή. Εγώ τέλειωνα την πρόβα από το «Μεγάλο μας τσίρκο» κι έτρεχα στο άλλο να χαζέψω. Ήταν πιο κοντά στην ηλικία μου οι ηθοποιοί και κάνανε και επιθεώρηση. Τότε τα γνώρισα τα παιδιά, και τον Σταμάτη βασικά, και δέσαμε. Έτσι λοιπόν, όλα γύριζαν γύρω απ’ αυτό: Πότε θα φύγουν αυτά τα γουρούνια, αυτοί οι γελοίοι, αυτοί οι στρατόκαυλοι, η κυρία Δέσποινα Παπαδοπούλου κι αυτά τα χάλια, να ησυχάσουμε. Ήταν κοινό το αίσθημα αυτό.
Ήταν σαν να δημιουργούσαμε μια νέα γλώσσα. Μεταπολιτευτική, τη γλώσσα του Ελεύθερου Θεάτρου. Σχεδόν μιλούσαμε μ’ αυτά που ακούγαμε στο Ελεύθερο Θέατρο. Είχαμε μάθει διάφορα κόλπα, έναν τρόπο επικοινωνίας και μια “αξάν”, είχαμε μάθει αστεία και ποιους έπρεπε να κοροϊδεύουμε και να είμαστε εναντίον τους: η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ας πούμε, τότε ήταν κόκκινο πανί. Αργότερα, φυσικά, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι. Ήμασταν όλοι στα πόδια της. Ο Σταμάτης μετά ήταν κολλητός της φίλος. Κι εγώ πήγαινα στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Αλλά τότε θεωρούσαμε ότι εμείς είμαστε σπουδαγμένοι και έξυπνοι και διαβασμένοι και άλλης νοοτροπίας.
Τότε πηγαίναμε αργά, μετά τις παραστάσεις, στο Minute, ένα υπόγειο στη Σκουφά. Τρώγαμε μακαρονάδες εκεί, 18 δραχμές, θυμάμαι.
Πηγαίναμε και στη Ράτκα πολύ. Είχε πάνω στο πατάρι, εκεί που τώρα βάζει τα παλτά, ένα μεγάλο κάθισμα γύρω-γύρω κι ένα τραπέζι και εκεί καθόμασταν. Πάλι μακαρονάδες τρώγαμε κι εκεί. Αλλά υπήρχε και το κλάμπινγκ στη ζωή μου. Θυμάμαι που πήγαινα επί χούντας σε ένα κλαμπ στην Πλάκα όπου ήταν DJ η Φαίνη Ξύδη και ήταν πολύ προχωρημένο. Νightlife κανονικό άρχισα να κάνω λίγο αργότερα, εκεί γύρω στα τέλη του ’70, που πηγαίναμε στις Εννέα Μούσες, στην Ακαδημίας.
Ταξίδια, έρωτες, μπάφοι
Εκείνες τις εποχές, ερωτικά ήμουν ημίτρελος. Θεωρούσα ότι μπορούσαμε να κάνουμε ό,τι θέλαμε, ότι αυτό ήταν πάρα πολύ φυσιολογικό. Γι’ αυτό και είχα δώσει μια συνέντευξη στη Μαλβίνα όπου της είχα πει ότι ήμουν ομοφυλόφιλος. Βέβαια, αυτό έγινε λίγο αργότερα, στα είκοσι οχτώ μου. Ε, και το βάλαμε και τίτλο, δεν μας ένοιαζε. Η συνέντευξη είχε γίνει για το Φαντάζιο του Τερζόπουλου, για το τελευταίο τεύχος του, όπου ήταν η Αλέκα Κανελλίδου στο εξώφυλλο κι εγώ σε τετραγωνάκι με τίτλο «Είμαι ομοφυλόφιλος». Ήταν η εποχή που το coming out μόλις άρχιζε, και φυσικά πολύ πριν το AIDS. Στενοχωρήθηκαν κάτι φίλοι των γονιών μου όταν το είδαν. Οι γονείς μου μόλις είχαν φύγει από τη ζωή. Δεν ξέρω αν θα το έκανα αν ζούσε η μάνα μου. Αν και εκείνη ήταν πολύ ανοιχτών απόψεων. Το είχαμε συζητήσει πριν πεθάνει και η στάση της ήταν «καταλαβαίνω».
Τότε άρχιζε και μια τάση ψυχανάλυσης των σχέσεων, κάτι που μπήκε πολύ και στα τραγούδια και στους στίχους. Συγχρόνως έπαιζε και πολύ ποτό, πολύ ξενύχτι, μπάφοι. Δεν θα γίνω Βαρουφάκης τώρα να μην μπορώ να πω ότι πήρα, αν και τον πρώτο μου μπάφο τον ήπια στα 25-26; Μεγάλος. Ήταν την πρώτη φορά που πήγα στη Νέα Υόρκη. Βρήκα φίλους εκεί σ’ ένα σπίτι και με το καλημέρα σας μου πέρασαν ένα γυάλινο, ένα μπονγκ, και μου είπαν «ρούφα». Στο επόμενο πλάνο είμαι καθισμένος σ’ ένα σκαμπό μπροστά στο ψυγείο και το κοιτάζω.
Η Νέα Υόρκη προέκυψε γιατί είχα φίλους, την Ιλέανα Μακρή και τον Παμείνο, που ζούσαν εκεί και μεγάλωναν τα παιδιά τους. Η Λία Μελετοπούλου, η μαμά του Τάσου, ήταν σχεδόν μόνιμη, γιατί δούλευε στο La MaMa, αν θυμάμαι καλά, με την Έλεν Στιούαρτ και είχε ένα διαμερισματάκι κάτω στη Γιουνιβέρσιτι Σκουέαρ. Οπότε, έπρεπε απλώς να μαζεύω λεφτά για το εισιτήριο στην ουσία και για τα λίγα έξοδα εκεί.
Η Μελίνα Μερκούρη και ο Μάνος Χατζιδάκις
Τη Μελίνα τη γνώρισα το ’74 με το που ήρθε από το Παρίσι μαζί με τον Ντασέν. Ήταν πολύ ανοιχτή γυναίκα, είχε πολλή όρεξη να γνωρίζει νέους, να μιλάει, δεν κρατούσε καμία απόσταση. Κοίταζε να βρει και τον τρόπο του άλλου, τη συχνότητά του για να επικοινωνήσει. Με συμπάθησε, οπότε άρχισα κι εγώ να μπαινοβγαίνω στο σπίτι. Η Μελίνα με γνώρισε και στον Χατζιδάκι. Ήμασταν με τον Τάσο στην πλατεία Κολωνακίου κι εκείνη πήγαινε να τον συναντήσει για μια παράσταση που θα γινόταν το καλοκαίρι και δεν έγινε ποτέ. Της είπα πόσο ήθελα να τον γνωρίσω, έτσι, μια μέρα που περνούσαμε με τον Τάσο έξω απ’ του Φλόκα, μας φώναξε η Μελίνα μέσα. Είπε «τα παιδιά είναι φίλοι της Μανουέλλας» και καθίσαμε. Ο Μάνος και η Μελίνα ήταν λίγο σαν από άλλον κόσμο, πάρα πολύ υγιείς, πάρα πολύ «εδώ» και συγχρόνως με πάρα πολύ διαφορετικά μυαλά απ’ όλους τους άλλους.
Μου λέει ο Μάνος «Τι κάνεις;». Λέω «Τα πρωινά δουλεύω στην Κολυμβητική Ομοσπονδία Φιλάθλων, γιατί έχει πεθάνει ο πατέρας μου κι έπρεπε με τη μάνα μου να έχουμε δύο μισθούς, και το απόγευμα πηγαίνω αμισθί στο Βήμα και κάνω μεταφράσεις για να μάθω». Έτσι ήταν τότε. Μου λέει «Κρίμα, ρε παιδί μου. Πάρε αυτά τα τηλέφωνα κι όταν θα διαβάσεις στην Καθημερινή, (μου υπέδειξε μέχρι και την εφημερίδα, για να είναι έγκυρο), ότι αναλαμβάνω ξανά το Τρίτο Πρόγραμμα, πάρε με αμέσως». Έτσι κι έγινε. Πήρα τηλέφωνο, με πήρε η γραμματέας του και με πήγε κατευθείαν στο γραφείο του, και με προσέλαβε την ίδια μέρα. Τώρα αυτά τα πράγματα δεν γίνονται. Να πηγαίνεις τώρα σε έναν Χατζιδάκι, που τον έχεις δει μια φορά πριν από τρεις, τέσσερις μήνες για να δεις μήπως κάτι μπορεί να γίνει, και να σου λέει από αύριο είσαι μαζί μου.
«Μα δεν μπορώ», του λέω. «Πόσα παίρνεις εκεί που είσαι;» «Δεκατέσσερις χιλιάδες».«Δεκαοχτώ εδώ». Χωρίς να έχει κάνει καμιά έρευνα για μένα. Δεν είχε άδικο όμως. Ήμουν καλός στις εκπομπές. Ήταν αλάνθαστος στους ανθρώπους.
Δεν το υπερηφανεύομαι αυτό, αλλά εκείνη την εποχή δεν ήξερα τι θα πει στούντιο. Δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Τελικά όμως έμαθα γρήγορα. Μετά μου έδωσαν να κάνω μια δική μου καθημερινή εκπομπή με την Μαρίκα Τζιραλίδου, τα «Καθημερινά». Μαζί ήταν ο Γιώργος Ευσταθίου και ο Τάσος Μελετόπουλος, που είχε τη μουσική επιμέλεια.
Το ’81 βγήκε το ΠΑΣΟΚ, δεν μπόρεσαν να τα βρουν με τον Χατζιδάκι και φύγαμε, μας διώξανε. Δεν ανανεώθηκαν οι συμβάσεις του και κάποιοι φύγαμε μαζί του. Εν τω μεταξύ, ο Κυριαζίδης και η Αγλαΐα Κρεμέζη με ακούγανε στο ραδιόφωνο. Τους άρεσα και με φώναξαν αμέσως να δουλέψω στον Ταχυδρόμο, πάλι χωρίς εμπειρία εκτός από εκείνα τα απογεύματα στο Βήμα. Εκεί ξεκίνησα με άρθρα. Με έβαζαν κι έκανα το γνωστό «κλόπι ράιτ», που λέγαμε τότε, δηλαδή ένα άρθρο για την Κατρίν Ντενέβ, για παράδειγμα. Λίγο από το Elle, λίγο από μια εφημερίδα, λίγο από αλλού, τα μαζεύεις και κάνεις ένα θέμα.
Βλέποντας όμως ότι το ήθελα κι έγραφα κι ωραία, μου έδωσαν μια μικρή στήλη που λεγόταν «Σφήνες». Εκεί άρχισα τις κακίες και τις εξυπνάδες, που δυστυχώς τώρα βλέπω πόσο ψυχοφθόρες είναι γι’ αυτόν που τις γράφει, αλλά και πόσο, ρε παιδί μου, έχουν πέραση. Ακόμα δυστυχώς. Τότε βέβαια ήταν βασικά χιούμορ. Και υποστηριζόταν κι από ένα κοινωνικό, ας πούμε, σχόλιο. Αυτό που συνέβη μετά με το Κλικ, το ίδιο συνέβη και με τον Ταχυδρόμο τότε: ήταν in. Και παρότι η στήλη μου, τα In & Out, ήταν στην ουσία ένα παιχνίδι, κάποιοι το παίρνανε στα σοβαρά και στενοχωριούνταν. Εμείς με την Αγλαΐα Κρεμέζη το κάναμε μεταξύ σοβαρού και αστείου. Βέβαια, υπήρχαν και κάποιοι άνθρωποι που τους βάζαμε out γιατί δεν τους συμπαθούσαμε ή γιατί είχαν πει πράγματα που δεν μας άρεσαν ή γιατί ήταν παλιοί χουντικοί, ας πούμε – λέω τώρα.
Από τις Μπαλάντες στην Πορνογραφία
Η μουσική συνεργασία με τον Μάνο άρχισε από τους Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας, όπου, με τον Τάσο πάλι, στέλνουμε ένα τραγούδι με την Τάνια Τσανακλίδου. Βλέποντας ότι είχα κάνει τους στίχους, ο Μάνος με πιάνει και μου λέει: «Γράφεις στίχους, βρε;» «Γράφω», του λέω. «Γιατί δεν μου το έχεις πει;» «Γιατί να σας το πω;» «Μήπως γιατί γράφω και εγώ μουσικές;» μου λέει.
Καλά, τα θαύματα βροχή. Την άλλη μέρα μού έφερε μια κασέτα. «Γράψε ό,τι νομίζεις εδώ πάνω, να δούμε τι θα βγει. Το έχεις, μπορείς, μπράβο». Κι αρχίσαμε έτσι. Ούτε καταλάβαινα ότι πρωτοεμφανίζομαι με δίσκο με τον Μάνο Χατζιδάκι. Κάποια μέρα το ξεφούρνισε, ότι οι «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς» θα βγούνε στη Lyra και θα παιχτούν και στον Σκορπιό. Δεν είχα αυτή τη φιλοδοξία. Θα μου πεις τώρα ότι αυτά είναι τύχη. Είναι έμπνευση των ανθρώπων που συναντιούνται και νιώθουν. Έμπνευση κυρίως των μεγαλύτερων, που διακρίνουν κάτι και θέλουν να το προχωρήσουν. Ο Μάνος είχε πολύ καλές σχέσεις με τους νέους γενικότερα. Ασχέτως φύλου. Το λέω επειδή κατατάσσεται κάπου, αλλά, αν δεις τις γυναίκες της ζωής του, δηλαδή τη Μελίνα, τη Φαραντούρη, τη Βούλα Σαββίδου, όλες αυτές με τις οποίες συνεργάστηκε, έδινε την ψυχή του έτσι κι αλλιώς. Ασχέτως ηλικίας, ομορφιάς, φήμης και τα λοιπά. Ήταν η τέχνη τους που τον ενδιέφερε περισσότερο.
Οι «Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς» έγιναν μαζί με την «Πορνογραφία», αλλά κυκλοφόρησαν πρώτες. Στην παράσταση της «Πορνογραφίας» εμπλεκόμουν και στα κείμενα, όχι μόνο στους στίχους. Ο Μάνος είχε αποφασίσει να γράψει, να κάνει θέατρο, να επαναλάβει την «Οδό Ονείρων». Αλλά ήταν πάρα πολύ κουρδισμένος με την περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα – γιατί κι αυτός τσίμπαγε. Ήθελε να του μπει στη μύτη του ΠΑΣΟΚ της Αυριανής. Η «Πορνογραφία», λοιπόν, δεν έγινε μόνο για καλλιτεχνικούς λόγους. Έγινε και για να τους εκνευρίσει. Παρότι έφτασε στο τέλος να είναι ο ίδιος παραγωγός και την πλήρωσε από την τσέπη του, γιατί ήταν αποτυχία εμπορική η παράσταση, δεν τον ένοιαζε. Ήθελε να τους τσαντίσει. Παρ’ όλα αυτά μας έμεινε ένας εξαιρετικός δίσκος και κάποιες πολύ ωραίες στιγμές σε όσους είδαν την παράσταση:
Οι στιγμές με τη Σαπφώ Νοταρά, ο Μίνως Αργυράκης με τις ζωγραφιές του... Κάποτε με τη Μαρίκα Τζιραλίδου, η οποία έπαιζε φυσικά στην παράσταση και ήταν και βοηθός, έπειτα από μια πρόβα, είπαμε ότι δεν είναι σκηνικά αυτά που κάνει ο Αργυράκης, είναι για γκρέμισμα. Και αναλάβαμε την ευθύνη να πάμε στον Χατζιδάκι και να του πούμε ότι πρέπει να βρούμε τον Φωτόπουλο ή κάποιον άλλον να μας κάνει αξιοπρεπή σκηνικά, δεν είναι πράγμα αυτό. Και πήγαμε. «Τι θέλετε, παιδιά;» ρωτάει. Λέω «Κοιτάξτε, κύριε Χατζιδάκι, δεν γίνεται αυτό με τον Αργυράκη».
«Δεν καταλαβαίνω», λέει.
«Υπάρχουν τόσοι σκηνογράφοι» το λέω. «Υπάρχουν οι Φωτόπουλοι. Διαλέξτε τον έναν από τους δύο. Δεν τον θέλουμε τον Αργυράκη με τη Μαρία».
Έμεινε για λίγο σιωπηλός κι έπειτα είπε: «Είναι πολύ φίλος μου». Φερμουάρ εμείς.
Οι νύχτες στο Εργοστάσιο...
Το Εργοστάσιο μπήκε με μεγάλη χαρά στη ζωή μου. Και κουβάλησε ένα σωρό προβλήματα. Εγώ δεν ήμουν club kid τότε. Υπήρχε, βέβαια, η εμπειρία του Τάσου από τη Νέα Υόρκη. Κι εγώ είχα πάει στο Studio 54 και τα είχα δει αυτά. Ο Τάσος με τον αδερφό του, τον Σπύρο, σκέφτηκαν να κάνουν κάτι σαν το Studio 54. Νομίζω, βασικά ο Σπύρος, γιατί ο Τάσος ήταν στο Ναυτικό τότε. Πήγε στη Νέα Υόρκη, βρήκε τον Στιβ Ρουμπέλ, τον ιδιοκτήτη του Studio 54 και πήρε και σχέδια. Και τελικά βρεθήκαμε όλοι εκεί να κάνουμε κάθε βράδυ πάρτι. Αυτό ήταν το θέμα. Εγώ δεν είχα καταλάβει ότι το Εργοστάσιο ήταν επιχείρηση. Κατ’ αρχήν δεν πληρωνόμουν. Θεωρούσα ότι θα έχανα το κέφι μου αν γινόμουν υπάλληλος πορτιέρης.
Εντάξει, είχα τον Ταχυδρόμο, οπότε ήμουν εντάξει. Η πόρτα ήταν στοιχείο του νεοϋορκέζικου κλάμπινγκ. Δεν υπήρχε μέχρι τότε στην Ελλάδα, τουλάχιστον μ’ εκείνη την έννοια. Κι εγώ αντέγραψα αυτό που είδα στο Studio 54. Μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση, παρότι ήμουν με παρέες που μπαινόβγαιναν εκεί εύκολα, όπως η Ιλεάνα και ο Παμείνος, που ήταν φίλοι με τον Ρουμπέλ. Μια φορά που πήγα να μπω μόνος μου, παρακολούθησα τι κάνει: έβγαινε ο Στίβι έξω, ανέβαινε σ’ ένα βαρέλι και τσέκαρε τον κόσμο. Ήρθε, λοιπόν, ένας ταξιτζής κούκλος, με μια γούνα. Την άνοιξε και ήταν γυμνός από μέσα. Τον άφησαν αμέσως να μπει. Θέλανε να γίνεται τζερτζελές.
Έβαζαν τις φάτσες που θέλανε να μπουν και να περάσουν καλά, δεν το έβλεπαν αλλιώς. Δεν ήταν κοινωνικό το θέμα. Βεβαίως, εντάξει, ερχόταν η Λάιζα Μινέλι και όλοι αυτοί, αλλά από κει και πέρα, για να γεμίσει και να γίνει το μπάχαλο, ήθελαν ανθρώπους που βγήκαν για να περάσουν καλά. Αυτό ήταν κι εμένα η αρχή μου. Έβλεπα φάτσες νεαρών ανθρώπων, παιδιών που δεν θα ξόδευαν πολλά, αλλά τους έβλεπες ότι ήταν χαρούμενοι. Έρχονταν και κάποιες εξτρίμ φάτσες αλλά έρχονταν και ταξιτζήδες, που μου έλεγαν «Άφησα το ταξί για να ’ρθω» και τους άφηνα αμέσως να μπουν. Δεν ήταν μόνο για τον «καλό κόσμο», παρότι και αυτοί ήταν εκεί κάθε βράδυ.
Τόσο εμένα όσο και τον Τάσο, μας σφράγισε αυτή η ιστορία. Αν δεν υπήρχε το Εργοστάσιο, μπορεί να ήταν πολύ διαφορετικές οι ζωές μας. Σαν πορτιέρη πολλοί με θυμούνταν για καιρό μετά. Φαίνεται, ενόχλησα και στενοχώρησα ανθρώπους χωρίς να έχω τέτοια πρόθεση, αλλά στη βιασύνη και στο κέφι, με τη βότκα από τη μία, το λιώμα από την άλλη, συμβαίνουν κι αυτά.
...και οι μέρες στη φυλακή
Το Εργοστάσιο ήταν το ’82-’83. Μετά το ξαναδοκίμασε ο Τάσος με τη Χριστίνα την Αλεξίου, τη γυναίκα του, γύρω στο ’88-’89. Και μετά έγινε μια εταιρεία για να το νοικιάζουν σε άλλους. Το 2000 κάτι. Στήθηκαν εκεί το Mercedes, το Camel, μετά πέρασε πια σε κάποια άλλα παιδιά, είχε αλλάξει. Εμείς επί δέκα χρόνια δεν πηγαίναμε, ούτε τον έλεγχο είχαμε ούτε μας ενδιέφερε κιόλας. Περνούσε ο Τάσος κι ο Σπύρος και παίρναν απλώς το μερίδιό τους μία φορά το δίμηνο. Κάποια στιγμή, το 2004 θαρρώ ήταν, έπιασαν έναν τύπο που κοιμόταν στο παγκάκι και είχε ένα γάρο και κόκα μαζί του. Τον ρωτάνε: πού το βρήκες; Είπε «το πήρα από εκεί». Δεν ήρθαν να ψάξουν.
Μετά, τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς, πιάσαν μια παρεΐτσα που έφευγε και είχαν κι αυτοί τσιγάρα και κόκα, κι έτσι μας απήγγειλαν κατηγορίες. Γιατί το κτίριο αυτό ανήκε σε μια εταιρεία που είχε φτιάξει ο Τάσος, η οποία δεν μπορούσε να είναι μονοπρόσωπη. Έπρεπε να υπάρχει και κάποιος σαν συνεταίρος κι εγώ είχα το 1%. Κι έτσι φώναξαν τον Τάσο κι εμένα στον ανακριτή και τον εισαγγελέα. Μας θεώρησαν μεγαλεμπόρους ναρκωτικών κατ’ επανάληψη και ιδιαιτέρως επικίνδυνους και τα λοιπά. Αυτά της ελληνικής δικαιοσύνης που δεν βγάζεις άκρη. Κάναμε καιρό να βγάλουμε άκρη. Κάναμε φυλακή και οι δύο. Εκείνος έναν χρόνο, εγώ έξι μήνες.
Αθωωθήκαμε πανηγυρικά εκ των υστέρων. Πήγαμε και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια. Μας ζήτησαν και συγγνώμη και μας πλήρωσαν κιόλας. Αυτό κυρίως το κάναμε γιατί ο Τάσος έχει και παιδιά και εγγόνια. Εμένα δεν με πειράζει, μεθαύριο θα πεθάνω κιόλας. Αλλά χρειαζόταν να γίνει και έγινε.
Εκεί μέσα κατάλαβα αυτό που πλέον λέω συνέχεια, ότι οι άνθρωποι μέσα στη φυλακή, τουλάχιστον στην πτέρυγα που ήμουν εγώ, και οι άνθρωποι στην πλατεία Κολωνακίου, έχουν το ίδιο ποσοστό κακίας, παρανομίας, βρομιάς, καλοσύνης, ομορφιάς. Το ίδιο είναι.
Θα σου πω τώρα μια τρελή κουβέντα, αλλά έτσι νιώθω. Τελικά ήταν μια γλυκιά εμπειρία η φυλακή. Γιατί μπορεί να μπήκα πανικόβλητος και να είπα θα πεθάνω την πρώτη μέρα. Δεν πέθανα καθόλου. Τη δεύτερη, τρίτη μέρα έπαιζα μπιρίμπα στο απέναντι κελί με ψεύτικα χαρτιά. Εκεί μέσα κατάλαβα αυτό που πλέον λέω συνέχεια, ότι οι άνθρωποι μέσα στη φυλακή, τουλάχιστον στην πτέρυγα που ήμουν εγώ, και οι άνθρωποι στην πλατεία Κολωνακίου, έχουν το ίδιο ποσοστό κακίας, παρανομίας, βρομιάς, καλοσύνης, ομορφιάς. Το ίδιο είναι. Δεν ξέρω γιατί, κάποιοι είναι άτυχοι και μπερδεύουν τη ζωή τους και δεν έχουν τη δυνατότητα να το παλέψουν και βρίσκονται μέσα και άλλοι πίνουν τον καφέ τους έξω. Είχα ένα μικρό παραθυράκι, έτσι σαν σχισμή με ένα κάγκελο και σκαρφάλωνα και κοίταζα έξω κι έλεγα «κάπου εκεί πέρα είναι η πλατεία Κορυδαλλού και οι άνθρωποι κάθονται και πίνουν καφέ. Πω πω να ’μουνα εκεί… Έξι μήνες δεν είναι καθόλου λίγο. Ξημερώνει και βραδιάζει επί έξι μήνες.
Το Άγιον Όρος και τα Πρόσωπα
Από το ’85 είχα αρχίσει να πηγαίνω στο Άγιον Όρος και το συνέχισα για είκοσι χρόνια. Έψαχνα κάτι βαθύτερο, κάτι που να ’χει ουσία, γιατί ήταν πολύ επιφανειακά όλα αυτά που ζούσαμε. Τουλάχιστον τότε υπήρχε πολύ άγχος και πολλά panic attacks και προβλήματα. Πήγα λοιπόν και βρήκα εκεί κάτι το πρωτόγνωρο, αλλούτερο, ανθρώπους που σκέφτονταν εντελώς διαφορετικά. Κι από τότε δεν σταμάτησα να πηγαίνω.
Την ίδια περίοδο ήταν και τα Πρόσωπα στη ζωή μου. Lifestyle καραμπινάτο. Και ήμουν ο ίδιος άνθρωπος. Όπως με ήξερες πάντα κι όπως με ξέρεις. Και στο Όρος δεν ήμουν άλλος άνθρωπος. Πάντα κουβαλούσα τον ίδιο εαυτό. Απλώς προσπαθούσα να τα ισορροπήσω όλα αυτά. Τα «Πρόσωπα» ήταν μια πολύ ωραία φάση, με τον Μπασιάκο στην αρχή. Φυτώριο. Όλοι από εκεί ξεκίνησαν. Αλλά μας βοηθούσαν κιόλας. Ας πούμε, η Λάουρα. Δεν θα το ξεχάσω. Ήταν στη Γυναίκα και έλυνε και έδενε. Τη φοβόταν όλη η αγορά, όλα τα μαγαζιά άκουγαν Λάουρα ντε Νίγκρις και ήταν σαν την Μέριλ Στριπ στο «Ο Διάβολος φοράει Prada». Eίχε έρθει σ’ εμάς, μόνη της, να μας προσφέρει δουλειές. Απ’ όποια διαφήμιση έπαιρνε για τη Γυναίκα, έπαιρνε και μια μαυρόασπρη για τα Πρόσωπα. Μας είχε βάλει στην αγορά. Δεν την ένοιαζε καθόλου. Ήθελε να το κάνει. Δεν ξέρω αν σήμερα θα γινόταν αυτό.
Τα Πρόσωπα κράτησαν έναν χρόνο. Δώδεκα τεύχη. Μετά καταρρεύσαμε οικονομικά και πρακτικά και έναν χρόνο αργότερα το ξανακάναμε, πάλι με τον Τάσο, αλλά χρωματιστό αυτή τη φορά. Δεν ήταν το ίδιο πράγμα, ούτε κόστιζε τόσο πολύ. Είχε βγει εν τω μεταξύ και το Κλικ, που ήταν αποτέλεσμα του team των Προσώπων. Κούλας, Ερσίλια Μπαχάουερ, Νικάκης, Νένες, Παυριανός. Γινόταν χαμός από ταλέντο και ζωντάνια.
Γράφοντας τη ζωή σε στίχους
Τότε είχα αρχίσει να γράφω βιβλία και να προσπαθώ να γίνω στιχουργός. Έγινα εκ των υστέρων, αλλά η καρδούλα μου το ξέρει. Γιατί, με όλα αυτά, δεν κεφαλαιοποίησα αμέσως τον Χατζιδάκι. Προσπαθούσα να γυρίσω πίσω στα τραγούδια. Δεν ήταν εύκολο.
Και η υγεία μου καταστράφηκε κάποια στιγμή ξεκινώντας από το πάγκρεας, από το πολύ ποτό. Νόμιζα ότι δεν ήμουν αλκοολικός, γιατί έπινα μόνο όταν έβγαινα, στο σπίτι μου δεν είχα ποτά. Ποτέ δεν είχα κάτσει να πιω ένα ουίσκι μόνος μου. Αλλά ήμουν κάθε βράδυ έξω, μη σου πω και κάθε μεσημέρι. Έπινα πάρα πολύ. Ώσπου κάποια στιγμή δεν άντεξε το σώμα, με έστειλε κανονικά για τρεισήμισι μήνες στον Ευαγγελισμό. Το χειρουργείο ήτανε σκληρό. Με άνοιξαν από πάνω μέχρι κάτω. Το σώμα για το οποίο περηφανεύεσαι στα τριάντα πέντε σου, τόσο ήμουν τότε, με τους κοιλιακούς σου και τα λοιπά, ανοίχτηκε κι έγινε ένα κουρέλι. Έφτασα σαράντα επτά κιλά. Τα πήρα τα μαθήματά μου, αλλά μετά τα ξέχασα πάλι. Ξανά ήπια, ξανά έπαθα, ξανά ήπια, ξανά έπαθα. Ε, και την τρίτη φορά, πριν από είκοσι κάτι χρόνια, κατάλαβα τη δουλειά από την πρώτη σταγόνα: ήμουν αλκοολικός χωρίς να το ξέρω. Τώρα το λέω. Τότε, αν μου το έλεγες, θα σου έλεγα ότι είσαι ηλίθιος. Αλλά έτσι είναι οι αλκοολικοί. Λένε «Δεν είμαι αλκοολικός εγώ, εσείς είστε αλκοολικοί. Εγώ απλώς πίνω».
Όταν άνοιξε (κι έκλεισε) μια Portal
Πολιτικά είχα φιλοδυτική στάση ανέκαθεν, από την Αλεξάνδρεια αυτό. Όταν ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας, εγώ ήμουν στο Protagon και περνούσα πάρα πολύ ωραία, με μια πολύ ωραία παρέα, με τον Σταύρο Θεοδωράκη φυσικά επικεφαλής, αλλά όλοι ήταν ένας και ένας εκεί. Εκείνη την εποχή πήγα κι έγραψα ένα κειμενάκι, γιατί αντιπαθούσα πια πάρα πολύ εκείνη την κυβέρνηση, τη Σαμαροβενιζέλειο που λέγαμε, και όλη εκείνη την ομήγυρη με τις οικογένειες που γίνονται ο ένας μετά τον άλλο υπουργοί – αυτά τα ονόματα τα γνωστά.
Είδα λοιπόν τότε μια φωτογραφία με τον Αλαβάνο και τον Τσίπρα, συμπαθής κι αυτός, παιδί, νέος ακόμα κι έγραψα ένα κείμενο όπου έλεγα: «Μήπως αυτός; Κάποιος που μπορεί να μας γλιτώσει απ’ όλο αυτό το τρελοκομείο, που να μην έχει καμία σχέση με όλους αυτούς, τις παλιές οικογένειες» και τα λοιπά. Τέλος πάντων, «φτου να μην τον ματιάξω» – έτσι τελείωνε το κείμενο. Ε, την άλλη μέρα χτύπησε το κινητό μου και ήταν ο Τσίπρας και μου είπε «Κανένας δεν με έχει φτύσει όπως με έχεις φτύσει εσύ. Είναι υπέροχο» και «Πότε θα φάμε;». Και φάγαμε. Και μου πρότειναν να κάνω κάτι σαν το Τρίτο Πρόγραμμα σε site. «Τρίτο Πρόγραμμα χωρίς Χατζιδάκι δεν γίνεται», τους είπα, «αλλά θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Θα είναι κάτι ωραίο». Αλλά τους είπα από την αρχή ότι θα έχει όλες τις απόψεις.
Δεν ίσχυσε αυτό, γιατί οι «άλλες απόψεις» δεν έρχονταν να γράψουν, πόσο μάλλον αμισθί, γιατί δεν είχαμε και μπάτζετ στο Ρortal. Έμεινε λίγο περιθωριακό. Και δεν με διασκέδαζε σαν δουλειά. Με κούραζε. Γι’ αυτό είχα μεγάλο παράπονο μετά, που είπα σε μια δημοσιογράφο ότι έπαιρνα ένα χιλιάρικο κι αυτή αποφάσισε ότι το έπαιρνα μαύρο και το έκανε θέμα. Κάποια στιγμή, όταν ήρθε η ώρα του δημοψηφίσματος, αναγκάστηκα να γράψω ένα κείμενο που έλεγε εγώ θα ψηφίσω «Ναι» γιατί είμαι φιλοευρωπαίος και δεν υπήρχε περίπτωση να ψηφίσω «Όχι». Και ξαφνικά κόπηκαν όλα τα τηλέφωνα. Κάθε επαφή. Δεν μίλησα ποτέ μαζί τους, και μέχρι τώρα δεν έχουμε ξαναμιλήσει ποτέ. Και το χιλιάρικο αυτό δεν το ξαναπήρα ποτέ. Αποφάσισαν κάποιοι ότι το έπαιρνα μαύρο, κι εγώ δούλευα οχτάωρα, δεκάωρα μόνος μου. Τέλος πάντων, ναι, έγινε και αυτό. Κι αυτό μια εμπειρία ήταν.
«Τώρα πια είμαι στους στίχους και στη σύνταξη».
Μ' αρέσει πάρα πολύ να συνεργάζομαι με νέους, γιατί δεν βαριούνται και, κυρίως, δεν έχουν ύφος. Βαριέμαι πάρα πολύ αυτούς τους συνομήλικούς μου που νομίζουν ότι είναι εμπνευσμένοι, ότι έχουν αναβαθμίσει το ελληνικό τραγούδι, είτε είναι στιχουργοί είτε είναι συνθέτες, ότι έχουν συνεισφέρει στον πολιτισμό της χώρας. Αναζητάω τους νέους που έχουν όρεξη να τραγουδήσουν.
Είμαι πολύ ευτυχισμένος τελευταία. Δεν ξέρω τι έχω πάθει. Λέω δόξα τω Θεώ, είμαι πολύ ευγνώμων. Αισθάνομαι ότι όλη αυτή η περιπέτεια είναι η ζωή. Και καταλαβαίνω ότι δεν μένει και πάρα πολύ ακόμα. Εβδομήντα τριών.
Δειτε περισσοτερα
Μια διαδρομή μέσα στο τραγούδι, τη νύχτα και τη δημοσιογραφία
Ο Χρήστος ∆αράβαλης σπουδάζει Ιατρική, αγάπησε τη σύνθεση του Σταμάτη Κραουνάκη και ζει για το μέλλον
Λίγο πριν ολοκληρώσει τη νέα της, «αδιανόητα αναλογική» ταινία, μιλάει χωρίς περιστροφές για τον κινηματογράφο και τη ζωή
Επέστρεψε με το νέο της βιβλίο «Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης», κάνει την τελειωμένη μάνα στον «Σωσμένο» του Βασίλη Μπισμπίκη και ετοιμάζεται για «ταραχή» με τον Λευτέρη Πανταζή στις «Βάκχες»
Η φωτογράφος μιλά στην ATHENS VOICE για την έκθεσή της στην iFocus Photo Gallery