Η πόλη βγαίνει στις πλατείες, στις ταράτσες και τους συναυλιακούς χώρους
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Αλέξης Κυριτσόπουλος: Γράμμα «σχεδόν» αποχαιρετισμού στον φίλο μου Διονύση
Το μεγάλο αφιέρωμα της ATHENS VOICE στον Διονύση Σαββόπουλο
Διονύση μου,
Σήμερα θέλω να σου πω λόγια τεράστια. Σαν τον Λευκό Πύργο, σαν τον Πύργο του Άιφελ, σαν τον Όλυμπο. Ατενίζω τον θεσσαλικό κάμπο και ανάμεσα από φλόγες ξεπροβάλλει ένα φορτηγό. Και τι βλέπω; Ένας νέος βγαίνει, πηδάει τις φωτιές του Αϊ-Γιαννιού κι έρχεται καταπάνω μου.
Όμως δεν ξέρω λόγια μεγάλα να (σου) πω. Μόνο παραμύθια ξέρω.
Μόνο παραμύθια...
Μια φορά, λοιπόν, κι έναν καιρό, ήρθες στην Αθήνα με 2-3 τραγουδάκια. Χάριν ευκολίας θα τα λέμε παιδάκια. Τη Συννεφούλα, τον Ήλιο και την Αγάπη.
Εγώ, από τη μεριά μου, έκανα πολλά παιδάκια-σκιτσάκια, που δεν χώραγαν στο δωμάτιο και μερικές φορές τα ’δινα σε ορφανοτροφεία, δηλαδή σε εφημερίδες και περιοδικά.
Μ’ άρεσαν τα παιδάκια σου, που τα έφερνες στο σπίτι της μαμάς μου, όπου έμενα τότε, και τα άφηνες να παίξουν τρώγοντας κανένα φαγάκι. Μια φορά μάλιστα τα έκανες μπάνιο∙ ήταν τόσο άπλυτα, που βούλωσε η μπανιέρα. Μια μέρα, ένα παιδάκι μου σού έμοιαξε και μου το ζήτησες να το πάρεις να σε ζεσταίνει. Να το κάνεις κουβέρτα, μικρό παιδί!
Κάπως έτσι άρχισαν όλα.
Τα παιδιά παίξαν. Τα πηγαίναμε στο ζωολογικό πάρκο, στο Λούνα Παρκ, στον Εθνικό Κήπο. Εμείς καθόμαστε για καφέ στου Floca ή στο Dolce. Τα βράδια μερικές φορές ξαγρυπνούσα γιατί τα παιδιά θέλαν τα παραμύθια σου για να κοιμηθούν. Ούτε συ κοιμόσουν, γιατί τα δικά σου ήταν πιο ζωηρά∙ τρέχαν με 4 άλογα στα μαλλιά και σ’ έτρεχαν νυχτιάτικα σ’ ένα τσίρκο ηλεκτρικό εκεί πιο κάτω, Ηπείρου και Αχαρνών. Τα παιδιά μεγαλώνουν. Κάποια δικά σου χάθηκαν στο στοιχειωμένο δάσος, στου δράκου το πηγάδι. Κι εσύ τα ’ψαχνες σε λιμάνια με λαθρεμπόρους πειρατές, στη Μαύρη Θάλασσα.
Πήρα κι εγώ των ομματιών μου και τα πήγα στα ξένα να μάθουν γράμματα.
Όμως η νοσταλγία μάς έτρωγε και χωρίς πολλά πολλά γυρίσαμε. Θέλαμε τα παιδιά μας να γνωρίσουν τον Καραγκιόζη, τον Αριστοφάνη, τον Θεόφιλο, τον Εγγονόπουλο.
Εσύ πρόλαβες να γνωρίσεις τους ποιητές στη Σαλονίκη.
Τελικά τα παιδιά σου ήταν άτακτα∙ σαν και τα δικά μου. Τους άρεσε όμως ο Παπαδιαμάντης, ο Γκάτσος, ο Μπρασένς κι ο Μπομπ Ντίλαν. Οι Αδελφοί Μαρξ κι οι Μόντι Πάιθον. Αλλά και ο Φελίνι. Αγαπούσαν τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα.
Μια φορά διάβασα κάτι και σε σκέφτηκα: Ήταν, λέει, σε ένα θέατρο βαριετέ που έπιασε φωτιά στα παρασκήνια. Έπρεπε, λοιπόν, κάποιος να ειδοποιήσει το κοινό με τρόπο κάπως αστείο και χαριτωμένο, ώστε να φύγουν ήσυχα με ψυχραιμία.
Είπαν στον κλόουν να το αναγγείλει.
Ο κόσμος γελούσε, ο κλόουν επέμενε κι αυτοί χα χα τα γέλια, κάηκαν όλοι.
Όμως δεν είναι μόνο γέλια η ζωή. Μαύρα σύννεφα σκοτείνιασαν τον τόπο μας. Φάγαμε βρόμικο ψωμί. Περάσαμε λυπημένες πολιτείες.
Πού ακούστηκε ο Άλκης να πεθαίνει; Πού είναι ο Κωστής, ο Χρήστος, ο Κοσμάς, ο Κυριάκος, η Ηρώ, ο Κωνσταντίνος; Ας είναι…
Πώς να το κάνεις, ό,τι και να κάνεις, τα παιδιά παίρνουν τον δρόμο τους. Ευτυχώς για μας, πολλά δικά μας ταίριαξαν∙ έτσι γίναμε και συμπέθεροι. Έτσι δεν χαθήκαμε μες στη βιοπάλη με καινούργια παιδιά: τον Κορνήλιο και τον Ρωμανό εσύ, τη Ζωή και την Αναστασία εγώ.
Πάμε και καμιά εκδρομή (εμείς του ’60 οι εκδρομείς) και θυμόμαστε τα παλιά.
Μου ’λεγες για κείνο το Φορτηγό –που περιμένεις πάντα να ξανάρθει–, κι εγώ ζωγραφίζω τα όνειρα, τα οράματα και τους χορούς μας – στα παγκάκια όπου κοιμόσουν όταν πρωτοήρθες στην Αθήνα.
Πού ’ν’ το επιτέλους αυτό το φορτηγό, Διονύση μου, να φέρει εκείνο το παιδί που ψάχνει μέσα από το τζάμι του φορτηγού να σε βρει; Αν δε φανεί, δεν το κουνάω από δω. Δεν έχει τέλος αυτό το παραμύθι. Δεν έχει τέλος αυτό το πανηγύρι.
Δεν έφυγες. Μη φεύγεις.
Δεν μπορώ να σε αποχωριστώ.
Δεν μπορώ να σε αποχαιρετήσω.
Κι ας μη μας μιλάς.
Έχεις πει τόσο πολλά. Έχεις τραγουδήσει τόσο πολλά. Τώρα;
Τώρα τα όργανα μια στιγμή σιωπούν. Ένα λεπτό όρθιοι. Σιωπή.
Και τη σιωπή την έχεις τραγουδήσει.
Τι τρέχει;
Ο Δικαιόπολις νίκησε.
Ο Νιόνιος νίκησε.
Βάλτε τα όργανα
Να παίξει η μπάντα.
Φέρτε τα παιδιά μας
Και τ’ άλλα μας τα παιδιά
Και τα εγγόνια.
Ελάτε, φίλοι και φίλες
Ο Σαββόπουλος τραγουδά.
Α.Κ. 21/10/2025
Δειτε περισσοτερα
Το ξενοδοχείο 28 δωματίων που σχεδίασε ο Φίλιπ Σταρκ στο Cap Ferret, το κομψό και διακριτικό καταφύγιο των εύπορων και διάσημων Γάλλων, αποτελεί μια όαση ηρεμίας που ατενίζει τον Ατλαντικό.
Ο πρωτοπόρος της ελληνικής ροκ, που έφερε τον «ηλεκτρισμό» στα μουσικά πράγματα της χώρας, μιλάει στην ATHENS VOICE
Τα Επιδαύρια άνοιξαν φέτος με μια μοναδική παράσταση από την Εθνική Λυρική Σκηνή, την αναβίωση της σκηνοθεσίας του Αλέξη Μινωτή με τη Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο
Στα 39 του χρόνια, αψηφά τη βιολογία, καταρρίπτει το ιστορικό ρεκόρ σκοραρίσματος στα Μουντιάλ και μετατρέπει το Παγκόσμιο Κύπελλο 2026 σε προσωπικό του έπος.
Ζήσε την εμπειρία, μάθε την ιστορία της γης που πατάς, νιώσε τη Θεσσαλονίκη των αιώνων