- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Τι είναι το κατράμι του Δίστρατου που αποτελεί Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά
Το επάγγελμα των κατρανάδων και οι ρίζες του στην αρχαιότητα
Οι κατρανάδες ήταν το κατ' εξοχήν επάγγελμα των Βλάχων του Διστράτου που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.000 μέτρων στους πρόποδες του Σμόλικα και της Βασιλίτσας
«Αιώνιο μνημόσυνο στους προγόνους τους κατρανάδες», χαρακτηρίζουν στο Δίστρατο της Κόνιτσας, την εγγραφή στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, της παραδοσιακής τεχνικής παραγωγής κατραμιού ή κατρανιού, που αναδείχθηκε ως επάγγελμα, εξασφάλιζε τα προς το ζην και έδωσε ταυτότητα, στην ορεινή κτηνοτροφική περιοχή τους.
Το κατράμι ή κατράνι, είναι ένα παχύρευστο, κολλώδες, ελαιώδες μαύρο υγρό. Έχει έντονη οσμή. Για την παραγωγή του, απαιτείται καύση του δαδιού, με ειδικό τρόπο. Το δαδί πρέπει να είναι από γέρικα ρητινούχα πεύκα. Οι κατρανάδες ήταν το κατ' εξοχήν επάγγελμα των Βλάχων του Διστράτου που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.000 μέτρων στους πρόποδες του Σμόλικα και της Βασιλίτσας. Μέχρι πριν από πολλά χρόνια, ειδικά στην ορεινή ελληνική περιφέρεια, σε κτηνοτροφικές περιοχές στην Πίνδο και στον Όλυμπο, ήταν ένα χρήσιμο προϊόν για την καθημερινότητα.
Σήμερα, τα κατρανάδικα στο Δίστρατο δεν καπνίζουν. Κάποιοι ελάχιστοι παράγουν το μαύρο υγρό, από μεράκι. Ο 86χρονος Ιωάννης Ζήσης στο Δίστρατο της Κόνιτσας, είναι ο τελευταίος κατρανάς, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε. Όμως, οι γνώσεις του, είναι πολύτιμες για τους νεότερους που ασχολούνται ερασιτεχνικά, γιατί αν και ακολούθησαν άλλες επιλογές στην ζωή τους, δεν ξέχασαν ποτέ, πώς μεγάλωσαν, πώς στηρίχτηκε η οικογένεια τους. Στο τέλος του Μαΐου, για ακόμη μία φορά, θα παράγει κατράνι, ο πρώην κοινοτάρχης Διστράτου Κώστας Παγανιάς. Είναι ένα ταξίδι στο παρελθόν οι πληροφορίες που με ενθουσιασμό δίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για την τέχνη που γέννησε η ιδιαιτερότητα της περιοχής.
«Το κατράνι, αποτελεί πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής μας, που ήταν γεμάτη κατρανάδικα ή κατρανοκάμινα. Οι Διστρατιώτες μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, ήταν αποκλειστικοί παραγωγοί και έμποροι του κατραμιού», επισημαίνει.
Το επάγγελμα είχε μυστικά
Ερασιτέχνης ο Κώστας Παγανιάς, αλλά με γνώσεις από την οικογένεια του, περιγράφει παραστατικά τη διαδικασία: «Η παραγωγή του κατρανιού ήταν κοπιαστική. Γινόταν με τα χέρια και απαιτούσε γνώσεις. Ο έμπειρος κατρανάς, με μια ματιά μπορούσε να καταλάβει ποιο πεύκο είχε δαδί. Δεν είναι κατάλληλα όλα τα πεύκα που υπάρχουν στο δάσος, ενώ απαιτούνται ειδικές συνθήκες για την παραγωγή. Πρώτα έκανε την επιλογή. Στη συνέχεια έκοβε το δένδρο και αφαιρούσε το δαδί. Με τσεκούρι το έσχιζε σε κομμάτια μήκους 1,5 μέτρου και τα μετέφερε με τα ζώα κοντά στο κατρανάδικο.
Συνολικά χρειάζονταν 3-4 τόνοι καλής ποιότητας δαδιού, πλούσιου σε ρητίνη, προκειμένου να παραχθεί ικανή ποσότητα προϊόντος για να καλυφθεί το κόστος και να έχει συμφέρον η δουλειά. Κοντά στο σημείο όπου είχαν συγκεντρώσει τα δαδιά, άνοιγαν μια ειδική στο έδαφος γούρνα 50 εκατοστών βάθους και διαμέτρου 2 μέτρων, σε επικλινές έδαφος. Τα τοιχώματα της γούρνας κάλυπταν με ειδική λάσπη, ώστε το προϊόν να μην απορροφάται από το χώμα, αλλά να ρέει. Εκεί μέσα τοποθετούσαν επιμελώς τα δαδιά σε σχήμα κώνου. Στη συνέχεια, τα σκέπαζαν με φτέρη και στρώμα χώματος, έτσι ώστε η καύση να είναι ατελής, με ελάχιστη ποσότητα οξυγόνου και διαρκούσε 15 ημέρες. Γι' αυτό ο κατρανάς, μέρα νύχτα έπρεπε να είναι παρών, να επιτηρεί συνεχώς τη διαδικασία της καύσης.
Μέσω ειδικού ξύλινου σωλήνα, που είχε τοποθετηθεί στη βάση της γούρνας, το κατράνι διοχετεύονταν στη δεξαμενή συγκέντρωσης. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, το κατράνι αποθηκευόταν σε ασκιά από δέρμα κατσικιών. Ο κατρανάς φόρτωνε το προϊόν σε ζώα, συνήθως μουλάρια και άρχιζε το μεγάλο ταξίδι στην ενδοχώρα και στα Βαλκάνια για την πώλησή του. Αγοραστές ήταν οι κτηνοτρόφοι. Το χρησιμοποιούσαν για τη επούλωση και τη θεραπεία των πληγών στα ζώα τους.
Ήταν αποτελεσματικό στην απώθηση των εντόμων, που αποτελούσαν τους κατ΄ εξοχήν φορείς μετάδοσης διαφόρων ασθενειών. Μάλιστα θεωρεί, πως η επάλειψη των ζώων με κατράνι απωθεί τα κουνούπια και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σήμερα, για την πρόληψη του καταρροϊκού πυρετού. Οι κτηνοτρόφοι καθώς και άλλοι άνθρωποι, το χρησιμοποιούσαν για απολύμανση, επούλωση πληγών και για δερματικές παθήσεις». Μία κατηγορία αγοραστών ήταν επίσης, οι κατασκευαστές πλοίων και άλλων ενάλιων κατασκευών. Το κατράνι, όπως εξηγεί ο κ. Παγανιάς, αποτελεί ισχυρό αδιάβροχο, λιπαντικό και στεγανοποιητικό μέσο και συνεχίζει:
«Σημαντικοί επίσης πελάτες, ήταν οι φαρμακευτικές εταιρείες που το χρησιμοποιούσαν για κατασκευή φαρμάκων και αλοιφών κατάλληλων για την καταπολέμηση δερματικών παθήσεων, εκζεμάτων, ψωριάσεων, μυκητιάσεων καθώς και τη θεραπεία κάθε είδους πληγών και τραυματισμών».
Aναφορές στο κατράνι συναντάμε και κατά την αρχαιότητα. Ο Ιπποκράτης το χρησιμοποιούσε ως φάρμακο. Ήταν χρήσιμο, ως μονωτικό στα ξύλινα σκάφη. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, ήταν γνωστό από την εποχή του Σιδήρου στη Σκανδιναβία.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η φορεσιά αποτελούνταν από μαντίλα στο κεφάλι, υποκάμισο με μανσέτες με λίγο κεντηματάκι, μεσάτο φόρεμα, κοντά μανίκια με μεταξωτούς φιόγκους
Αναλυτικά όσα ήρθαν στο φως
«Ήταν ξεχωριστή προσωπικότητα ανάμεσα στα στελέχη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας»
Οι θεοί ούτε έχουν, ούτε παρέχουν
Μια συζήτηση με τον σπουδαίο αρχιτέκτονα και καθηγητή της ιστορίας της αρχιτεκτονικής
Οι φωτογραφίες είναιθ τεκμήρια του ήθους και του πατριωτισμού των εκτελεσμένων Ελλήνων στην Καισαριανή» σημειώνει η Λίνα Μενδώνη
«Οι χρυσές εποχές πεθαίνουν όταν προδίδουν τις ίδιες τους τις αρχές»
Εμβληματικά έργα Ελλήνων συνθετών αποκτούν ξανά στη ζωή μέσα από το Nikos Kazantzakis: An Odyssey in Music
75 χρόνια ιστορίας, ενέργειας και πολιτισμού
Θλίψη για την απώλεια της ιδρύτριας του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος - Το μήνυμα της Λίνας Μενδώνη
Μαζί θα συζητήσουν για την έκφραση, το ταλέντο, την καριέρα και την τέχνη
Το υπουργείο Πολιτισμού προχωρά στον εκσυγχρονισμό του - Έργα άνω των 450.000 ευρώ και νέα μουσειολογική προσέγγιση
Μνήμη, ένδυμα και ανήκειν σε έναν σύγχρονο νησιωτικό διάλογο
Ο Σταύρος Μητρόπουλος μιλάει για την παράσταση «The Philanthropist» και το μουσικοθεατρικό σύμπαν της «Βρωμογιαγιάς»
Από το «δεν έπρεπε» του Σοφοκλή στο «ήθελα» του Φρόιντ
Μια οικογένεια, μια μπίρα, μια ολόκληρη εποχή και ένα κτίριο που από ζυθοποιείο έγινε μουσείο κουβαλώντας μνήμη και ανανέωση
Τριετές πρόγραμμα αποκατάστασης και αναβάθμισης με διεπιστημονικές μελέτες
Η καταγωγή της γιορτής, ο λόφος του Φιλοπάππου και τα παραδοσιακά εδέσματα
Όταν ο Φρόιντ συνάντησε τον Οιδίποδα
Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.