Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ 11th Beyond Borders: Νέες ματιές, αληθινές ιστορίες
Πίσω από τις σκιές - Κωνσταντίνος Ποταμιανός
Κινηματογραφος

Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ 11th Beyond Borders: Νέες ματιές, αληθινές ιστορίες

Με το Beyond Borders 2026 το Καστελόριζο γίνεται παγκόσμιος κινηματογραφικός προορισμός
Μαριάννα Μανωλοπούλου
Μαριάννα Μανωλοπούλου
24’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ 11th Beyond Borders: Από το Καστελλόριζο μέχρι τη Νάξο, τη Langa και την Κίνα, πέντε δημιουργοί του micro μιλούν για το σπίτι, την ταυτότητα, τον τουρισμό, την παράδοση και τις ιστορίες που αξίζει να κοιτάξουμε πέρα από το προφανές

Υπάρχουν τόποι που δεν τους επισκέπτεσαι απλώς· τους αφήνεις να σε αγγίξουν. Kαι το Καστελόριζο είναι ένας από αυτούς. Ένα μικρό, ακριτικό νησί, με τα πολύχρωμα σπίτια, τα στενά, το γαλάζιο της θάλασσας και μια αίσθηση πως ο χρόνος εδώ κυλά λίγο διαφορετικά. Ένας τόπος γεμάτος φως, ιστορίες και συναίσθημα. Εδώ, 11 χρόνια τώρα, έχει βρει τον δικό του χώρο ένας θεσμός που μοιάζει απόλυτα ταιριαστός με τον τόπο: το Beyond Borders – Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Καστελλορίζου.

Από τις 23 έως τις 30 Αυγούστου 2026, το Καστελόριζο γίνεται γι’ ακόμη μια φορά σημείο συνάντησης δημιουργών, κινηματογραφιστών και κοινού από ολόκληρο τον κόσμο. Και φέτος, το Φεστιβάλ θέτει ένα ερώτημα που μοιάζει απλό, αλλά ανοίγει έναν ολόκληρο κόσμο σκέψεων: «Τι μένει, αν αφαιρέσεις το προφανές;»

Ίσως τελικά να μένουν οι άνθρωποι, οι μνήμες, οι λεπτομέρειες και οι ιστορίες που συνήθως προσπερνάμε. Αυτές ακριβώς τις ιστορίες αναζητά και το Beyond Borders. Η φετινή, 11η διοργάνωση έλαβε 634 ταινίες από 156 χώρες, ενώ οι 42 ταινίες που επιλέχθηκαν για τα διαγωνιστικά τμήματα προβάλλονται σε ελληνική, διεθνή ή παγκόσμια πρεμιέρα. Ανάμεσά τους βρίσκονται έργα που έχουν ήδη περάσει από σημαντικά φεστιβάλ του κόσμου, αποδεικνύοντας πως ένα μικρό νησί μπορεί να γίνει ένας μεγάλος κινηματογραφικός προορισμός.

Κι αν υπάρχει ένα τμήμα που αποτυπώνει ίσως καλύτερα αυτή τη διάθεση για νέες φωνές και διαφορετικές ματιές, αυτό είναι το μicro – το διαγωνιστικό τμήμα ταινιών μικρού μήκους του Beyond Borders. Ταινίες έως 30 λεπτά, δημιουργοί από διαφορετικές γωνιές του κόσμου και ιστορίες που αποδεικνύουν ότι δεν χρειάζεται πάντα πολύς χρόνος για να ειπωθεί κάτι ουσιαστικό. Το μicro δίνει χώρο σε νέους δημιουργούς και σε φρέσκες κινηματογραφικές ματιές, φέρνοντας στο Καστελόριζο ιστορίες που μπορεί να διαρκούν για λίγα λεπτά, αλλά συχνά μένουν στη σκέψη για πολύ περισσότερο. Πάμε να τους γνωρίσουμε καλύτερα.

11ο Beyond Borders: Πέντε ταινίες, πέντε διαφορετικές ματιές στον κόσμο

Our Homes Do Not Exist (Τα σπίτια μας δεν υπάρχουν), Anna Lamour

Γαλλοελληνίδα σκηνοθέτρια, με σπουδές κινηματογράφου στη Νέα Υόρκη και σεναριογραφίας στο Παρίσι, η Anna Lamour εξερευνά μέσα από το έργο της την ταυτότητα, το «ανήκειν» και την έννοια της πίστης. Το «Our Homes Do Not Exist» είναι το πρώτο της ντοκιμαντέρ. Γυρισμένο σε Super 8, ξεκινά από ένα οικογενειακό σπίτι στην Αθήνα που καταρρέει και, μέσα από τις εικόνες της πόλης που αφήνει πίσω του, αναζητά τι σημαίνει τελικά «σπίτι» και πού μπορεί να γεννηθεί η αίσθηση του ανήκειν. Μπορεί αυτό να συμβεί ακόμη και μέσα από τα ερείπια;
Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το «Τα σπίτια μας δεν υπάρχουν»;

Η ταινία γεννήθηκε από εικόνες που τράβηξα το 2019, όταν επέστρεψα στην Αθήνα, με την επιθυμία να επανα-οικειοποιηθώ την πόλη και την Ελλάδα ως ενήλικη. Πριν από αυτό, η Αθήνα ήταν για μένα μια πόλη συνδεδεμένη με την οικογένειά μου, με το καλοκαίρι. Πριν επιστρέψω στο Παρίσι θέλησα να κινηματογραφήσω τα μέρη που είχαν σημασία για μένα, τους δρόμους από τους οποίους συνήθιζα να περνάω, τις μικρές λεπτομέρειες της πόλης που αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητάς μου. Δεν ήξερα ακόμη τι θα γίνονταν αυτές οι εικόνες, αλλά ένιωθα ότι είχα ανάγκη να τις καταγράψω. Τις άφησα για πολύ καιρό σε ένα συρτάρι και τις εμφάνισα μόλις λίγα χρόνια αργότερα, στα τέλη του 2023.

Το άλλο σημείο εκκίνησης της ταινίας είναι μια αρκετά παράξενη σύμπτωση. Όταν μετακόμισα στην Αθήνα, έψαχνα ένα μέρος για να μείνω κι έτσι βρήκα ένα δωμάτιο και συγκατοίκησα. Συμπτωματικά, ο χώρος αυτός βρισκόταν στην απέναντι γωνία του σπιτιού όπου είχε μεγαλώσει η μητέρα μου. Αυτό το σπίτι είχε ήδη κατεδαφιστεί. Από το μπαλκόνι μου έβλεπα τη βλάστηση που είχε κατακλύσει ό,τι είχε απομείνει από το οικόπεδο.

Όταν, μερικά χρόνια αργότερα, ξαναβρήκα αυτές τις εικόνες, κατάλαβα ότι μου επέτρεπαν να αφηγηθώ αυτή την αμφισημία της σχέσης μου με την Αθήνα: μια πόλη στην οποία ανήκει το σπίτι που έχασα και ταυτόχρονα, μια πόλη στην οποία ανήκει το σπίτι που ξαναβρήκα – με την έννοια ότι ξαναδημιούργησα τον εαυτό μου ζώντας εκεί ως ενήλικη.

Μέσα από αυτό το σπίτι άρχισα να σκέφτομαι τι κληρονομούμε, τι επινοούμε και πώς μπορούμε να ανήκουμε σε έναν τόπο που δεν υπάρχει πια.

- Και οι πρωταγωνιστές… Ποιοι είναι στ’ αλήθεια;

Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι πρώτα απ’ όλα αυτό το οικογενειακό σπίτι, ή μάλλον το φάντασμα αυτού του σπιτιού. Δεν γνώρισα ποτέ αυτό το σπίτι ως κατοικημένο χώρο. Το γνώρισα ως ερείπιο και στη συνέχεια ως κάτι που είχε εξαφανιστεί. Υπάρχει στην ταινία μέσα από τις αναμνήσεις της μητέρας μου, τις περιγραφές που κάνω εγώ και τις εικόνες που επινοώ γύρω από αυτό. Με αυτή την έννοια, πρωταγωνίστρια είναι επίσης η ίδια η πόλη της Αθήνας και τα σώματα που τη διασχίζουν.

Και ύστερα υπάρχει αυτή η κάμερα που βρέθηκε. Το μοτίβο αυτής της κάμερας μου επιτρέπει να δημιουργήσω έναν δεσμό ανάμεσα στις εικόνες που τράβηξα και σ’ αυτό το σπίτι, που δεν μπόρεσα ποτέ να κινηματογραφήσω. Σαν αυτές οι εικόνες να γίνονται ένα αρχείο που προέρχεται από το σπίτι.

Η δημιουργία αυτού του ψεύτικου αρχείου είναι επίσης ένας τρόπος να μετατοπίσω το ζήτημα των οικογενειακών αρχείων όταν μια εικόνα λείπει. Να δημιουργήσω το δικό μου συναισθηματικό αρχείο.

- Στην ταινία, το σπίτι μοιάζει να λειτουργεί περισσότερο ως μνήμη και συναίσθημα παρά ως ένας πραγματικός χώρος. Τι σημαίνει για σένα η έννοια του «σπιτιού»; Έχεις γαλλικές και ελληνικές ρίζες. Πώς έχει επηρεάσει αυτή η διττή ταυτότητα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τις έννοιες του «σπιτιού», της μνήμης και του ανήκειν, που βρίσκονται στον πυρήνα της ταινίας σου;

Ναι, το σπίτι υπάρχει στην ταινία περισσότερο ως χώρος προβολής παρά ως πραγματικός χώρος. Αυτό προκύπτει αρχικά από τις ίδιες τις εικόνες: συνειδητοποίησα ότι, παρ’ όλο που πάντα με γοήτευαν τα εγκαταλειμμένα σπίτια της Αθήνας, σχεδόν ποτέ δεν είχα κινηματογραφήσει κάποιο. Ήταν εκεί, μέσα στην πόλη, αλλά παρέμεναν εκτός κάδρου.

Από εκεί και πέρα, θέλησα να σκεφτώ τι σημαίνει να κατοικείς σ’ έναν τόπο, αλλά και να «κατοικείς» σε μια γλώσσα, μια οικογένεια, μια ταυτότητα ή ακόμη και σ’ ένα σώμα.

Η διπλή γαλλική και ελληνική κουλτούρα μου διαπερνά αναπόφευκτα αυτό το ερώτημα. Για πολύ καιρό είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν σε ένα είδος ενδιάμεσου χώρου: η Αθήνα ήταν ταυτόχρονα οικεία και ξένη, ένας τόπος που μου ανήκε και με συνέδεε με μια οικογενειακή ιστορία, αλλά στον οποίο δεν μπορούσα να ισχυριστώ ολοκληρωτικά ότι ανήκω.

Η ταινία ξεκινά από αυτό το ερώτημα: είναι το ανήκειν κάτι που μεταδίδεται, που κληρονομείται, ή είναι κάτι που χτίζουμε; Τι κουβαλάμε μέσα μας χωρίς να το επιλέξουμε και ποιο είναι το μέρος αυτού που επιλέγουμε να χτίσουμε;

Αυτό συνδέεται επίσης με την queer διάσταση που διατρέχει την ταινία και η οποία είναι, για μένα, κεντρική στην κινηματογραφική μου αναζήτηση. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν οι ταυτότητες και τα σπίτια που εγγράφονται σε μια οικογενειακή γενεαλογία και από την άλλη, ταυτότητες και εστίες που ξεφεύγουν από αυτή τη γενεαλογία και που μένει να οικοδομηθούν.

Η queer διάσταση μου επιτρέπει επίσης να μετατοπίσω την έννοια του σπιτιού: να μην το σκεφτόμαστε μόνο ως κάτι που μας παραδίδεται, αλλά ως κάτι που μπορούμε να επιλέξουμε, να επανεφεύρουμε ή να χτίσουμε αλλού. Υπάρχει επομένως στην ταινία ένας προβληματισμός γύρω από τη συγγένεια, αλλά και γύρω από τις μορφές της οικογένειας και του ανήκειν που δημιουργούμε οι ίδιοι.

- Επέλεξες να γυρίσεις την ταινία σε Super 8. Τι σου προσφέρει αυτό το μέσο σκηνοθετικά, αφηγηματικά και συναισθηματικά, που δεν θα μπορούσε να σου δώσει η ψηφιακή εικόνα;

Το Super 8 ήταν σημαντικό για μένα πρώτα απ’ όλα επειδή επιτρέπει να δημιουργηθεί μια χρονικότητα που δεν είναι άμεση. Μου αρέσει η ιδέα ότι οι εικόνες τραβήχτηκαν το 2019 και ανακαλύφθηκαν και εμφανίστηκαν αρκετά χρόνια αργότερα. Αυτό δημιουργεί μια απόσταση ανάμεσα στη στιγμή που κινηματογραφώ και στη στιγμή που πραγματικά βλέπω αυτό που έχω κινηματογραφήσει.

Και έπειτα υπάρχει κάτι πολύ συγκεκριμένο στο φιλμ: το κόκκο του, οι ατέλειές του, η υλικότητά του κάνουν τις εικόνες ταυτόχρονα πολύ παρούσες και διαχρονικές, δύσκολες να χρονολογηθούν με ακρίβεια. Ήθελα να παίξω με αυτή την αμφισημία, να μην είναι ξεκάθαρο πότε ακριβώς χρονολογούνται αυτές οι εικόνες. Ήθελα να δημιουργήσω εικόνες του παρόντος που να μοιάζουν με αρχεία.

Υπάρχει επίσης κάτι ελαφρώς φασματικό στο φιλμ, που απέδιδε οπτικά αυτή την αίσθηση την οποία ήθελα να περιγράψω.

"Our Homes Do Not Exist" by Anna Lamour | μicro Competition 2026

- Υπάρχει μια διακριτική αλλά έντονη παρουσία της απουσίας σε όλη την ταινία. Πόσο δύσκολο είναι να κινηματογραφήσεις αυτό που δεν φαίνεται;

Αυτό ακριβώς ήταν που με ενδιέφερε. Το να κινηματογραφείς κάτι που δεν φαίνεται συνεπάγεται αναγκαστικά μια μετατόπιση του ρόλου της εικόνας. Η εικόνα δεν μπορεί να δείξει άμεσα το σπίτι που έχει χαθεί, ούτε τις αναμνήσεις της μητέρας μου, ούτε την ανακάλυψη μιας queer ταυτότητας, ούτε την έλλειψη ή την απουσία κάποιου.

Νομίζω ότι η ταινία γεννήθηκε επίσης από αυτή την απογοήτευση: δεν είχα καμία εικόνα αυτού του σπιτιού. Αλλά αντί να θεωρήσω αυτή την απουσία ως έλλειψη, προσπάθησα να την κάνω κινητήρια δύναμη της ταινίας. Το να μη δείχνω αυτά τα σπίτια και να μη δείχνω κανένα ερείπιο ήταν επίσης ένας τρόπος να αφήσω χώρο για τα σπίτια του καθενός, για τους χώρους προβολής και τις προσωπικές αναμνήσεις του κάθε θεατή.

Αυτά τα σπίτια έχουν μια ιστορία, έχουν κατοικηθεί, αγαπηθεί, περάσει από γενιά σε γενιά. Το να τα κοιτάζουμε διαφορετικά σημαίνει επίσης να θέτουμε το ερώτημα τι επιλέγει μια πόλη να διατηρήσει και τι να διαγράψει. Είναι, επίσης, μια προσπάθεια να γίνουν ορατές μορφές του ανήκειν που ξεφεύγουν από τις καθιερωμένες νόρμες.

- Ως σκηνοθέτρια, πώς δουλεύεις με τον χρόνο και τη σιωπή; Τι ρόλο παίζουν στον τρόπο που αφηγείσαι μια ιστορία;

Ήθελα να δουλέψω τη φωνή off με έναν αντι-νατουραλιστικό τρόπο. Χωρίς ήχο περιβάλλοντος, μόνο η φωνή και η σιωπή. Αυτό ήταν σημαντικό και για να ενισχύσω το ζήτημα της αμφισημίας ως προς την προέλευση των εικόνων, να αναρωτιόμαστε από πού προέρχονται αυτές οι εικόνες, σε ποια χρονικότητα ανήκουν.

Δούλεψα επίσης πολύ με τη μουσική του συνθέτη Μάνου Μυλωνάκη, η οποία με ενέπνευσε στη γραφή και στο μοντάζ. Μου άρεσε η φασματική πλευρά των εγχόρδων, η μινιμαλιστική προσέγγισή του και η έμφαση στις υφές. Ήθελα κάτι που να μην είναι πολύ μελωδικό, ώστε να μην παίρνει το πάνω χέρι από τις εικόνες και να μη δημιουργεί ένα αποτέλεσμα καρτ ποστάλ. Μου άρεσε επίσης αυτή η σχεδόν αντίστροφη διάσταση των εγχόρδων, η ταυτόχρονα παρούσα και φασματική τους ποιότητα.

Υπάρχει, άλλωστε, κι ένα ζήτημα της γλώσσας που διατρέχει την ταινία: η ανάγκη να ορίζουμε τα πράγματα, να τους δίνουμε ένα όνομα, ενώ ορισμένες εμπειρίες και ορισμένες συναντήσεις ξεφεύγουν από τους ορισμούς. Αυτό συνδέεται, επίσης, με τη σχέση μου με τις δύο γλώσσες, με το γεγονός ότι κινούμαι ανάμεσα στα γαλλικά και τα ελληνικά, με τη διαπίστωση ότι ακριβής ορισμός δεν υπάρχει πάντα και ότι βρισκόμαστε συχνά λίγο στο ενδιάμεσο, ανάμεσα σε δύο τόπους.

Αυτή η έλλειψη ορισμού συνδέεται επίσης με την queer διάσταση της ταινίας: υπάρχουν ταυτότητες και σχέσεις που δεν μπορούν απαραίτητα να περιοριστούν σε έναν μοναδικό ορισμό. Η σιωπή και οι χώροι που παραμένουν ανοιχτοί επιτρέπουν επίσης να μη χρειάζεται να ονομάσουμε τα πάντα. Όταν μια καταγωγή ή μια οικογενειακή ιστορία δεν αρκεί για να πει ποιοι είμαστε, χρειάζεται μερικές φορές να επινοήσουμε τις δικές μας αφηγήσεις, τα δικά μας αρχεία και τις δικές μας μορφές του ανήκειν. Δεν πρόκειται, λοιπόν, μόνο για την ανακατασκευή του παρελθόντος, αλλά και για τη δημιουργία των εικόνων που δεν υπήρξαν και των μελλοντικών δυνατοτήτων που δεν είχαν ακόμη αναπαρασταθεί.

- Τι θα ήθελες να αισθανθεί ή να αναρωτηθεί ο θεατής όταν ολοκληρωθεί η προβολή της ταινίας;

Είναι δύσκολο να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Έχω κάνει πολύ διαφορετικές συζητήσεις και έχω αντιμετωπίσει πολύ διαφορετικές αντιδράσεις από τότε που άρχισα να προβάλλω την ταινία. Αυτό που με συγκινεί περισσότερο είναι ότι η ταινία μπορεί να αντηχήσει στον καθένα, ανάλογα με τους δικούς του χαμένους ή ονειρεμένους τόπους, με τις δικές του απουσίες.

Μου αρέσει η ιδέα ότι αυτή η πολύ προσωπική ιστορία μπορεί να γίνει μια κοινή εμπειρία και ότι ο καθένας μπορεί να προβάλλει σε αυτήν τα δικά του χαμένα σπίτια ή εκείνα που ονειρεύεται να χτίσει. Υπάρχει κάτι μελαγχολικό σε αυτή την ιδέα, αλλά και κάτι πολιτικό και αισιόδοξο: η νοσταλγία μπορεί μερικές φορές να στραφεί προς το μέλλον. Μπορεί να νοσταλγούμε έναν τόπο που δεν έχουμε ακόμη επινοήσει.

- Αυτή την περίοδο ετοιμάζεις την πρώτη σου ταινία μυθοπλασίας. Υπάρχουν στοιχεία από το ντοκιμαντέρ που πιστεύεις ότι θα μεταφέρεις και στη μυθοπλασία;

Αυτή την περίοδο αναπτύσσω δύο σχέδια μικρού μήκους και ένα σχέδιο μεγάλου μήκους. Το ένα από τα μικρού μήκους γυρίζεται σε μια παρόμοια μορφή με αυτή εδώ: είναι μια ταινία μοντάζ βασισμένη σε υπάρχον τηλεοπτικό αρχειακό υλικό. Το άλλο είναι μια γαλλο-ελληνική queer κωμωδία.

Η κοινή διάσταση όλων αυτών των σχεδίων είναι το ζήτημα της διπλής appartenance, αλλά και εκείνο της πίστης ως κινητήριας δύναμης της αφήγησης. Θέλω επίσης να συνεχίσω να δουλεύω πάνω στα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και τη μυθοπλασία, καθώς και πάνω στο ζήτημα των αρχείων.

Σμύριδα, Μάρμαρο και Αμπέλι, Ορέστης Ρούσκας

Ο Ορέστης Ρούσκας είναι σκηνοθέτης με έδρα την Αθήνα, με σπουδές στην Τέχνη και τα Μέσα Ενημέρωσης και στη Διαχείριση Πολιτισμού. Έχει εργαστεί σε κινηματογραφικές και πολιτιστικές παραγωγές, ενώ ασχολείται με το ντοκιμαντέρ και τον προγραμματισμό κινηματογραφικών φεστιβάλ. Η ταινία του «Σμυρίδα, Μάρμαρο και Αμπέλι», που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Δράμας το 2025, απέσπασε το Βραβείο Ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ Χανίων. Στην ταινία, στρέφει την κάμερα στη Νάξο και στους ανθρώπους που επιλέγουν να αντισταθούν στον ρυθμό του υπερτουρισμού. Ένας οινοποιός, ένας μελισσοκόμος, ένας μουσικός και ένας κάτοικος που προσπαθεί να αναβιώσει μια ιστορική γειτονιά μοιράζονται το δικό τους όραμα για το νησί: ένα μέλλον πιο ήσυχο, με επίκεντρο την κοινότητα, την παράδοση και τη σχέση με τη γη.

- Πώς γεννήθηκε η ιδέα για τη δημιουργία της ταινίας «Σμύριδα, Μάρμαρο και Αμπέλι»;

Η ιδέα γεννήθηκε την άνοιξη του 2024, όταν βρεθήκαμε στη Νάξο με το Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπου εκείνη την περίοδο έκανα το μεταπτυχιακό μου. Ήταν ένα κοινό ευρωπαϊκό πρόγραμμα στο οποίο συμμετείχαν δύο ακόμα πανεπιστήμια και είχε να κάνει με τη Βιώσιμη Ανάπτυξη γενικότερα. Εκεί, μας πλησίασαν κάποιοι άνθρωποι του νησιού και, από μόνοι τους, μας μιλούσαν για τις νέες προκλήσεις που έχει επιφέρει ο υπερτουρισμός στη ζωή τους. Αμέσως σκέφτηκα ότι υπήρχε μια ανάγκη οι ανησυχίες του απλού κόσμου, καθώς και οι ιστορίες τους, να βγουν προς τα έξω. Έτσι, γεννήθηκε η ιδέα μου να κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ και να ακουστούν οι φωνές αυτών των ανθρώπων. Βρεθήκαμε όλοι στη Νάξο το ίδιο καλοκαίρι και,, μαζί με κάποιους συνεργάτες μου, γυρίσαμε αυτό το ντοκιμαντέρ. 

- Πώς επέλεξες τους τέσσερις πρωταγωνιστές της ταινίας; Τι αντιπροσωπεύει ο καθένας για σένα;

Τους τρεις πρώτους πρωταγωνιστές τους επέλεξα έπειτα από την πρώτη μας επίσκεψη στη Νάξο. Το ενδιαφέρον έχει να κάνει περισσότερο με τον τέταρτο πρωταγωνιστή, ο οποίος είναι μουσικός, ο Στέφανος Ψαράς (Ψαρροστέφανος). Είχαμε κανονίσει, την τελευταία μέρα των γυρισμάτων να έρθει και να μας παίξει τσαμπούνα, έτσι ώστε να δείξουμε στο ντοκιμαντέρ ένα παραδοσιακό όργανο της Νάξου. Παρ’ όλα αυτά, ο άνθρωπος αυτός, λόγω των αναμνήσεων και της ζωής του στο νησί, είχε να μας πει κάτι ακόμα πιο ουσιαστικό από το να παίξει απλά μουσική. Άρχισε να μας αφηγείται τις αξίες του νησιού παλιότερα, τον τρόπο ζωής, πως αλλάζουν τα πράγματα με τα χρόνια και, χάρη στην ευφράδεια του λόγου του και στο συγκινησιακό φορτίο αυτών που έλεγε, επέλεξα να γίνει ο βασικός πρωταγωνιστής του ντοκιμαντέρ και ουσιαστικά να δώσει τη δική του νότα σε αυτό, κατευθύνοντας έτσι και τις υπόλοιπες ιστορίες.

Σμύριδα, μάρμαρο και αμπέλι | Ορέστης Ρούσκας @ CFF13

- Εργάζεσαι ήδη πάνω σε κάποιο νέο πρότζεκτ; Αν ναι, μπορείς να μας αποκαλύψεις λίγα πράγματα γι' αυτό; Αυτή την περίοδο εργάζεσαι και ως φιλοξενούμενος καλλιτέχνης στο ZKM στην Καρλσρούη της Γερμανίας. Πώς είναι τα πράγματα εκεί; 

Εργάζομαι στη νέα μου μικρού μήκους ταινία μυθοπλασίας, με τίτλο «PINK SKY». Η ταινία ακολουθεί την ιστορία του Αντώνη, ο οποίος είναι ένα εσωστρεφές εικοσάχρονο αγόρι που δουλεύει στο στριπτιζάδικο του πατέρα του και πιέζεται ν’ αποδείξει τον ανδρισμό του μέσα σε μια ουσιαστικά πατριαρχική «αρένα»...

Βρισκόμαστε στη φάση του funding με την εταιρεία «Midnight Pictures», που έχει αναλάβει την παραγωγή της ταινίας. Δυστυχώς δεν έχουμε τη στήριξη των επίσημων φορέων, οπότε η ταινία θα γίνει με όσους θέλουν και μπορούν. Με τη στήριξη ανθρώπων και ομάδων που βάζουν πλάτη και γίνεται το σινεμά στη χώρα μας. Η ερώτηση βέβαια είναι: «Ως πότε;»

Όσο για τη Γερμανία, βρέθηκα στην Καρλσρούη από τον Φεβρουάριο μέχρι και τον Μάιο του 2026. Εργάστηκα στο ZKM, έναν καταπληκτικό οργανισμό, που προάγει παράλληλα πολλές και διαφορετικές μορφές τέχνης. Δούλεψα πάνω στο πρότζεκτ «MARS! – Mobilizing Awareness for Resilient Societies!». Είχα την τύχη, οι άνθρωποι εκεί να μου εμπιστευτούν τη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ, το οποίο δείχνει την αντίληψη αυτού του πρότζεκτ, που είναι ουσιαστικά η προστασία της Γης. Είναι διαθέσιμο στο YouTube channel του ZKM. 

Just Come, Κωνσταντίνα Λιόντου

Με ενδιαφέρον για τη σχέση ανάμεσα στα ταξίδια, τον τουρισμό και τα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα, η Κωνσταντίνα Λιόντου ολοκλήρωσε πρόσφατα τις μεταπτυχιακές σπουδές της στον Κινηματογράφο και τα ΜΜΕ στο Κέιπ Τάουν. Το «Just Come» αποτελεί το σκηνοθετικό της ντεμπούτο στο ντοκιμαντέρ. Η ταινία ταξιδεύει στη Λάνγκα, την παλαιότερη κωμόπολη του Κέιπ Τάουν, που από ένα ζωντανό αποτύπωμα της ιστορίας του Απαρτχάιντ μετατρέπεται σταδιακά σε τουριστικό προορισμό.

- Πώς θα περιέγραφες το «Just Come»; Τι σημαίνει για σένα; Τι αυτοβιογραφικά στοιχεία περιέχει;

Το «Just Come» είναι μια ταινία για τη συνάντηση διαφορετικών κόσμων. Ξεκινά από τον τουρισμό, αλλά στην πραγματικότητα μιλά για το πώς κοιτάμε τους ανθρώπους που ζουν διαφορετικά από εμάς και αντίστοιχα πώς μας κοιτούν κι εκείνοι. Αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν να δώσω χώρο στους ίδιους τους κατοίκους, στους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται στον τουρισμό, να αφηγηθούν τη δική τους εμπειρία και να αντιστρέψουν, με έναν τρόπο, το τουριστικό βλέμμα.

Έχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Μεγάλωσα στην Κρήτη, σε μια πολύ τουριστική περιοχή, τη Χερσόνησο, οπότε από μικρή παρατηρούσα αυτή τη σχέση ανάμεσα στους ντόπιους και στους επισκέπτες. Όταν βρέθηκα στη Νότια Αφρική, είδα την ίδια δυναμική μέσα από ένα εντελώς διαφορετικό ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Αυτό με έκανε να αναρωτηθώ αν τελικά αυτές οι σχέσεις επαναλαμβάνονται παντού, απλώς με διαφορετικούς πρωταγωνιστές.

- Τι ήταν αυτό που σε ώθησε να αφηγηθείς αυτή την ιστορία;

Αυτό που με ώθησε ήταν η περιέργεια. Όταν πρωτοάκουσα για τα township tours, η αρχική μου αντίδραση ήταν αρκετά αρνητική. Αναρωτιόμουν αν είναι ηθικό να επισκέπτεται κανείς μια κοινότητα που έχει βιώσει τόση καταπίεση για τουρισμό. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι τα πράγματα σπάνια είναι τόσο απλά όσο φαίνονται και ότι αξίζει να αναζητάς τις αιτίες πίσω από αυτά. Ταυτόχρονα, γνώριζα ότι κινηματογραφικά είναι ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και ευαίσθητο πεδίο, γιατί όταν αφηγείσαι ιστορίες κοινοτήτων που έχουν βιώσει καταπίεση υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να μιλήσεις εκ μέρους τους αντί να τους δώσεις χώρο να μιλήσουν οι ίδιοι.

Ήταν λοιπόν ένα διπλό στοίχημα: να ερευνήσω την αλήθεια σε σχέση με την αρχική μου εντύπωση και ταυτόχρονα να δω αν αυτή ήταν μια ιστορία που είχα το δικαίωμα να αφηγηθώ. Πριν καταλήξω σε οποιοδήποτε συμπέρασμα, ήθελα πρώτα να ακούσω τους ίδιους τους ανθρώπους. Ίσως βοήθησε και το προσωπικό μου υπόβαθρο, αφού είχα ήδη ασχοληθεί ακαδημαϊκά με τον τουρισμό σε προηγούμενες σπουδές, συνεπώς αυτό το θέμα με απασχολούσε ήδη από διαφορετικές πλευρές. Η ταινία γεννήθηκε από την ανάγκη να μετατρέψω αυτή την περιέργεια σε έναν ανοιχτό διάλογο.

- Mίλησέ μου για τους πρωταγωνιστές. Μια ιστορία που δεν συμπεριέλαβες αλλά σε προβλημάτισε; Κάτι που σου είπε κάποιος και δεν θα ξεχάσεις ποτέ;

Η αλήθεια είναι ότι μίλησα με πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους χωρούσαν σε μια ταινία είκοσι λεπτών. Οι δύο άνθρωποι με τους οποίους δέθηκα περισσότερο ήταν ο Siviwe και ο Sabu. Πέρα από πρωταγωνιστές της ταινίας, έγιναν και φίλοι μου, και μέσα από ατελείωτες συζητήσεις κατάλαβα πολύ καλύτερα τη Langa και το πώς οι ίδιοι οραματίζονται το μέλλον της κοινότητάς τους.

Μια συζήτηση που δεν θα ξεχάσω ποτέ αλλά δεν μπήκε τελικά στην ταινία: Έλεγα στον Siviwe για την Αθήνα και τη Βαρκελώνη και για το έντονο αίσθημα κατά του υπερτουρισμού, για τις διαμαρτυρίες, τα Airbnb και το γεγονός ότι πολλοί κάτοικοι νιώθουν πως ο τουρισμός έχει ξεπεράσει τα όριά του. Και ο Siviwe μού απάντησε: «You guys have good problems». Εκεί κατάλαβα πόσο διαφορετικά μπορεί να βιώνεται ο τουρισμός ανάλογα με το πλαίσιο.

Η τρίτη πρωταγωνίστρια είναι η Ncumisa, η κυρία που φοράει τα ροζ στην ταινία. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν μου μίλησε για τη μητέρα της. Την εποχή του Απαρτχάιντ εργαζόταν ως οικιακή βοηθός σε ένα σπίτι στο Σι Πόιντ, μια ιδιαίτερα εύπορη περιοχή του Κέιπ Τάουν. Πριν φύγει από τη ζωή, της ζήτησε να κρατήσει το οικογενειακό τους σπίτι και να το μετατρέψει σε έναν ξενώνα για επισκέπτες. Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο ήταν ο τρόπος με τον οποίο η Ncumisa διατηρεί ζωντανή τη σύνδεσή της με τους προγόνους της μέσα από αυτό το σπίτι. Στη δική της κουλτούρα, η σχέση με τους προγόνους αποτελεί πολύ σημαντικό κομμάτι της ταυτότητας και της καθημερινής ζωής. Ταυτόχρονα, κατάφερε να μετατρέψει αυτόν τον χώρο σε μια βιώσιμη επιχείρηση.

- Πώς επηρέασε η ζωή και οι σπουδές σου στο Κέιπ Τάουν τη ματιά σου ως δημιουργού;

Η εμπειρία μου στο Κέιπ Τάουν μού άλλαξε πραγματικά τη ζωή και το πώς σκέφτομαι, ως δημιουργός αλλά και ως άνθρωπος. Μου πήρε σχεδόν έναν χρόνο ζωής εκεί μέχρι να νιώσω ότι είχα αποκτήσει μια στοιχειώδη κατανόηση της χώρας και των πολύπλοκων κοινωνικών και φυλετικών δυναμικών της, πριν αποφασίσω να αγγίξω κινηματογραφικά αυτό το θέμα.

Η Νότια Αφρική είναι μια χώρα αντιθέσεων. Και το Κέιπ Τάουν ίσως τις συμπυκνώνει περισσότερο από οπουδήποτε αλλού. Είναι μια πόλη όπου η τεράστια ευημερία και η βαθιά φτώχεια συνυπάρχουν στον ίδιο δρόμο. Θα δεις ανθρώπους να κοιμούνται στο πεζοδρόμιο λίγα μέτρα από μια σειρά με Ferrari και Lamborghini. Αυτές οι εικόνες σε αναγκάζουν να αναρωτηθείς πώς δημιουργήθηκαν αυτές οι ανισότητες και πώς εξακολουθούν να υπάρχουν.

Το σημαντικότερο όμως που μου έμαθε η ζωή εκεί ήταν να μη βιάζομαι να βγάζω συμπεράσματα. Στη Νότια Αφρική σχεδόν κάθε ιστορία έχει βαθύτερες ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις. Αυτό άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω το ντοκιμαντέρ, αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα. Με έκανε να ακούω περισσότερο και να υποθέτω λιγότερο.

- Ως Ελληνίδα που κινηματογραφεί μια νοτιοαφρικανική κοινότητα, πώς διαχειρίστηκες τη θέση σου απέναντι στους ανθρώπους που εμπιστεύτηκαν την ιστορία τους σε εσένα;

Από την αρχή είχα πλήρη επίγνωση της θέσης μου ως δημιουργού. Κατάγομαι από μια πολύ πιο προνομιούχα χώρα και ήξερα ότι αυτό επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τα πράγματα. Η αλήθεια είναι ότι ένας από τους λόγους που ένιωσα πως μπορούσα να προσεγγίσω αυτή την ιστορία ήταν επειδή σχετίζεται με τον τουρισμό και τη θέση του επισκέπτη. Και η ίδια η ταινία ξεκινάει από αυτή τη θέση. Ανοίγει από πλάνα τις γειτονιάς όπου έμενα στο Κέιπ Τάουν, βλέπουμε το λευκό βαν (taxi) που μεταφέρει καθημερινά ανθρώπους από τα townships στο κέντρο της πόλης και στη συνέχεια φτάνουμε στη Langa.

Από την αρχή, λοιπόν, ο θεατής μπαίνει στη θέση του επισκέπτη, τη δική μου θέση. Σιγά σιγά όμως αυτή η οπτική αλλάζει. Μέσα από τις σχέσεις που ανέπτυξα με τους ανθρώπους της κοινότητας, η ταινία αφήνει όλο και περισσότερο χώρο στις δικές τους φωνές. Για μένα ήταν πολύ σημαντικό να δημιουργήσω τις συνθήκες ώστε να αφηγηθούν οι ίδιοι την ιστορία τους και το πώς βιώνουν τον τουρισμό. Η ταινία είναι αποτέλεσμα αυτών των σχέσεων εμπιστοσύνης. Δεν ισχυρίζομαι ότι εκπροσωπεί ολόκληρη τη Langa· εκπροσωπεί τους ανθρώπους που επέλεξαν να μοιραστούν την εμπειρία τους μαζί μου. Εγώ απλώς προσπάθησα να μεταφέρω αυτές τις ιστορίες με όσο μεγαλύτερο σεβασμό και ειλικρίνεια μπορούσα.

- Υπήρξε κάποια στιγμή στα γυρίσματα που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι τον τουρισμό;

Ξεκίνησα την ετοιμασία της ταινίας έχοντας ήδη μια άποψη για το township tourism. Πριν το δω με τα μάτια μου, ένιωθα ότι είναι κάτι ανήθικο, αυτό που πολλοί περιγράφουν ως poverty safari – ότι δηλαδή οι επισκέπτες πηγαίνουν απλώς για να δουν πώς ζει κάποιος μέσα στη φτώχεια, κάτι που υπάρχει και σε άλλες χώρες όπως η Βραζιλία και η Ινδία. Από τις πρώτες κιόλας μέρες αυτή η εικόνα άρχισε να αλλάζει. Γνωρίζοντας τους ανθρώπους που συμμετέχουν στην ταινία και περνώντας περισσότερο χρόνο μαζί τους, άκουγα τις ιστορίες τους και έβλεπα και έμπρακτα τον τρόπο με τον οποίο ο τουρισμός είχε επηρεάσει τη ζωή της κοινότητας.

Είδα πρωτοβουλίες όπως after-school προγράμματα για παιδιά, μουσικά εργαστήρια και άλλες δράσεις που είχαν δημιουργηθεί χάρη στα έσοδα του τουρισμού. Νομίζω όμως ότι το πιο σημαντικό δεν ήταν μόνο αυτό που έβλεπα, αλλά το ότι παρατηρούσα σε πραγματικό χρόνο να αλλάζει η ίδια μου η οπτική. Να συνειδητοποιώ ότι αυτό που είχα στο μυαλό μου πριν ξεκινήσω δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Για μένα αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο κομμάτι της έρευνας και του ντοκιμαντέρ: να παραμένεις αρκετά ανοιχτή/ος ώστε να αφήνεις την πραγματικότητα να αλλάζει τις βεβαιότητές σου, αντί να προσπαθείς να την προσαρμόσεις σε όσα ήδη πιστεύεις.

- Αν μπορούσες να προσθέσεις μία ακόμη σκηνή ή μία ακόμη φωνή στο ντοκιμαντέρ σήμερα, ποια θα ήταν και γιατί;

Νομίζω ότι θα ήταν η μαμά Nombulelo. Αναπτύξαμε μια πολύ όμορφη σχέση και ήταν από τους πρώτους ανθρώπους στη Langa που άρχισαν να φιλοξενούν επισκέπτες μέσω Airbnb. Κάναμε πολύ όμορφες συζητήσεις και πιστεύω ότι θα έδινε ακόμα μία διάσταση στην ταινία. Τελικά, όμως, δεν ένιωθε σίγουρη ότι ήθελε να εμφανιστεί στην κάμερα. Χρησιμοποίησα μόνο ένα μικρό κομμάτι της φωνής της και σεβάστηκα την απόφασή της. Έτσι είναι το ντοκιμαντέρ. Πάντα υπάρχουν ιστορίες που θα ήθελες να χωρέσουν, αλλά δεν μπορούν όλες να μπουν. Και πρέπει να είσαι εντάξει με αυτό.

- Μετά το «Just Come», προς ποια κατεύθυνση θα ήθελες να κινηθείς ως δημιουργός; Υπάρχει κάποιο θέμα ή κάποια ιστορία που σε απασχολεί και θα ήθελες να εξερευνήσεις στην επόμενη ταινία σου;

Ήδη δουλεύω πάνω σε δύο πολύ διαφορετικά πρότζεκτ. Το πρώτο είναι ένα μικρού μήκους fiction, που ελπίζω να γυριστεί στο Λονδίνο, ενώ παράλληλα αναπτύσσω το πρώτο μου μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ, το οποίο επιστρέφει ξανά σε ένα θέμα που με απασχολεί πολύ: τον τουρισμό, αυτή τη φορά σε ένα ελληνικό νησί. Αν κάτι έχω μάθει μέχρι τώρα, είναι ότι οι ταινίες γίνονται μέσα από συνεργασίες. Οπότε, αν αυτή η συνέντευξη φτάσει στους σωστούς ανθρώπους, θα χαρώ πολύ να ανοίξει η συζήτηση για κάποια επόμενη συνεργασία.

Mε σκισμένες κουρτίνες, Βάλια Χατζηχριστοδούλου

Με αφετηρία το ενδιαφέρον της για το ντοκιμαντέρ και τον πειραματικό κινηματογράφο, η Βάλια Χατζηχριστοδούλου εξερευνά την ποιητική πλευρά της καθημερινότητας. Είναι φοιτήτρια Κινηματογράφου στο ΑΠΘ και έχει εργαστεί σε φοιτητικές παραγωγές ως παραγωγός και ενδυματολόγος. Το «Μέσα από Σκισμένες Κουρτίνες» είναι το πρώτο της μικρού μήκους ντοκιμαντέρ και κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα του. Η ταινία ακολουθεί τον Κωνσταντίνο, ένα τυφλό άτομο, και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο πέρα από την όραση.

- Είναι το πρώτο σου ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, πώς νιώθεις;

Είναι το πρώτο ντοκιμαντέρ το οποίο ένιωσα έτοιμη και ευχαριστημένη στον βαθμό για να προωθήσω εκτός των χώρων του τμήματος κινηματογράφου και των προσωπικών-φιλικών «σπιτίσιων» προβολών. Νιώθω πολύ χαρούμενη και τυχερή που γνώρισα αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο, τον Κωνσταντίνο, μέσα από αυτή την εμπειρία και ελπίζω κάθε επόμενο πρότζεκτ να μου δίνει την ευκαιρία να κρατάω τις όμορφες ανθρώπινες σχέσεις που θα χτίζονται στην πορεία.

- Πώς γνώρισες τον Κωνσταντίνο και τι ήταν αυτό που σε έκανε να θελήσεις να αφηγηθείς τη δική του ιστορία;

Η αρχική προσέγγιση της ταινίας στη φάση της έρευνας ήταν αρκετά διαφορετική – εστίαζε στα όνειρα τυφλών ατόμων. Δηλαδή ο στόχος ήταν να συγκεντρωθούν οι διαφορετικές εμπειρίες ονείρων από διάφορα άτομα με προβλήματα όρασης, κάτι που θα έκανε την ταινία εντελώς διαφορετική. Προσπάθησα να επικοινωνήσω με τις σχολές τυφλών της Ελλάδας για να γνωρίσω άτομα και τελικά έλαβα απάντηση τηλεφωνικά από την ένωση τυφλών Κρήτης, η οποία βρίσκεται στο Ηράκλειο, και με έφεραν σε άμεση επαφή τηλεφωνικώς με τον Κωνσταντίνο.

Κανονίσαμε να βρεθούμε στο Ηράκλειο, το οποίο ήταν και πολύ βολικό καθώς έχω καταγωγή από τα Χανιά. Με τον Κωνσταντίνο έχουμε την ίδια ηλικία κι ίσως να έπαιξε κι αυτό τον ρόλο του… γίναμε πολύ καλοί φίλοι. Κατάλαβα ότι ο Κωνσταντίνος είχε από μόνος του πάρα πολύ υλικό, μια πολύ όμορφη προσέγγιση της καθημερινότητας ως άνθρωπος, όχι ως άτομο που τον κυνηγάνε τα στερεότυπα της τύφλωσης. Σιχαίνεται ο κόσμος να τον λυπάται για την αναπηρία του.

Κατάλαβα ότι η ταινία έπρεπε να εστιάσει στην εμπειρία του Κωνσταντίνου ως ατόμου, για να περάσει αυτή του η αντίληψη ότι βλέπουμε έναν απλό άνθρωπο με τις δικές του ξεχωριστές εμπειρίες, πέρα από τα στερεότυπα της αναπηρίας. Τέλος, ο Κωνσταντίνος είναι από τους πιο δραστήριους και γεμάτος χιούμορ ανθρώπους που έχω γνωρίσει.

- Η ταινία θέτει από την αρχή ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα: πώς «βλέπει» ένας άνθρωπος που γεννήθηκε τυφλός; Πώς προσέγγισες κινηματογραφικά ένα θέμα που αφορά μια εμπειρία πέρα από την όραση;

Ο βασικός άξονας της ταινίας είναι οι αισθήσεις χωρίς την όραση και οι ιστορίες που πλάθει ο Κωνσταντίνος μέσα από τις εμπειρίες του, για να θυμάται τα χρώματα και να αντιλαμβάνεται τις εικόνες. Περιέχει ένα συνδυασμό από πλάνα παρατήρησης και αλληλεπίδρασης μεταξύ μας, πλάνα τύπου συνέντευξης με voice over, στα οποία χρησιμοποιούνται props με συμβολικό τρόπο. Με πειραματικές τεχνικές και αλλαγές του format, με τη χρήση 16mm φιλμ και φιλμ φωτογραφιών, προσπάθησα να δώσω μια διαφορετική αίσθηση στην κάθε εικόνα που μας μεταφέρει ο Κωνσταντίνος. Προσπάθησα να εικονοποιήσω τις αισθήσεις, όπως κάνει δηλαδή και ο Κωνσταντίνος.

- Στην ταινία οι ήχοι, οι υφές και οι αισθήσεις μοιάζουν να αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο. Πόσο σημαντικός ήταν για σένα ο σχεδιασμός του ήχου στη δημιουργία αυτής της εμπειρίας;

Οι πιο βασικές αισθήσεις του Κωνσταντίνου για να αντιληφθεί εικόνες γύρω του είναι η αφή και η ακοή, οπότε σε αυτά εστίασε και η ταινία. Κατά κύριο λόγο, ακούμε τους ήχους που περιγράφει, με βασικότερο ήχο τη θάλασσα, καθώς είναι και ένα πολύ αγαπημένο του μέρος ως σύνολο αισθήσεων. Ενώ η μουσική είχε μια πιο ονειρική χροιά που έρχεται να συνδεθεί με τα ηχοτοπία του Κωνσταντίνου και τον ήχο του φιλμ...

- Τι θα ήθελες να αισθανθεί ο θεατής όταν ολοκληρωθεί η προβολή;

Θα ήθελα η ταινία να αφήσει στον θεατή μια γλυκιά αίσθηση, να γελάσει και να νιώσει όμορφα για τον Κωνσταντίνο. Να ευαισθητοποιηθεί χωρίς να νιώσει καμία λύπηση. Να γνωρίσει μια άλλη, διαφορετική αντίληψη του κόσμου. Θα ήθελα δηλαδή να νιώσει όμορφα με αυτό που είδε και να μπει σε σκέψεις, να απελευθερωθεί από τα στερεότυπα γύρω από την τύφλωση.

- Ποιο είναι το επόμενο βήμα σου ως δημιουργός; Θα συνεχίσεις να εξερευνάς το ντοκιμαντέρ ή σε ενδιαφέρει να κινηθείς ακόμη περισσότερο προς τον πειραματικό κινηματογράφο;

Θέλω να συνεχίσω να δουλεύω και με τα δύο ως μια σύνδεση που το ένα υποστηρίζει το άλλο. Ο πειραματικός κινηματογράφος μού δίνει όλη την καλλιτεχνική ελευθερία, μαζί με τη σκηνογραφία, για να εκφραστώ, αλλά ταυτόχρονα θέλω να μαθαίνω ιστορίες αληθινών ανθρώπων, να ανακαλύπτω την κάθε διαφορετική καθημερινότητα, ανάμνηση και όνειρο ως μια καλλιτεχνική αξία. Θα ήθελα να τα εξερευνήσω, επομένως, περισσότερο και τα δύο είδη, να μάθω περισσότερα πράγματα. Και μέσα από τη έρευνα να προκύψει κάτι για επόμενα πρότζεκτ με γνωριμίες ανθρώπων όπως αυτή με τον Κωνσταντίνο.

Πίσω απ’ τις Σκιές, Κωνσταντίνος Ποταμιανός

Από μικρή ηλικία έχει στραφεί στον κινηματογράφο, με ιδιαίτερη αγάπη για το ντοκιμαντέρ και τη διεύθυνση φωτογραφίας. Ο Κωνσταντίνος Ποταμιανός, γεννημένος στην Πάτρα το 2005, σπουδάζει σήμερα Ψηφιακές Τέχνες και Κινηματογράφο στο ΕΚΠΑ, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη μουσική ως ντράμερ.

Στο «Πίσω απ’ τις Σκιές», ο νεαρός σκηνοθέτης επιστρέφει στις παιδικές του μνήμες και αναζητά τις ρίζες μιας τέχνης που γεννιέται μέσα από το φως και το σκοτάδι. Ένας Έλληνας καραγκιοζοπαίχτης και ένας Κινέζος μετρ του θεάτρου σκιών συναντιούνται σε έναν ιδιαίτερο πολιτιστικό διάλογο, αποδεικνύοντας πως διαφορετικές παραδόσεις μπορούν να επικοινωνήσουν μέσα από μια κοινή γλώσσα: αυτή της τέχνης.

- Πώς θα περιέγραφες το «Behind the Shadows» σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτα για την ταινία;

Είναι ένα φιλμ που επιχειρεί να δημιουργήσει έναν διάλογο μεταξύ δύο πολύ διαφορετικών πολιτισμών, μέσα από την κοινή τέχνη του θεάτρου σκιών.

- Πότε γεννήθηκε η επιθυμία να αναζητήσεις τις ρίζες του Καραγκιόζη και τι σε οδήγησε μέχρι την Κίνα;

Η σχέση μου με τον Καραγκιόζη ξεκινάει από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Μεγαλώνοντας στην Καραγκιοζομάνα Πάτρα, είχα την τύχη οι γονείς μου να με πηγαίνουν πολύ συχνά σε παραστάσεις Καραγκιόζη. Από αλάνες που μετατρεπόντουσαν για ένα βράδυ σε αυτοσχέδιες καραγκιοζομάντρες, μέχρι και στα τελευταία Καραγκιοζοθέατρα της πόλης. Έτσι από πολύ νωρίς με γοήτευσε αυτό το θέαμα και σε κάθε παράσταση είχα μία έντονη επιθυμία και περιέργεια να μπω πίσω απ’ τον μπερντέ και να ανακαλύψω τον κόσμο του Καραγκιόζη. Με τη βοήθεια των δασκάλων μου, που ένας από αυτούς παίζει στο φιλμ (ο Μπάμπης Μακρής), άρχισα να εντρυφώ στην τέχνη του Καραγκιόζη μέχρι περίπου τα δεκαπέντε μου, που τελικά με παρέσυρε η μουσική και ο κινηματογράφος και απομακρύνθηκα προσωρινά από το θέατρο σκιών, χωρίς όμως η φλόγα γι’ αυτό να σβήσει.

Μερικά χρόνια αργότερα, ένα πρόγραμμα από το πανεπιστήμιο που φοιτώ, μου έδωσε την ευκαιρία να επισκεφτώ την Κίνα για να γυρίσουμε και να μοντάρουμε, σε περιορισμένο χρονικό διάστημα, ένα μικρού μήκους ντοκιμαντέρ. Να σου πω ότι μέχρι τότε δεν γνώριζα σχεδόν τίποτα για τον πολιτισμό της Κίνας, πέρα απ’ ό,τι θυμόμουν από τους δασκάλους μου στον Καραγκιόζη, που και αυτοί με τη σειρά τους το άκουσαν από τους δικούς τους. Ότι το θέατρο σκιών ξεκινάει από εκεί. Πράγμα που τελικά δεν ισχύει απαραίτητα γιατί παράλληλα γεννιόταν και στην Ινδία και σε άλλες σημερινές χώρες την ανατολικής Ασίας και έτσι ξεκινάει μια μεγάλη συζήτηση για το από πού τελικά ξεκινάει το θέατρο σκιών, που χάνεται στους αιώνες. Έτσι όταν μας ζήτησαν από το πρόγραμμα να τους προτείνουμε ιδέες για τα φιλμ μας, το πρώτο πράγμα που ήρθε στο μυαλό μου ήταν ένας διάλογος μεταξύ ενός Έλληνα καραγκιοζοπαίχτη και ενός Κινέζου σκιοπαίχτη.

- Τι ανακάλυψες στην Κίνα που σε έκανε να δεις διαφορετικά τον ελληνικό Καραγκιόζη;

Αυτό που γρήγορα συνειδητοποίησα όταν άρχισα να κάνω κάποια έρευνα για το κινεζικό θέατρο σκιών, είναι ότι ως θεματική και προσέγγιση δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με το ελληνικό. Στην Κίνα είναι πιο πνευματικό. Πραγματεύεται ιστορίες μυθικών θεών, αυτοκρατόρων κ.ο.κ. Σε αντίθεση με την Ελλάδα που, κατά κύριο λόγο, πραγματεύεται καθημερινές ιστορίες του νεοέλληνα και τα τραύματα του οθωμανικού ζυγού που του έχει αφήσει. Επίσης εικαστικά έχουν έντονες διαφορές και πρωτίστως στη σχέση τους με το φως. Στην Κίνα, το πανί φωτίζεται από μια κεντρική λάμπα, σχεδόν στο κέντρο του. Έτσι ο σκιοπαίχτης έχει τη δυνατότητα και την ευκαιρία να παίζει με το μέγεθος των σκιών των φιγούρων ξεκολλώντας τες από το πανί. Στην Ελλάδα το πανί φωτίζεται από μια γιρλάντα από λάμπες, συνήθως, μόνο στο κάτω μέρος του, διώχνοντας έτσι τις περισσότερες σκιές και μη δίνοντας τη δυνατότητα στον καραγκιοζοπαίχτη να ξεκολλήσει τις φιγούρες από το πανί.

"Behind the Shadows" by Konstantinos Potamianos | μicro Competition 2026

- Υπήρξε κάποια στιγμή στα γυρίσματα που σε συγκίνησε ή σε εξέπληξε;

Θα ξεχώριζα τη στιγμή που ο Κινέζος σκιοπαίχτης He Shihong πιάνει στα χέρια του για πρώτη φορά τη φιγούρα του Καραγκιόζη κι αφού την περιεργάζεται, από μόνος του, περνάει καλαμωτές σούστες στη φιγούρα και αρχίζει να παίζει στο πανί μαζί και με κινεζικές. Ήταν η στιγμή που αυτό το φιλμ απόκτησε έντονη αξία για μένα.

- Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισες;

Η γλώσσα. Ελάχιστοι Κινέζοι μιλούν αγγλικά, ειδικά σε επαρχιακές μικρές πόλεις και έτσι η επικοινωνία ήταν κάπως σπασμένο τηλέφωνο. Μέσω της παραγωγού του φιλμ, όμως, Ye Zhiyan, επικοινωνούσα με τον σκιοπαίχτη και οποιονδήποτε άλλον εκεί, χωρίς να σημαίνει όμως ότι αυτό δεν ήταν δύσκολο και χρονοβόρο.

- Μίλησε μου για τους πρωταγωνιστές.

Ο Μπάμπης Μακρής είναι δάσκαλός μου στον Καραγκιόζη, μαζί με τον πατέρα του, Κώστα, από τότε που σχεδόν θυμάμαι τον εαυτό μου. Κουβαλάει το μεγάλο βάρος της παράδοσης της πατρινής σχολής του Καραγκιόζη, προσπαθώντας ταυτόχρονα να την ανανεώνει συνεχώς, να τον κρατάει επίκαιρο.

O He Shihong, στις τρεις μέρες που πρόλαβα να τον γνωρίσω, ήταν ένας άνθρωπος σοβαρός και φιλόξενος. Ένιωθα μια οικειότητα, σαν να μπαίνω στον μπερντέ κάποιου Καραγκιοζοπαίχτη που γνώριζα για πρώτη φορά. Ήταν πάρα πολύ ιδιαίτερο συναίσθημα και αυτή η ανάμνηση καταλήγει να μένει σαν όνειρο.

- Αν έπρεπε να περιγράψεις το «Behind the Shadows» με ένα μουσικό είδος ή ένα μουσικό έργο, ποιο θα ήταν και γιατί;

Καταπληκτική ερώτηση! Πιστεύω το ρεμπέτικο και συγκεκριμένα το μινόρε του Τσιμπίδη με το οποίο και κλείνει το φιλμ. Οι Καραγκιοζοπαίχτες και οι ρεμπέτες έχουν πολλά κοινά γνωρίσματα και πιστεύω ότι το ρεμπέτικο είναι το κατάλληλο είδος για να το χαρακτηρίσει στη φιλοσοφία, την προσέγγιση και την λαϊκότητα των δύο αυτών τεχνών.

- Ποιο είναι το επόμενο βήμα σου ως δημιουργός; Υπάρχει κάποια ιστορία που θα ήθελες να αφηγηθείς και αισθάνεσαι ότι σε καλεί;

Αυτή τη στιγμή ολοκληρώνω ένα δοκιμιακό ντοκιμαντέρ, που θα αποτελέσει και την πτυχιακή μου, γυρισμένο στο χωριό μου στη Μάνη, εκεί όπου γύρισα και το πρώτο μου ντοκιμαντέρ. Κατά τα άλλα παλεύω με ένα ακόμα μικρού μήκους ντοκιμαντέρ συμμετοχικής παρατήρησης και την προετοιμασία και γραφή ενός μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ, που θα έχει να κάνει με το θέατρο σκιών. Αρχίζω και ανακαλύπτω τον Γολγοθά μιας μεγάλου μήκους ταινίας και ομολογουμένως είναι εξαντλητικό, αλλά κάποια στιγμή –ελπίζω– να βγει.

Και κάπως έτσι, το Beyond Borders αφήνει για ακόμη μία χρονιά το δικό του αποτύπωμα στο Καστελόριζο, φέρνοντας σε ένα μικρό νησί ιστορίες από ολόκληρο τον κόσμο. Και όταν οι προβολές τελειώσουν και τα φώτα σβήσουν, αυτό που μένει είναι οι ιστορίες που μας άγγιξαν, οι άνθρωποι που γνωρίσαμε και εκείνες οι εικόνες που συνεχίζουν να μας ακολουθούν. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο όμορφο που μπορεί να σου χαρίσει μια ταινία: κάτι που δεν τελειώνει μαζί με τους τίτλους τέλους.

Δειτε περισσοτερα